Του Γιάννη Μουγγολιά
Τα αρχεία ζωντανεύουν στο σινεμά και χαρακτηριστική περίπτωση σκηνοθέτη που το κάνει με ξεχωριστή μαεστρία και με ιδιοσυγκρασιακό τρόπο είναι ο Μπιλ Μόρισον ο οποίος τιμήθηκε από το 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης με τον Χρυσό Αλέξανδρο.
Την απονομή του Χρυσού Αλέξανδρου διαδέχτηκε η προβολή του σπουδαίου ντοκιμαντέρ «Decasia» που σκηνοθέτησε το 2002 ο Μπιλ Μόρισον και ήταν η πρώτη ταινία του 21ου αιώνα που μπήκε στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, κατόπιν του αξιολογικού χαρακτηρισμού που της έδωσε το National Film Registry ως «ναυαρχίδα της αμερικανικής κινηματογραφικής κληρονομιάς». Στο έξοχο αυτό ντοκιμαντέρ ο Μπιλ Μόρισον δημιουργεί χρησιμοποιώντας φθαρμένα φιλμ που αποσυντίθενται τόσο με ανθρώπινη παρέμβαση όσο και από άλλους παράγοντες, ανασυνθέτοντας την ουσία του σινεμά και δημιουργώντας ένα νέο έργο.

Όπως ο ίδιος είπε σχετικά με το ντοκιμαντέρ του «Decasia»: «Η ίδια η ταινία βασίζεται σε ένα ποιητικό σχήμα αναγέννησης. Πρόκειται για έργο φτιαγμένο από παλιά φιλμ που “πήγαν για να πεθάνουν”, αλλά επανεμφανίζονται μέσα από μια νέα δημιουργία. Είναι σαν να ανασύρονται από τις στάχτες τους και να μεταμορφώνονται σε μια νέα ταινία — μια μορφή μετενσάρκωσης. Mε αυτόν τον τρόπο το έργο αγκαλιάζει την κυκλικότητα της ζωής».
Το ντοκιμαντέρ αποδείχτηκε μια σπάνια εμπειρία γύρω από τον χρόνο, την απώλεια και την εύθραυστη ζωή των εικόνων που με τον υποβλητικό ρυθμό του καθήλωσε τους θεατές.
Ο Μπιλ Μόρισον χαρακτηρίστηκε από τους New York Times ως «ο κατεξοχήν ποιητής των χαμένων ταινιών», που με τις παραμορφώσεις του φιλμ που κάνει στις ταινίες του, ουσιαστικά σχολιάζει τις εικόνες που με την πάροδο του χρόνου φθείρονται και εξαφανίζονται.
Ο Μπιλ Μόρισον δεν θα μπορούσε να λείπει σε μια χρονιά που το φεστιβάλ τιμά με ειδικό αφιέρωμα τον αρχειακό κινηματογράφο.
Όπως επισήμανε, έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα παρότι στο φεστιβάλ παλαιότερα έχουν παιχτεί δύο ταινίες του. Σχετικά με τον τρόπο που δουλεύει τόνισε ότι η φθορά του φιλμ θα μπορούσε να αποτελέσει τη βασική γλώσσα της ταινίας. Παράλληλα του ζητήθηκε να δημιουργήσει οπτικό υλικό για μια συμφωνία του συνθέτη Μάικλ Γκόρντον που δεν είχε ακόμη γραφτεί. Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη, ο Μόρισον τού πρότεινε μια ιδέα που θα συνέδεε άμεσα την εικόνα με τον ήχο. Ο Γκόρντον συμφώνησε συνθέτοντας αυτό που ο Μόρισον περιγράφει ως «μια αποσυντονισμένη συμφωνία», μια μουσική σύνθεση που, όπως και οι εικόνες, διαμορφώνεται μέσα από μια διαδικασία σταδιακής αλλοίωσης.
Και κατέληξε λέγοντας: «Αυτό που μοιραζόμαστε όλοι είναι το παρελθόν μας» τονίζοντας ότι το πρώιμο σινεμά αποτελεί μια κοινή πολιτισμική μνήμη από την οποία προέρχεται ο σύγχρονος κινηματογράφος. Για τον λόγο αυτόν χρησιμοποίησε υλικό από διαφορετικά είδη πρώιμων ταινιών — εθνογραφικές καταγραφές, ταξιδιωτικά φιλμ, επίκαιρα, αλλά και σκηνές μυθοπλασίας.
Παράλληλα συνεχίζεται το εξαιρετικό αφιέρωμα «Αρχεία-Όλη η μνήμη του κόσμου» παρουσιάζοντας διαρκώς νέους θησαυρούς.

Στο ντοκιμαντέρ «Το μεξικάνικο μπρέτσελ μου» (2019) της Νούρια Χιμένεθ μας παρουσιάζει τα προσωπικά ημερολόγια της Βίβιαν Μπάρετ με το υποβλητικό οπτικό υλικό που κινηματογραφούσε ο Λέον Μπάρετ της περιόδου 1940-1960. Δυο θεμελιώδη στοιχεία που σε συνδυασμό με την εξαιρετική, πλούσια αφήγηση και τον στοχαστικό και χειμαρρώδη λόγο της Μπάρετ, συνδυάζουν με μοναδικό τρόπο σημαντικά ιστορικά γεγονότα αλλά και προσωπικές στιγμές της καθημερινότητας.
Κάποια στιγμή η Μπάρετ μέσω της αφήγησης σχολιάζει καθοριστικά τη λειτουργία της κινηματογραφικής τέχνης όπως παρουσιάζεται στο οπτικό υλικό του Λέον Μπάρετ: «Η κινηματογράφηση είναι μια από τις καλύτερες μορφές αυταπάτης, ένας υπέροχος κόσμος να εξαφανίζεσαι, να γίνεσαι ζώο ή Θεός. Και όταν κινηματογραφεί ή πλοηγεί ο Λεόν, νιώθει να ικανοποιείται σεξουαλικά, νιώθει πως αντιδρά στον θάνατο. Η κινηματογράφηση είναι η απέλπιδα μάχη κατά της μοναξιάς. Αν κινηματογραφείς, δεν υποχρεώνεσαι να ζεις ούτε να δίνεις εξηγήσεις. Μέσα από το πολυβραβευμένο αυτό ντοκιμαντέρ εκτός από τις ιστορικές συγκυρίες και τα γεγονότα που συγκλόνισαν τον κόσμο, παρελαύνουν ο έρωτας, η επιθυμία, ο πόθος, η ανάγκη, το ένστικτο, ο θάνατος. Σε κάποια στιγμή η γιαγιά του Λεόν λέει: «Δεν θα μπορούμε να δούμε τον θάνατο γιατί ο θάνατος πάντα βαδίζει».

Εξαιρετικές εντυπώσεις άφησε το βωβό ασπρόμαυρο ντοκιμαντέρ «Τρένα» (2024) του Μασιέτζ Τζ. Ντράιγκας, το οποίο μας προσφέρει ένα μοναδικό πορτρέτο της ιστορίας της Ευρώπης και των ελπίδων που δεν εκπληρώθηκαν. Το τρένο γίνεται σύμβολο. Μέσα από την παλινδρομική του κίνηση μεταμορφώνεται η παρουσία του στο πέρασμα του χρόνου σε μια διαρκή, αέναη κίνηση όπου οι απογοητεύσεις, οι ήττες και οι ματαιώσεις κυριαρχούν.
Ο Μασιέτζ Τζ. Ντράιγκας καταθέτει ένα στοχαστικό δοκίμιο κατορθώνοντας με την κινηματογραφική ματιά του και τα επίκαιρα να δημιουργήσει μια έντονη ποιητική ατμόσφαιρα και γνήσια συγκίνηση. Εντυπωσιακά πλάνα από ατμομηχανές, σιδηροδρομικούς σταθμούς αλλά και ταξίδια προς τον θάνατο υπό τους ήχους μιας θαυμάσιας μινιμαλιστικής μουσικής αλλά και βιομηχανικών θορύβων. Σε πρώτο πλάνο οι άνθρωποι με τη μορφή του πλήθους. Οι αντιδράσεις τους, οι χειρονομίες τους, οι γκριμάτσες τους, ο ιδρώτας, ο αγώνας τους αλλά και οι μάχες που έκαναν. Οι αιχμάλωτοι, οι τραυματίες, οι κουτσουρεμένοι, χωρίς πόδια, με πατερίτσες, οι άρρωστοι, οι νευρόσπαστοι που ο πόλεμος τους πείραξε τα νεύρα και τους άφησε κουσούρια, τα διαμελισμένα πτώματα. Οι γυναίκες που δούλευαν στις ράγες των τρένων και οι κυρίες που διαβάζουν ταξιδεύοντας και πίνοντας τον καφέ τους, οι κυρίες της ομορφιάς και της μόδας, ζευγάρια που χορεύουν και μουσικοί που παίζουν μουσική, οι κύριοι και οι κυρίες που βλέπουν τον Σαρλώ στο σινεμά να βγαίνει από τις ράγες του τρένου. Ελπίδες, επιθυμίες, δράματα, τραγωδίες.
Και στο τέλος, οι ράγες διασταυρώνονται όπως και οι ζωές οδηγώντας σε ένα αβέβαιο μέλλον. Πόσο σίγουρη είναι η ανθρωπότητα για το ποιες ράγες θα ακολουθήσει;
Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr












