Back to Top
#TAGS Αιγιάλεια Κορωνοϊός 200 Χρόνια Από Την Ελληνική Επανάσταση Νάσος Νασόπουλος ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Αγγελίες
Μην ψάχνεις, βρες στο
THE BEST

ΒΙΒΛΙΟ

/

Τα 22 καλύτερα βιβλία του 2021

Τα 22 καλύτερα βιβλία του 2021
Γιάννης Μουγγολιάς

Του Γιάννη Μουγγολιά

Σε εποχές αβέβαιες σαν των ημερών μας που κυριαρχούν ο φόβος, η απομόνωση, η κοινωνική αποστασιοποίηση, η μόλυνση από την επαφή με τον συνάνθρωπο, το βιβλίο είναι ακόμα περισσότερο το μαλακό μαξιλάρι, το απάγκιο, η χείρα βοηθείας, ο τρόπος να ξεχάσουμε και να θυμηθούμε, το μέσο να έρθουμε σε επαφή με τον άνθρωπο και τον κόσμο.

Σε έναν κόσμο όπου οι μάσκες έκρυψαν τα πρόσωπα, κάλυψαν τα χαμόγελα αλλά και τις ρωγμές στα πρόσωπα των ανθρώπων, μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου μπορούμε να αναγνωρίσουμε το δικό μας πρόσωπο και τα πρόσωπα των άλλων και αν δεν καταφέρουμε να τα δούμε τουλάχιστον να τα φανταστούμε. Είναι μια μορφή αγάπης αυτό και η αγάπη πάντα ζεσταίνει, κυρίως σε συνθήκες ψύχους.

Μια ανάσα λοιπόν από την εκπνοή του 2021 και τον ερχομό του 2022, επιλέγω τα 22 καλύτερα για μένα βιβλία που κυκλοφόρησαν στην ελληνική αγορά και συγκεκριμένα 21 βιβλία που διάβασα μέσα στο 2021 και 1 βιβλίο που άρχισα το 2021 και ελπίζω να τελειώσω, καλώς εχόντων των πραγμάτων, το 2022. Είκοσι δύο βιβλία όσα και η αριθμητική κατάληξη αυτού του έτους που έρχεται και συγκεντρώνει ελπίδες και προσδοκίες. Βιβλία γραμμένα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και σε κάθε άκρη της γης, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, που εκδόθηκαν με περισσό μεράκι και αγάπη από τους εκδοτικούς οίκους της χώρας μας και βρίσκονται στις προθήκες και τους πάγκους των αγαπημένων μας βιβλιοπωλείων καλώντας μας πρωτίστως να τα διαβάσουμε και στη συνέχεια να τα κάνουμε δώρα στους αγαπημένους μας.

Γουίλιαμ Χ. Γκας  «Το Τούνελ» (μτφρ. Γιώργος Κυριαζής, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2021)

Το πρώτο νούμερο αυτής της λίστας ανήκει δικαιωματικά στο «Τούνελ», ένα συντριπτικό, ογκώδες μυθιστόρημα 900 σελίδων που αποτελεί το βιβλίο γέφυρα, αυτό με το οποίο θα περάσω από το 2021 στο 2022. Μπορεί να μην το έχω διαβάσει ολόκληρο, αλλά έχω φτάσει αισίως στο σημείο να καταλάβω ότι πρόκειται για ένα έργο ζωής που ολοκλήρωσε το 1995 μετά από 30 χρόνια συστηματικής εργασίας ο Αμερικανός συγγραφέας που έφυγε από κοντά μας το 2017 στα 93 του, για ένα βιβλίο-λαβύρινθο του οποίου η σαγηνευτική γοητεία, η συναρπαστική δύναμη, η αμίμητη ευρηματικότητα, η πρωτοποριακή χρήση της γλώσσας, το ανεξάντλητο οπλοστάσιο των ιδεών, η υπνωτιστική γραφή το έχουν αναγάγει σε αυτό που λέμε Βίβλο της σύγχρονης λογοτεχνίας. Η έμπνευση του Γκας στην ιστορία του μυθιστορήματος μας φέρνει κοντά σε έναν συγγραφέα που ενώ έχει ολοκληρώσει τη συγγραφή του βιβλίου του «Ενοχή και αθωότητα στην χιτλερική Γερμανία» και ετοιμάζεται να γράψει τον πρόλογο του, τελικά ξεκινά τη συγγραφή ενός άλλου βιβλίου με θέμα την ιστορία του ίδιου του ιστορικού. Ένα βιβλίο με εντελώς προσωπικό και υποκειμενικό περιεχόμενο και χαρακτήρα έρχεται να αντικαταστήσει το πρώτο βιβλίο με την καθαρά αντικειμενική θεώρηση και ταυτότητα, με τις ατράνταχτες αποδείξεις. Τώρα τα πράγματα γίνονται σκοτεινά, θολά, μεταλλασσόμενα, απροσδιόριστα, ψεύτικα και συγκεχυμένα. Ακριβώς όπως το τούνελ που ανοίγει για τη βαθιά προσωπική του βουτιά-κατάδυση στα άδυτα της ψυχής του, στο παρελθόν του, σε καθετί που τρεμοσβήνει στη ζωή του. Με ένα τέτοιο βιβλίο, μεγάλο σε όλα του, όπως όλα δείχνουν, οδεύω στο 2022 και αυτή η αναγνωστική μετάβαση, ακόμα κι αν βρίσκομαι στη σελίδα 257, είναι καθηλωτική και αποκαλυπτική, όπως και η συγγραφή του νέου βιβλίου του κεντρικού και μοναδικού ήρωα αυτού του βιβλίου.

 Δείγμα γραφής  

Όπως συνειδητοποίησα αργότερα, ήταν μια μέρα αφιερωμένη στα δεινά του συμβατικού κύκλου των αισθημάτων μας σχετικά με τη ζωή, αν και το δράμα δεν επρόκειτο να είναι τόσο περίτεχνα σκηνοθετημένο όσο το είχε παρουσιάσει ο Σαίξπηρ, καθώς εκείνος στον γνωστό μονόλογο, ενδιαφερόταν περισσότερο για τον ρόλο και για την θέση, παρά για τη διάθεση και το συναίσθημα∙ ούτε και ξεκινούσε με το βρέφος που κλαψούριζε και ξερνούσε, αλλά με τον ενθουσιώδη και νευρικό νεαρό που ήταν εν μέρει γκρινιάρικο σχολιαρόπαιδο και εν μέρει θλιμμένος εραστής σαν κι εμένα, με πάθος για τη μυστικότητα, την υπεκφυγή και την επιπολαιότητα, χαρακτηριστικά που ταίριαζαν απόλυτα με εκείνων των χαρακτήρων στα μυθιστορήματα της πεντάρας ή στη σελίδα με τα κόμικς∙ αποκλειστικά χάρτινος ήρωας, όμως, γεμάτος φόβο, αλλά και ελπίδα σαν πειραματόζωο, που ταραζόταν εύκολα με το παραμικρό σαν ρηχή λίμνη - γενικά, ένα μείγμα πραγματισμού, ρομαντισμού και απογοήτευσης που θύμιζε πολύ τη λεμονάδα που έφτιαχνα και πωλούσα στο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι μας το καλοκαίρι, κάτω από τα δροσερά μας δέντρα, πέντε σεντς το χάρτινο κυπελάκι, και κάθε κυπελάκι το έπλενα στην εξωτερική βρύση ξανά και ξανά ώσπου το ένιωθες στο χέρι πλαδαρό και τσαλακωμένο σαν τη μέρα.

Ακολουθούσε η έξαψη της λευκής κορυφής, του ζενίθ που έχει καθένας μέσα του, όπως ακριβώς μου την είχαν περιγράψει τα βιβλία ορειβασίας, όπου στεκόσουν και απολάμβανες τον θρίαμβό σου, έστω και για μια στιγμή, δαρμένος από τον παγερό άνεμο, αλλά γεμάτος χαρά για το υψόμετρο που κατόρθωσες να φτάσεις, ζαλισμένος από την ψευδαίσθηση της ελευθερίας και της πτήσης, όταν στην πραγματικότητα πνιγόσουν μέσα στην απόσταση σαν σκνίπα στο φεγγάρι…

…Το Φαίνεσθαι στο Είναι. Ο ηθοποιός κρίνεται, άρα υποκρίνεται, και επομένως είναι, και η Ιστορία δεν μπορεί να κλειστεί στο όνειρο και στην υποκρισία κάθε νύχτας.

Είπα πως είμαι εύκολος στόχος. Μου ήταν εύκολο να το πω αυτό. Όμως δεν είμαι εύκολος. Είμαι ύπουλος. Είμαι γεμάτος δυσκολία, σαν μπλεγμένα μαλλιά. Παραδέχτηκα την κατηγορία και έγραψα την πρόταση ανάλγητα. Δεν θα έπρεπε να τρέμω όταν γράφω τέτοια ψέματα; Ο Τρελός Μεγκ έτρεμε. Γιατί ο Μεγκ ήταν τρελός. Έτρεμε μέχρι που πέθανε. Είχε γίνει λεύκα. Τα πνευμόνια του θρόιζαν στον αέρα σαν φύλλα. Όμως δεν είμαι ο πατέρας του εαυτού μου ώστε να με αγκαλιάσω όταν φοβάμαι και τρέμω. Εδώ που τα λέμε, όταν με πιάνει στο χέρι του ένας τέτοιος κριτής, όπως γίνομαι όταν μου επιτίθεμαι, ευχαριστιόμαστε κι οι δύο. Ως εδώ, λοιπόν. Φτάνει η ειλικρίνεια.

Vladimir Jankelevitch Beatrice Berlowitz «Κάπου στο ανολοκλήρωτο» (μτφρ. Λίζυ Τσιριμώκου, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2021).

Ένα βιβλίο κόσμημα, ένα βιβλίο ποταμός όσον αφορά στον ρυθμό του και την φυσική έκφραση και ροή του στοχασμού ενός σπουδαίου διανοητή που σε συναρπάζει και σε καθηλώνει στις σελίδες του. «Κάπου στο ανολοκλήρωτο» είναι το θαυμάσιο βιβλίο που κυκλοφορεί σε μετάφραση της Λίζυς Τσιριμώκου από τις εκδόσεις «Πόλις» και συμπυκνώνει τις αρχές και τους άξονες της σκέψης ενός σπουδαίου φιλόσοφου και δάσκαλου, γεννημένου στη Γαλλία αλλά γόνου ρωσοεβραϊκής οικογένειας, του Βλαντιμίρ Ζανκελεβίτς μέσα από τις απαντήσεις του στην μαθήτριά του και επίσης φιλόσοφο Μπεατρίς Μπερλοβίτς. Απομαγνητοφωνημένα θραύσματα ενός πυκνού, άρτιου και άκρως συγκροτημένου λόγου όπως φανερώνονται και φωτίζουν μια ευρύτατη θεματική γκάμα: από τον έρωτα, την ειρωνία και το χιούμορ έως την ηθική και την πολιτική με πολλαπλές ενδιάμεσες στάσεις στη μουσική, τη σιωπή, τον αυτοσχεδιασμό, τη φευγαλέα σπίθα, την ανάμνηση, τη νοσταλγία, την αθωότητα, την ανθρώπινη πλήξη. Μια φιλοσοφία ζωής δοσμένη με μια πρωτόγνωρη ποιητική διάσταση. Μια φιλοσοφία του χρόνου που συνομιλεί με τη μουσική και θέτει στην προτεραιότητά της τους τρόπους έκφρασης από έναν φιλόσοφο και συνάμα μουσικό-δεξιοτέχνη πιανίστα, ο οποίος αντιστάθηκε στο κακό πολεμώντας με το έργο του τη ναζιστική θηριωδία και κάθε μορφή «συστήματος».

Δείγμα γραφής

Μια πολύ ανάλαφρη μελαγχολία τυλιγμένη σ΄ ένα πέπλο τρυφερότητας – αυτός είναι ο ορισμός του χιούμορ, εκείνου του χιούμορ που, στον Τσάπλιν, κρύβει μερικές φορές κάποια ψήγματα πίκρας, κι ωστόσο δεν δυσφορεί ποτέ μήτε χλευάζει. Η ευγένεια, η καλοσύνη, η επιείκια φωτίζουν στιγμές στιγμές τη μάσκα του κλόουν: μας κάνουν αισθητή τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο μειδίαμα του χιούμορ και στον μορφασμό της ειρωνείας, ανάμεσα στη χάρη του χιούμορ και στον παγωμένο μορφασμό του σαρκασμού. Αυτή η χάρη είναι ένα άνοιγμα και μια συναίνεση: είναι η γλυκόπικρη χάρη του ανθρώπου που διστάζει ανάμεσα στο γέλιο και στο δάκρυ και συμφιλιώνεται με το σκληρό πεπρωμένο. Στο τέλος των ταινιών του, βλέπουμε συχνά τον «Σαρλό» να απομακρύνεται στον δρόμο και τελικά να εξαφανίζεται προς το βάθος του μακρινού ορίζοντα∙ η σιλουέτα του, ιδωμένη από πίσω, το πηδηχτό βάδισμά του, η τρυφερή αδεξιότητά του μας δημιουργούν την επιθυμία να χαμογελάσουμε και συνάμα να κλάψουμε. Πού πάει αυτός ο πλανόβιος; Δεν είναι ο ένδοξος βηματισμός κάποιου που, βέβαιος για το Credo του, πάει

…Στο θείο και καθάριο μέλλον, στην αρετή,

Στην επιστήμη που βλέπουμε να λάμπει,

Στον θάνατο της μάστιγας, στην πλέρια λήθη,

Στην αφθονία, στην ηρεμία, στο γέλιο, στον ευτυχή τον άνθρωπο…

Στο δίκαιο, στον λογισμό, στην αδελφοσύνη…κ.λπ.

Είναι μάλλον το βάδισμα κάποιου που δεν πάει πουθενά και που, εν πάση περιπτώσει, πάει κάπου παραπέρα∙ το βάδισμα κάποιου που δεν ξέρει πού πάει. Μήπως, κατά το παράδειγμα του σαλού στον Μπορίς Γκοντουνόφ, πάει σε λίγο να καθήσει στον κορμό ενός δέντρου ν΄ αρχίσει να λικνίζεται κλαίγοντας και τραγουδώντας; Μήπως σαν τον Εβραίο της Ουκρανίας, πάει στο Κίεβο, όπου δεν έχει τίποτα να κάνει; Απλώς πάει, δίχως να πηγαίνει εδώ ή εκεί. Πιθανόν πάει να προϋπαντήσει μια νέα ελπίδα, που θα την ακολουθήσουν νέες ψευδαισθήσεις, πάει προς ένα απέραντο αλλού. Η περιπέτεια που η ταινία μάς αφηγήθηκε δεν καταλήγει με την αποθέωση του ιδεώδους και την παγκόσμια αρμονία∙ μας αφήνει στην άκρη του δρόμου, μας αφήνει, σύμφωνα με την ωραία έκφραση του Ρίλκε, κάπου στο ανολοκλήρωτο.

Χέρμαν Μέλβιλ «Ο μεγάλος απατεώνας» (μτφρ. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2021)

Από τις σπάνιες αναγνωστικές απολαύσεις είναι αυτή που βυθίζεσαι στις 480 σελίδες του σπουδαίου αυτού μυθιστορήματος του συγγραφέα του εμβληματικού «Μόμπι Ντικ ή Η φάλαινα». Όλα συμβαίνουν ή φαίνεται να συμβαίνουν εν πλω, στο ατμόπλοιο «Φιντέλ». Η εξαπάτηση και η τέχνη της σε ένα μεγαλειώδες μυθιστόρημα δια χειρός ενός από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 19ου αιώνα. Μια διαβρωτική σάτιρα της κοινωνίας, που γράφτηκε μεταξύ 1855 και 1856, λίγο πριν την έκρηξη του αμερικανικού εμφύλιου πολέμου (και αυτό έχει τη σημασία του) αλλά απηχεί με τόσο συνταρακτικά αληθινό τρόπο την «πίστη» των ημερών μας. Τα διαδοχικά πολλαπλά προσωπεία  που αλλάζει ο ήρωας κατά τη διάρκεια του θαλάσσιου ταξιδιού συγκρούονται μεταξύ τους και τελικά διαμορφώνουν τον εκφραστή του κακού, που ταυτίζεται με τον συγγραφέα. Στο αριστουργηματικό και ιδιαίτερα προχωρημένο για την εποχή του αυτό βιβλίο, ο Χέρμαν Μέλβιλ δυναμιτίζει τις αρχές και τις αξίες του καλού, του κακού, της αλήθειας, του ψεύδους, της συνέπειας και της απάτης επανακαθορίζοντας τα περιεχόμενα και τα όριά τους.

 Δείγμα γραφής

«Αυτό μου αρέσει πιο πολύ» είπε ο νεαρός, τραβώντας επίτηδες τις λέξεις. «Στο μυαλό μου αυτές οι ζοφερές ψυχές δεν αξίζουν καθόλου περισσότερο από τον πρώτο τυχόντα. Να κάθομαι στον καναπέ μου μετά από ένα δείπνο με σαμπάνια, να καπνίζω το πούρο μου από τις φυτείες και τότε ένας τέτοιος ζοφερός τύπος να έρθει κοντά μου – τι βαρεμάρα!»

«Θα του πείτε ότι όλα αυτά που λέει δεν είναι παρά ψέματα, ε;»

«Θα του πω ότι δεν είναι φυσιολογικό. Θα του πω, είσαι αρκετά ευτυχισμένος και το ξέρεις∙ και ο οποιοσδήποτε άλλος είναι ευτυχισμένος όπως κι εσύ, και αυτό επίσης το γνωρίζεις∙ και θα είμαστε όλοι ευτυχισμένοι, όταν πια δεν θα υπάρχουμε, και αυτό το ξέρεις επίσης∙ αλλά όχι, εσύ, εκεί, πρέπει να επιμένεις στη μελαγχολία σου».

«Και ξέρετε από πού πηγάζει η μελαγχολία αυτών των ανθρώπων;» Όχι από τη ζωή – γιατί πολύ συχνά πρόκειται για μονόχνοτους ερημίτες, ή, σε άλλη περίπτωση, για πολύ νέους που δεν έχουν δει τίποτε ακόμα στη ζωή τους. ‘Όχι, η μελαγχολία ενός τέτοιου ανθρώπου πηγάζει από τα παλιά έργα που παρακολουθεί στο θέατρο ή από τα παλιά βιβλία που βρίσκει στη σοφίτα του. Στοίχημα δέκα προς ένα, θα έχει κουβαλήσει από κάποια δημοπρασία και κανέναν απαρχαιωμένο Σενέκα στο σπίτι του και θα μπουκώνεται με το μπαγιάτικο σανό του∙ κι ύστερα πιστεύει ότι έτσι δείχνει σοφός και ξεκινάει να κρώζει σαν αρχαίος προφήτης, νομίζοντας πως υπερέχει απ΄ τους ομοίους του».

«Έτσι ακριβώς» συμφώνησε ο νεαρός. «Έχω ζήσει λίγο κι έχω δει κάμποσους από αυτούς τους προφήτες από δεύτερο χέρι. Παρεμπιπτόντως, περίεργο που εκείνος ο άνθρωπος με το πένθος που ψάχνατε με πέρασε για αγαθό υπερευαίσθητο μόνο και μόνο γιατί ήμουν σιωπηλός, και σκέφτηκα, επειδή είχα ένα αντίτυπο του Τάκιτου μαζί μου, ότι τον διάβαζα για τη ζοφερότητά του και όχι για τα κουτσομπολιά του. Τον άφησα όμως να μιλάει. Και, πράγματι, με τον τρόπο μου πήγα λίγο με τα νερά του».

Γιούντιτ Σαλάνσκυ «Κατάλογος απολεσθέντων» (μτφρ. Γιάννης Καλλιφατίδης, εκδ. Αντίποδες, Αθήνα 2021)

Μια εξαιρετικά πρωτότυπη ιδέα υλοποιείται με υποδειγματικό τρόπο μέσω μιας ιδιοσυγκρασιακής αφήγησης που αποτυπώνει η 41χρονη γεννημένη στη πρώην Ανατολική Γερμανία Σαλάνσκι. Τι κάνει η συγγραφέας; Αναφέρεται σε αντικείμενα και ανθρώπους που έχουν χαθεί και έχουν ξεχαστεί αλλά μπορούν να ενεργοποιηθούν και να συνδεθούν μεταξύ τους και με το σήμερα με έναν αδιόρατο τρόπο. Πρόκειται για πράγματα και πρόσωπα που πλέον έχουν χαθεί και μέσω της εμπειρίας της απώλειας δημιουργούν τον πολιτισμό μας. Τα χαμένα που αποκτούν μυθική διάσταση. Η Σαλάνσκυ με την ξεχωριστή αφηγηματική δεξιοτεχνία της συνθέτει το μωσαϊκό ενώνοντας τα χαμένα του πολιτισμού και δημιουργώντας τις αρθρώσεις και τους συνδέσμους για μια ολική μνήμη. Αυτό που λείπει είναι και αυτό  που θα μας έδινε τον τρόπο να θυμηθούμε και να λύσουμε θέματα μας μέσα από το όχημα της φαντασίας και του ονείρου πάντα. Ένα αρχείο αποθήκευσης ωστόσο δεν μπορεί να σώσει τα πάντα και για αυτό υπάρχει η επιλογή, το κριτήριο, το ένστικτο που μας φέρνει κοντά σε συγκεκριμένες απώλειες, ακόμα κι αν μας κάνουν να γελάμε ή να τρομάζουμε και πάντα να θέλουμε να τις κρατάμε σωσμένες, ακόμα και κρυμμένες. Η Σαλάνσκυ σώζει μια τίγρη της Κασπίας, έναν πίνακα του ζωγράφου Κασπάρ Νταβίντ Φρίντριχ, τη Σαπφώ με τη φαντασίωση της γυναικείας σεξουαλικότητας, μια σπάνια ταινία βωβού κινηματογράφου του Μουρνάου κα που τα βάζει στη σειρά συναρμολογώντας τον πολιτισμό και το σπουδαίο αυτό μυθιστόρημα.

Δείγμα γραφής:

Γνωρίζουμε ότι η αποσιώπηση, η διακοπή της ροής του λόγου, είναι ένα ρητορικό σχήμα με το οποίο φαίνεται να καταπιάστηκε και ο ψευδο-Λογγίνος στο τελευταίο μέρος της πραγματείας του «Περί ύψους», το οποίο χάθηκε πέφτοντας θύμα της αμέλειας που επέδειξαν κάποιοι βιβλιοθηκονόμοι και βιβλιοδέτες. Όποιος παύει να μιλά, όποιος αρχίζει να κομπιάζει και να τραυλίζει ή καταφεύγει στη σιωπή, έχει κατακλυστεί από συναισθήματα τόσο έντονα που αναπόφευκτα χάνει τα λόγια του. Τα αποσιωπητικά ανοίγουν σε κάθε κείμενο τις πύλες που οδηγούν στο απέραντο και ακαθόριστο βασίλειο των συναισθημάτων τα οποία δεν μπορούν να εκφραστούν με το λόγο ή καταθέτουν τα όπλα μπροστά στα διαθέσιμα λόγια.

…αγάπη μου…

Γνωρίζουμε ότι οι επιστολές της Έμιλυ Ντίκινσον στη Σούζαν Γκίλμπερτ, φίλη της και κατοπινή νύφη της, περιείχαν μια σειρά από φλογερά αποσπάσματα που αφαιρέθηκαν πριν από τη δημοσίευση της αλληλογραφίας, από τη Μάρθα, την ανιψιά της και θυγατέρα της Γκίλμπερτ, χωρίς μάλιστα να επισημανθούν οι περικοπές. Σε μια από τις λογοκριμένες φράσεις της 11ης Ιουνίου του 1852 διαβάζουμε τα εξής: «Αν ήσουν εδώ, και μακάρι να ήσουν εδώ, καλή μου Σούζυ, δεν θα χρειαζόταν να ανταλλάξουμε λόγια∙ θα ψιθύριζαν τα μάτια μας, και με το χέρι σου σφιχτά στο δικό μου δεν θα χρειαζόμασταν τη γλώσσα».

Η χωρίς λόγια τυφλή κατανόηση αποτελεί σταθερό τόπο της ερωτικής λυρικής ποίησης, εξίσου με την επίκληση του άμετρου συναισθήματος με τα λόγια. Ακόμα και σε αποσπασματική μορφή, τα λόγια της Σαπφούς είναι τόσο μονοσήμαντα και σαφή, όσο μονάχα τα λόγια ξέρουν να είναι. Γραμμένα με σύνεση και με πάθος σε μια νεκρή γλώσσα που χρειάζεται πρώτα να ζωντανέψει μέσα από κάθε μετάφραση, μιλούν για μια υπερκόσμια δύναμη που ακόμα και ύστερα από είκοσι έξι αιώνες δεν έχει χάσει τίποτε από τη βίαιη ισχύ της – κοντολογίς, για την ξαφνική, εξίσου θαυμαστή και ανελέητη μεταμόρφωση ενός ανθρώπου σε αντικείμενο του πόθου, που μας αφήνει ενεούς και ανυπεράσπιστους και μας σπρώχνει να εγκαταλείψουμε γονείς, συζύγους, ακόμα και παιδιά.

Ο έρωτας πάλι τα μέλη μου λύνει και με δονεί,

γλυκόπικρο, αμάχητο ερπετό.

Λερντ Χαντ «Neverhome» (μτφρ. Χρήστος Οικονόμου, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2021)

Το συναίσθημα της κεντρικής ηρωίδας, της Κόνστανς Τόμπσον που αφήνει τον αγαπημένο της Βαρθολομαίο στον Νότο της Αμερικής και προκειμένου να πολεμήσει στον στρατό των Βορείων στο πλαίσιο του Αμερικανικού Εμφύλιου, μεταμφιέζεται σε άντρα, αναβλύζει μέσα από τα αιματοβαμμένα πεδία των μαχών όπου ψυχορραγούν ανθρώπινα πτώματα, μέσα στις διαδρομές του νόστου και της ζωντανής της αγάπης για τον αγαπημένο της και την πατρίδα της, μέσα από τη διάρρηξη των ορίων ζωής και θανάτου. Η βία, η αγριότητα, το κακό, η τρέλα γίνονται όψεις μιας απαθούς πραγματικότητας για την ηρωίδα που παρότι πατά στο υγρό, μουσκεμένο με αίμα και μπαρουτοκαπνισμένο τέλμα του πολέμου το οποίο «καταπίνει» αδελφούς, κρατά το βλέμμα ψηλά με κατεύθυνση τον μακρινό ομιχλώδη ορίζοντα της πατρίδας. Το «Neverhome» είναι ένα κακό όνειρο, ένας εφιάλτης που πετάγεσαι ασθμαίνοντας από το κρεβάτι σου, αλλά όταν πεταχτείς τίποτα δεν θα είναι όπως πριν. Ποιος είπε ότι ένας άντρας δεν μπορεί να γράψει υποδειγματικά μια ιστορία μιας γυναίκας; Μια ιστορία ζωής μιας γυναίκας-πολεμιστή. Ο Λερντ Χαντ από τη Σιγκαπούρη σε μαγεύει με την σπάνια ποιητική του γραφή με την οποία αποκρυσταλλώνει εκφραστικά τη βαθιά κατανόησή του στο άλλο. Ακριβώς όπως κάνει η ηρωίδα του από την άλλη μεριά. Από την μια μεριά πρόκειται για ένα μυθιστόρημα για την ετερότητα, μέσα από τα μάτια μιας γυναίκας που κοιτά κατάματα τον κόσμο των αντρών. Από την άλλη πρόκειται για ένα αποκαλυπτικό μυθιστόρημα μέσα από τα μάτια και την σπαρακτική πένα ενός άντρα συγγραφέα που κοιτά κατάματα την γυναίκα ηρωίδα του που φόρεσε το αντρικό κοστούμι και σώμα κρατώντας την καρδιά της αλώβητη. Αυτό το δίπολο «γυναίκα-πολεμιστής» είναι που χαράσσει ανεξίτηλα το σπουδαίο αυτό μυθιστόρημα και αυτή η διαρκής αντιστροφή και υπονόμευση των ρόλων είναι που δυναμώνει την σπίθα της αγάπης μέσα στη θηριωδία και το χάος του πολέμου. Κάπως έτσι φαντάζομαι μπορούμε να συλλάβουμε ουσιαστικά και όχι απλώς θεματικά αυτή «την ανατρεπτική εκδοχή του ομηρικού έπους, όπου οι ρόλοι της Πηνελόπης και του Οδυσσέα αντιστρέφονται», όπως αναφέρεται στο συνοπτικό σημείωμα στο οπισθόφυλλο της έκδοσης.

Δείγμα γραφής

Δεν ξέρω αν ο Βαρθολομαίος δεχόταν επισκέπτες στα όνειρά του ή αν κάθισε μια νύχτα έξω από το παράθυρό μας και άκουσε τη μητέρα μου να κόβει και να ράβει ιστορίες, ωστόσο υπήρξαν στιγμές, όταν εγκατέλειψα πια τον εξεγερμένο Νότο και πήρα τον μακρύ δρόμο της επιστροφής για το αγρόκτημά μας στην Ιντιάνα, που νόμιζα ότι είχα βγει από μια ιστορία για να μπω σε κάποια άλλη. Στην άλλη ιστορία, αυτή που βρισκόμουν τώρα, ο άγγελος του θανάτου δεν είχε ξεδιπλώσει τις φτερούγες του για να σβήσει τ΄ αστέρια και να στείλει όπλα και ανθρώπους να ουρλιάζουν μαζί στη φοβερή του νύχτα που δεν είχε τέλος. Εδώ που περπατούσα τώρα, δεν υπήρχαν χωράφια στρωμένα με σωρούς από φρέσκα πτώματα που βούλιαζες μέσα τους μέχρι το γόνατο, ούτε αγόρια που τα είχαν τσιμπήσει μέλισσες και φορούσαν στολή γκρι ή μπλε ή όποιο άλλο χρώμα έβλεπες στο πεδίο της μάχης, δεν υπήρχαν πόλεις ολόκληρες παραδομένες στην τρέλα, ούτε ζεματιστά κανόνια ή σκυλιά που τα είχαν δείρει μέχρι θανάτου με καρδάρες. Όχι, εδώ ήταν μια εποχή γεμάτη λουλούδια και χωράφια οργωμένα με άροτρο και παχιές αγελάδες που έβοσκαν στο χορτάρι. Τα πουλιά βούταγαν από τα δέντρα και ζωντάνευαν τα κλαδιά με το κελάηδημά τους. Από την απόπειρα του Λι στην Πενσιλβάνια είχαν απομείνει μόνο κόκκαλα θαμμένα για πάντα στους αγρούς. Οι μπουγάδες κρέμονταν απαλά στα σχοινιά. Πάνω στο ράφι του τζακιού, τα ρολόγια, με ένα δυνατό τικ-τακ, έδειχναν πάνω-κάτω τη σωστή ώρα.

Βισουάβα Σιμπόρσκα «Η ζωή εδώ και τώρα» (μτφρ. Μπεάτα Ζουλκίεβιτς, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2021)

Ένα βιβλίο-θησαυρός όπου η ποιητική τέχνη φανερώνεται με τον πιο υψηλό τρόπο. Η συγκλονιστική ποιητική φωνή της Σιμπόρσκα ακούγεται ηχηρά μέσα στους διαπεραστικούς εκφραστικούς ψιθύρους της. Από την πρώτη ποιητική της συλλογή το 1952 με τίτλο «Γι΄ αυτό ζούμε» μέχρι την ποιητική της συλλογή «Αρκετά» που κυκλοφόρησε αμέσως μετά τον θάνατό της, η ανθρωποκεντρική ποίηση της Πολωνής νομπελίστας δονείται από μια στέρεα και βαθιά φιλοσοφική πνοή, από έναν σπάνιο στοχασμό στις μεγάλες συναντήσεις του ανθρώπου: διαπροσωπικές σκέψεις, ηθικές ευθύνες, παρελθόν, μνήμη, θάνατος, φύση του κόσμου, ύπαρξη, χρόνος, φθορά, σχέση με τους νεκρούς και την πεζή καθημερινότητα. Η Σιμπόρσκα χρησιμοποιεί τις λέξεις με εξαιρετική εκφραστική λιτότητα και οικονομία καταφέρνοντας πραγματικούς άθλους στο συναισθηματικό μας πεδίο. Αισθήσεις, αισθήματα, ερωτισμός, έρωτας, αγάπη, οικειότητα οπλίζονται με ανεπανάληπτο τρόπο και χρωματίζουν όλες τις λεπτές διακυμάνσεις των ανθρώπινων σχέσεων. Τα ποιήματά της ξετυλίγονται με λυρισμό, φινέτσα, συμβολισμό, μεταφορές, αντιθέσεις, δόσεις ειρωνείας, πολιτική ανυπότακτη ματιά στα επίκαιρα γεγονότα της πατρίδας της και λεπτό και ιδιότυπο χιούμορ. Ακριβώς γιατί ο κόσμος και η ζωή δεν είναι μόνο τραγικοί, είναι και κωμικοί, ο κόσμος στην απεραντοσύνη του και η ζωή στην καθημερινότητά της.

Δείγμα γραφής

Προς την καρδιά μου, την Κυριακή

Σ΄ ευχαριστώ, καρδιά μου,

που δεν χασομεράς, που νυχθημερόν κοπιάζεις,

χωρίς κολακείες, χωρίς ανταμοιβή,

από έμφυτη φιλοπονία.

