Tης Πηνελόπης Αλιβιζάτου
Με τη Γιώτα Κοντογεωργοπούλου, η γνωριμία μας ξεκίνησε έξω από τα πλαίσια της λογοτεχνίας, μέσα στα πλαίσια της δικής της δημοσιογραφίας.
Έχοντας εκτιμήσει τη δημοσιογραφική της γραφή, ήταν αναμενόμενο η κυκλοφορία του πρώτου της βιβλίου με τίτλο Η μυρωδιά του αχινού να μου κεντρίσει την περιέργεια και να το αγοράσω.
Κι έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μου με τη συγγραφέα Γιώτα Κοντογεωργοπούλου. Τη Μυρωδιά του αχινού, τη διάβασα καλοκαίρι, χωρίς ανάσα. Μου άρεσε ο τρόπος που έπλεκε την ιστορία πηγαίνοντας από το πριν στο τώρα, από τον καταστροφικό σεισμό στο Ληξούρι του 1867, στην Πάτρα, οι σχέσεις που ανέπτυσσε ανάμεσα στους ήρωές της, απλώνοντάς τους στην πόλη της Πάτρας, με ορμητήριο το νεοκλασικό της Κορίνθου, με διηγήσεις και γεγονότα που είχαμε ζήσει, είχαμε ακούσει ή είχαμε διαβάσει για την πόλη μας, όπως η έκρηξη στην οδό Βότση,ο εμφύλιος, η μάχη της Χαλανδρίτσας, οι συλλήψεις και οι βασανισμοί στην ασφάλεια στην Κανακάρη, οι εξορίες. Μέσα από την πλοκή του μυθιστορήματος και τις περιηγήσεις, ζούσε ο αναγνώστης την ατμόσφαιρα της πόλης του 19ο και του 20ού αιώνα, αλλά ζούσε και την Πάτρα του 2015.
Στη συνέχεια ήρθε το επόμενο βιβλίο της το ΣΣΑΜΠΑΤ. Σε αυτό γνώρισα μιαν άλλη Γιώτα Κοντογεωργοπούλου, που μπαίνει καθαρά στο αστυνομικό μυθιστόρημα κι εκεί συναντιέται με τη μεγάλη δική μου αγάπη γι΄ αυτό το είδος της λογοτεχνίας. Ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα με ένα τέλος εντελώς ανατρεπτικό, μια ιστορία που εξελίσσεται στα Γιάννενα, με σχέσεις ιδιαίτερες, περίεργες και κρυφές ανάμεσα στα διαπλεκόμενα πρόσωπα, μέσα από τις οποίες έρχεσαι σε επαφή με την καθημερινότητα της πόλης, με το πανεπιστήμιο, αλλά και με στοιχεία από την εβραϊκή κοινότητα των Ρωμανιωτών που υπήρχε εκεί. Εξαιρετική στην περιγραφή του τόπου και των τοπίων, στις σχέσεις και στις ιδιαιτερότητες των πρωταγωνιστών της, η συγγραφέας ακουμπάει προβλήματα ιστορικά, που αφορούν στην εβραϊκή κοινότητα, αλλά και στους προδότες εκείνης της εποχής. Ασχολείται με σχέσεις ζωής και με ζητήματα με αντίκτυπο στο κοινωνικά αποδεκτό, όπως η παρενδυσία. Όσο διάβαζα το βιβλίο, τόσο έρχονταν στο νου μου γνωστές ιστορίες και οικείες καταστάσεις, που υποβοηθούσαν να αισθάνομαι ότι αποτελώ μέρος του μυθιστορήματος.
Και φτάνουμε στο τρίτο βιβλίο, το ολόφρεσκο τόσο εκδοτικά, όσο και ως περιεχόμενο. Τα ΤΑΜΑΤΑ, τα οποία επίσης κινούνται στην περιοχή του αστυνομικού μυθιστορήματος. Στην Κέρκυρα, διαδραματίζεται η υπόθεση της δολοφονίας ενός νεαρού αγοριού. Γύρω από το γεγονός κινούνται τα πρόσωπα του οικογενειακού, του φιλικού, του κοινωνικού και του αστυνομικού περίγυρου. Και σε αυτό το μυθιστόρημα αναδεικνύεται η ικανότητα της Γιώτας Κοντογεωργοπούλου να περιγράφει κάθε φορά τον τόπο στον οποίο συμβαίνει κάτι, με τέτοιο τρόπο που να δημιουργεί πλήρη την εικόνα του περιβάλλοντος.
Ήδη το ξεκίνημα του βιβλίου με δύο χαρακτηριστικά της Κέρκυρας, τις φιλαρμονικές και το σπάσιμο των μπότηδων, στην πρώτη ανάσταση, μας εισάγει σε ένα περιβάλλον γνωστό και γιορτινό, που το διαταράσσει η δολοφονία και τα μυστήρια σημάδια στο κορμί του αγοριού. Πολλά τα πρόσωπα και οι χαρακτήρες, πολλά τα ερωτήματα και τα κρυφά σημεία.
Κι εδώ θίγονται ζητήματα ουσιαστικά και σοβαρά που ταλάνισαν την κοινωνία σε παλιότερες εποχές και που άφησαν το στίγμα τους, το αρρωστημένο, στις επόμενες γενιές. Αιμομιξία και οικογενειακή ανοχή, εκμετάλλευση γυναικών από επιτήδειους, δρομολόγηση των μωρών τους σεκυκλώματα παράνομων υιοθεσιών στην Αμερική, σε συνεργασία με ιδρύματα και με μεγαλοδικηγόρους, κοινωνική αδιαφορία.
Από την άλλη, βουτάει βαθιά η συγγραφέας, σε κοινωνικά ζητήματα, με αναφορές σε μια σχέση δυνατή ανάμεσα σε δυό γυναίκες, από την εφηβεία τους έως το σήμερα, στο μπούλινγκ στο σχολείο του άλλοτε και του τώρα, στη χρήση από τους εφήβους των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, στους ακόλουθους, στη συνομιλία και την εξ αποστάσεως γνωριμία με αγνώστους, στους εκβιασμούς που προκύπτουν μέσα από αυτές τις καταστάσεις, στις περίεργες οικογενειακές σχέσεις, αλλά και στη δυσκολία επικοινωνίας με τη νέα γενιά. Δεν παραλείπει να αναφερθεί στα προβλήματα που διαχρονικά προκαλεί η ισχύς του χρήματος, με κορύφωση τη συγκάλυψη, την οποία αυτή η ισχύς βίαια επιβάλλει και με όσα παρεπόμενα αυτό προκαλεί.
Η μέθοδος που έχει επιλέξει η Γιώτα Κοντογεωργοπούλου, να παρουσιάζονται τα πρόσωπα του μυθιστορήματος και να μας μιλάνε στο πρώτο ενικό πρόσωπο για τον εαυτό τους, τα συναισθήματά τους, τις σκέψεις και τις ενδόμυχες επιθυμίες τους, παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Νοιώθεις σαν να παρακολουθείς μία συνεδρία ψυχανάλυσης, σαν να είναι το κρεβάτι διπλό και έχεις γλιστρήσει κι εσύ δίπλα από τον συμμετέχοντα, που ανοίγει την ψυχή του και καταθέτει τον εαυτό του.
Όμως, αιφνιδιαστικά, και αρκετά νωρίς, σε αυτό το παιχνίδι εξομολόγησης, μπαίνει και το πρόσωπο που είναι ο δολοφόνος, χωρίς φυσικά να αναφερθεί στην επικεφαλίδα το όνομά του σου μιλάει ευθέως, για το τι ένοιωθε ή δεν ένοιωθε την ώρα του φόνου, για τα συναισθήματά του για το θύμα, για το πριν και το μετά της δολοφονίας κι εκεί νοιώθεις μια ανατριχίλα να διαπερνάει το είναι σου γι΄ αυτό το είδος της εισβολής στην ανάγνωσή σου, στη σκέψη σου και στο δικό σου συναίσθημα. Εννοείται ότι κυρίαρχο ρόλο έχουν στην όλη ιστορία η κοινότητα των μελισσών και τα κέρινα τάματα.
Μέχρι να ξεκαθαρίσει και να πάρει σάρκα και οστά και όνομα ο δολοφόνος, οι αποκαλύψεις είναι ανατρεπτικές, συνταρακτικές και τόσο ενδιαφέρουσες, που σου γενούν την ασυγκράτητη επιθυμία να πληροφορηθείς τα πάντα γύρω από τα γεγονότα, να μάθεις όλες τις πτυχές, όλες τις προεκτάσεις, να μπεις μέσα στο παρελθόν να νοιώσεις, να δικαιολογήσεις, να αναρωτηθείς, να προβληματιστείς.
Όλα αυτά ένοιωθα όσο τα ΤΑΜΑΤΑ προχωρούσαν προς το τέλος τους. Η αναζήτηση και η πρόβλεψη για το πρόσωπο του δολοφόνου, ήρθαν σε δεύτερη μοίρα, αφού η πλοκή και η εξέλιξη των γεγονότων και των καταστάσεων, ήταν τόσο δυνατά, που με παρέσυραν, με απορρόφησαν με τον κοινωνικό τους αντίκτυπο, αυτονομήθηκαν από τον αστυνομικό χαρακτήρα του μυθιστορήματος και οδηγήθηκα στην αποκάλυψη χωρίς να αναρωτηθώ το ποιος, έχοντας όμως κατανοήσει το γιατί.
Στα ΤΑΜΑΤΑ, η Γιώτα ήταν σαν να πλέκει μια ροτόντα με το βελονάκι, ενώνοντας τους πόντους-πρόσωπα του μυθιστορήματος με μαεστρία μεταξύ τους, χωρίς κενά, απλώνοντας την ιστορία της όμορφα, συμμετρικά στο παρελθόν καιστο παρόν, ξεκινώντας από το κέντρο με το θύμα και φτάνοντας στη δαντέλα της άκρης, όπου το κάθε πρόσωπο βοηθάει να πατήσει πάνω του το βελονάκι-γραφίδα, για να μπορέσει να φτάσει στην τελευταία τρύπα, που κλείνει με τον δολοφόνο.
Έτσι εξελίχθηκε η σχέση μου σαν αναγνώστριας με το νέο δημιούργημα της Γιώτας Κοντογεωργοπούλου και βέβαια στο ερώτημα του εξώφυλλου, η δική μου απάντηση, προ πολλού δοσμένη από άλλα συμβάντα, είναι ότι δεν υπάρχει συγγνώμη στον θάνατο και ναι, οι αθώοι την πληρώνουν πρώτοι και οι μέλισσες απέδωσαν δικαιοσύνη.
Η ταινία «Yunan» στις 9 και 10 Μαρτίου από την Κινηματογραφική Λέσχη Πάτρας
"Θα Χυθεί Αίμα": Οι Νύχτες Πρεμιέρας παρουσιάζουν το αριστούργημα του Πολ Τόμας Άντερσον
Ο ειδήμων των βραβείων Όσκαρ Παναγιώτης Τιμογιαννάκης έβγαλε βιβλίο με τίτλο "Όσκαρ"
Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr












