Back to Top

ΣΙΝΕΜΑ

/

Στις 5 Σεπτεμβρίου 2019 βγαίνει στην Ελλάδα ουσιαστικά για 1η φορά στις αίθουσες το "The Last Movie"

Στις 5 Σεπτεμβρίου 2019 βγαίνει στην Ελλάδα ουσιαστικά για 1η φορά στις αίθουσες το "The Last Movie"

Μία ανατρεπτική και ρηξικέλευθη ταινία του 1971 σε σκηνοθεσία Ντένις Χόπερ

Aπό την εταιρεία One from the Heart έχει προγραμματιστεί να βγει για πρώτη φορά σε κινηματογραφική διανομή στην Ελλάδα η ανατρεπτική ταινία του ηθοποιού Ντένις Χόπερ (1936-2010), “Η Τελευταία Ταινία –The Last Movie”, ένα εξαφανισμένο μέχρι πρόσφατα αριστούργημα που αποκτά πλέον τη θέση που του αξίζει.

Πρόκειται για τη 2η ταινία που σκηνοθέτησε ο Χόπερ στο Περού, αμέσως μετά την μεγάλη επιτυχία της ταινίας ορόσημο «Ξένοιαστος Καβαλάρης» το 1969 όπου είχε συμπρωταγωνιστήσει με τον αξέχαστο Πίτερ Φόντα.

Η «Τελευταία Ταινία» είχε κάνει την πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας το 1971 όπου αποθεώθηκε από την κριτική (τιμήθηκε μάλιστα με το βραβείο των κριτικών), αλλά το στούντιο πίσω από την παραγωγή της, αρνήθηκε να την κυκλοφορήσει στις αίθουσες. Η ταινία για δεκαετίες παρέμεινε ένας χαμένος θρύλος με σποραδικές μόνο προβολές και με μια κάκιστη VHS εκδοχή της να παραμένει ο βασικός τρόπος να την δει κανείς.

Ανάμεσα στους φανατικούς της θαυμαστές που βοήθησαν όσο λίγοι στην διάσωσή της μέσα στα χρόνια συγκαταλέγεται ο cult δημιουργός Άλεξ Κοξ (Repo Man, Straight to Hell, Σιντ και Νάνσι).

Το 2018 ολοκληρώθηκε επιτέλους η ψηφιακή της αποκατάσταση σε ποιότητα 4Κ και προβλήθηκε με επιτυχία στις Ηνωμένες Πολιτείες καθώς και στη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία. Στην Ελλάδα η ταινία είχε παρουσιαστεί μόνο στις «Νύχτες Πρεμιέρας» το 2004 από φιλμ 35mm σε μια αλησμόνητη προβολή ενώ θα βγει πλέον κανονικά στις αίθουσες στις 5 Σεπτεμβρίου 2019 και αξίζει να την δουν οι σινεφίλ.

Ανάμεσα στις πιο περιπετειώδεις παραγωγές της εποχής του Νέου Χόλιγουντ, η Universal είχε δώσει λευκή κάρτα στον Ντένις Χόπερ μετά την τεράστια επιτυχία του «Ξένοιαστος Καβαλάρης – Easy Rider».  Η κυκλοφορία του «The Last Movie» στις ελληνικές αίθουσες συμπίπτει σημαδιακά τόσο με αυτήν της ταινίας του Κουεντίν Ταραντίνο «Κάποτε στο… Χόλιγουντ» που επιχειρεί να σκιαγραφήσει αυτή την τόσο σημαντική περίοδο του αμερικανικού σινεμά όσο και με τον θάνατο στις 16 Αυγούστου 2019 του σπουδαίου Πίτερ Φόντα σε ηλικία 79 ετών, στενού φίλου του Χόπερ που εμφανίζεται επίσης στην ταινία.

Ο Ντένις Χόπερ σεναριογράφος – σκηνοθέτης – πρωταγωνιστής πήρε τα λεφτά και έφυγε, στην κυριολεξία, για να γυρίσει την ταινία στο Περού, όσο πιο μακριά μπορούσε από το Χόλιγουντ, με μια ομάδα που συμπεριλάμβανε τον σπουδαίο διευθυντή φωτογραφίας Λάζλο Κόβακς, αλλά και τους Κρις Κριστόφερσον, Τζούλι Άνταμς, Στέλα Γκαρσία, Πίτερ Φόντα, Ντιν Στόκγουελ, Τόνι Μπαζίλ, Ρας Τάμπλιν, Μισέλ Φίλιπς και τον θρυλικό σκηνοθέτη Σαμ Φούλερ.

Αν και η ταινία κέρδισε το Βραβείο CIDALC το 1971 στο Φεστιβάλ Βενετίας, Η Τελευταία Ταινία θα τερμάτιζε την καριέρα του Χόπερ για πολλά χρόνια, καθώς η βιομηχανία του Χόλιγουντ τον ξέγραψε ως έναν εγωκεντρικό τρελό. Οι περιπέτειες και το παρασκήνιο των γυρισμάτων όσο και της μετέπειτα πορείας της θα μπορούσαν από μόνες να τροφοδοτήσουν το υλικό μιας ακόμη ταινίας. Πέρα όμως από το περιπετειώδες παρασκήνιο παραμένει και σήμερα όχι απλώς ένα μοναδικό τεκμήριο μιας ρηξικέλευθης περιόδου του αμερικανικού σινεμά αλλά μια ολοζώντανη δημιουργία εντυπωσιακά καινοτόμα στην κινηματογραφική γλώσσα και μοναδικά σύγχρονη, επηρεασμένη ιδιαίτερα από τη γαλλική Νουβέλ Βαγκ, αλλά και τον Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι που όπως λέγεται ήταν αυτός που έπεισε τον Χόπερ να «απελευθερωθεί» ολοκληρωτικά στο μοντάζ ακολουθώντας μια ονειρική λογική καθώς και από τους καλλιτέχνες της Ποπ και της Αφηρημένης Τέχνης που τόσο θαύμαζε ο Χόπερ, ανάμεσα τους και ο Μπρους Κόνερ (Bruce Conner).

Συνειδητά αυτοαναφορική και γραμμένη από τον Χόπερ και τον σεναριογράφο του Επαναστάτη Χωρίς Αιτία Στιούαρτ Στερν, «Η Τελευταία Ταινία» ακολουθεί ένα συνεργείο από το Χόλιγουντ κατά τη διάρκεια γυρίσματος ενός γουέστερν σε ένα απομακρυσμένο χωριό στο Περού.

Όταν η παραγωγή ολοκληρώνεται, ο Χόπερ, ως ο κασκαντέρ Κάνσας, παραμένει εκεί, προσπαθώντας να βρει τη λύτρωση στην απομόνωση του Περού και στην αγκαλιά μιας πρώην πόρνης. Την ίδια στιγμή, οι ντόπιοι έχουν καταλάβει το ερειπωμένο σκηνικό και ξεκινούν να στήσουν μια τελετουργική αναπαράσταση της παραγωγής, με τον Κάνσας ως το εξιλαστήριο θύμα τους.

Ο Χόπερ είχε στο μυαλό του μια κατά μέτωπο επίθεση στην ψευδαισθητική λειτουργία του χολιγουντιανού σινεμά, ένα μανιφέστο ενάντια στη ίδια την κινηματογραφική βιομηχανία που τον τιμώρησε τελικά παραδειγματικά.

Το αποτέλεσμα είναι μια από τις πλέον ρηξικέλευθες και εμβληματικές ταινίες του Αμερικανικού σινεμά των αρχών της δεκαετίας του ’70 γεμάτη ιδέες που σήμερα θα έφταναν για να γυριστούν δέκα ταινίες.

Το νέο ψηφιακό αρχείο σκαναρίστηκε σε ποιότητα 4Κ από το αρχικό αρνητικό του 35mm φιλμ από την L’Immagine Ritrovata της Μπολόνια. Σε λίγα πλάνα όπου το αρχικό αρνητικό είχε χαθεί χρησιμοποιήθηκαν άλλα στοιχεία. Σκόνη, κοψίματα, γρατζουνιές και πολλά άλλα αφαιρέθηκαν ψηφιακά από την Arbelos χρησιμοποιώντας το πρόγραμμα Phoenix της Digital Vision. Ο φυσικός κόκκος της ταινίας έχει διατηρηθεί όσο περισσότερο γινόταν. Μία 35mm κόπια από το 2007, που είχε φτιαχτεί υπό την επίβλεψη του Ντένις Χόπερ και του Λάζλο Κόβακς, χρησιμοποιήθηκε σαν οδηγός για την αποκατάσταση των χρωμάτων. Το αρχικό soundtrack αποκαταστάθηκε από την Audio Mechanics από τα αρχικά στοιχεία του 35mm φιλμ.

«Θα πρέπει να σκέφτεστε λίγο τον Γκοντάρ όταν βλέπετε την ταινία. Την έφτιαξα επειδή διάβασα αυτό που είχε πει ότι οι ταινίες θα πρέπει να έχουν αρχή, μέση και τέλος αλλά όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά.  Προσπαθούσα να χρησιμοποιήσω το φιλμ όπως ένας ζωγράφος του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού χρησιμοποιούσε τα χρώματα για να ζωγραφίσει.  Σας θυμίζω συνεχώς ότι φτιάχνουμε μια ταινία, ενώ εσείς βρίσκεστε στο κοινό και αφήνεστε να πιστέψετε την ιστορία της», είχε πει ο ίδιος ο Dennis Hopper.

Έγραψαν για την ταινία:

«Ο Χόπερ, σημαντικός συλλέκτης μοντέρνας τέχνης, γνώριζε πολύ καλά την καλλιτεχνική αξία της ταινίας που έφτιαχνε, παρέμεινε θαρραλέα πιστός στο όραμα του και κατηγορήθηκε ανελέητα για αυτό. Η καθυστερημένη επανεκτίμηση της Τελευταίας Ταινίας ξεκινάει εδώ, αλλά είναι κρίμα που ο Χόπερ δεν είναι πια μαζί μας για να δρέψει τις δάφνες του». Trevor Johnston, Sight and Sound

«H κυκλοφορία της «χαμένης» ταινίας του Όρσον Γουέλς, The Other Side of the Wind, μεγάλωσε την αναμονή για άλλη μία παρεξηγημένη ταινία εκείνης της περιόδου: Η συναρπαστική, ατελής, πειραματική Τελευταία Ταινία του 1971, γύρω από το τελετουργικό βουντού του μέσου του κινηματογράφου, τώρα σε επανέκδοση, με εμφανίσεις του Σαμ Φούλερ και του Κρις Κριστόφερσον. Είναι μια ταινία πρόκληση, που στον καιρό της ήταν πρωτοπόρα στην επιτηδευμένη διεύθυνση φωτογραφίας και στη χρήση του φωτός και των φακών (Λάζλο Κόβακς): για παράδειγμα, οι ακτίνες του φωτός που πέρασαν στην εικόνα όταν η κάμερα ήταν γυρισμένη προς τον ήλιο παλαιότερα θεωρούνταν λάθος, ενώ τώρα είναι ένα σκόπιμο στολίδι της εικόνας. Ο Χόπερ είχε εφεύρει επίσης το αμερικάνικο αντίστοιχο του jump cut του Γκοντάρ. Υπάρχουν και άλλες παραξενιές, όπως η εισαγωγή καρτών όπως Scene Missing στο τελικό μοντάζ.

Η Τελευταία Ταινία κρατιέται μια χαρά: αυτό που της λείπει είναι ένα τέλος. Το προφανές τέλος, αυτό που περιμένεις, δεν πραγματοποιείται. Η ταινία κάνει fade out αλλά πριν τελειώσει, μας έχει προσφέρει μια ευφυή, αναζωογονητική περιπέτεια ιδεών». Peter Bradshaw, The Guardian

«Εκ των υστέρων, είναι ένα μικρό θαύμα πώς ο Χόπερ κατόρθωσε να ολοκληρώσει την ταινία, και δεκαετίες αργότερα αξίζει να ειδωθεί ως ένα επαναστατικό αριστούργημα από έναν οραματιστή καλλιτέχνη σε αντιπαράθεση με το σύστημα που κατανάλωνε τη διασημότητα του. Ο Ξένοιαστος Καβαλάρης ανέδειξε μια νεανική κουλτούρα που ήθελε να ξεφύγει από τα όρια μιας κοινωνίας που απέφευγε το ρίσκο, ακόμα κι αν ήρθε αντιμέτωπη με τον αφανισμό της στα χέρια οπισθοδρομικών συντηρητικών. Η Τελευταία Ταινία προχωράει ακόμα πιο πέρα αυτή τη θεματική. Οι ίδιες δυνάμεις που έδωσαν την ώθηση για την πραγματοποίηση αυτής της παραγωγής, την καταδίκασαν στη λήθη. Πρόκειται για ένα καθηλωτικό πορτρέτο δημιουργικής πάλης μέσα σε ασφυκτικά όρια και σχεδόν πενήντα χρόνια αργότερα, η ταινία μας μιλάει δυνατότερη και πιο επίκαιρη από ποτέ». Eric Kohn, Indiewire.

Διάρκεια: 108 λεπτά.

Eπιμέλεια: Τ. ΜΑΡΤΑΤΟΣ

Σχόλια

Culture