Έχεις εβδομήντα συνεισφορές το λεπτό.

Κάθε συστολή σου

μοιάζει με σπρώξιμο βάρκας

στην ανοιχτή τη θάλασσα,

σε ταξίδι στο γύρο του κόσμου.

Σ΄ ευχαριστώ, καρδιά μου,

που κατ΄ επανάληψη

με αποσπάς από το σύνολο,

ακόμη και στον ύπνο μου ξεχωριστή.

Με φροντίζεις στ΄ όνειρό μου να μη φτεροκοπήσω

σε πτήση

που δε χρειάζεται πλέον φτερά

Σ΄ ευχαριστώ, καρδιά μου,

που πάλι έχω ξυπνήσει

και μολονότι είναι Κυριακή, 25 Ιουλίου 2021 ημέρα ανάπαυσης,

κάτω από τα πλευρά μου

διαρκεί η προ των εορτών συνηθισμένη κίνηση.

Lucia Berlin  «Βράδυ στον Παράδεισο» (μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Στερέωμα, Αθήνα 2021).

Όταν διάβασα πριν τρία χρόνια τη συγκλονιστική συλλογή διηγημάτων της «Οδηγίες για οικιακούς βοηθούς», που είχε κυκλοφορήσει και πάλι από τις εκδόσεις Στερέωμα, βρισκόμουν ενώπιον μιας συγκλονιστικής αποκάλυψης. Η Lucia Berlin ερχόταν να προστεθεί στην αφρόκρεμα αγαπημένων μου διηγηματογράφων, εκεί που κατοικούσε ο Raymond Carver, δίνοντας στη μικρή φόρμα πρωτόγνωρες διαστάσεις και κάνοντάς τη εστία μιας αιχμηρής αλλά βαθιά ανθρώπινης λογοτεχνίας. Η ρεαλιστική και συνάμα βαθιά συναισθηματική γραφή της Αμερικανίδας διηγηματογράφου Lucia Berlin αποκρυσταλλώνει, μέσα από τα είκοσι δύο διηγήματα αυτής της δεύτερης συλλογής της που διαδραματίζονται στους τόπους που έζησε (Νέα Υόρκη, Χιλή, Τέξας, Μεξικό), τη μοναξιά, την πλήξη, την θλιβερή καθημερινότητα αλλά και όψεις μιας μποέμικης ζωής. Πίσω από τη μονοτονία, την σκληρότητα, τον σαρκασμό, την πραγματικότητα, αναδεύεται διαρκώς ένα τρυφερό άγγιγμα, μια αχτίδα φωτός που αχνοφέγγει, ένα χαμόγελο που παίρνει τη ζωή στα αστεία. Η ματιά της Berlin που συχνά βασίζεται σε προσωπικά βιώματα πέφτει πάνω στα μικρά, αποσπασματικά στιγμιότυπα της ζωής μας που ωστόσο λαμπυρίζουν άλλοτε με ιριδισμούς ομορφιάς άλλοτε με προκλητικές αποστροφές, πάντα υπό το πρίσμα ενός υπαρξιακού φωτός που αφήνει μισάνοιχτο ένα παράθυρο ελπίδας.

Δείγμα γραφής

Ίσως να είμαστε όλοι παγιδευμένοι μέσα σ΄ έναν μικρόκοσμο. Τι καταγέλαστη λέξη για να χαρακτηρίσεις τον Λούβρο. Ίσως να είμαστε όλοι κομμάτια μιας παράστασης που κάποτε τοποθετήθηκε στοργικά στον τάφο ενός νεκρού, μαζί με τα κοσμήματα και τους σκλάβους του, όλοι εμείς ταριχευμένοι αλλά κινούμενοι επιδέξια πάνω κάτων περνώντας από όλα αυτά τα έργα τέχνης που οι δημιουργοί τους έχουν πεθάνει προ πολλού. Περνώντας από τον Ρέμπραντ και τον Σύρτη του Φραγκονάρ: οι καημένοι οι εραστές του έχουν επίσης πεθάνει εδώ και αιώνες. Πιθανόν να ήταν απλώς μοντέλα, που έπρεπε να βγάλουν το μεροκάματό τους στημένοι επί ώρες και μέρες σε αυτή την άβολη στάση. Έτσι κολλημένοι στους αιώνες των αιώνων! Δεν είχα ιδέα που θα με οδηγούσε η σκάλα. Α, ωραία, Ετρούσκοι. Το γεγονός ότι κανένας δεν μου μιλούσε, ούτε καν με κοιτούσε, ενίσχυε την ψευδαίσθηση ότι ήμασταν όλοι ηθοποιοί για μια αιωνιότητα σε αυτή την αναπαράσταση Αθανασίας, οπότε τους αγνόησα κι αυτούς καθώς έπαιρνα τυχαία στροφές και τυχαία ανεβοκατέβαινα σκάλες, ώσπου βυθίστηκα σε μια σχεδόν υπνωτιστική έκσταση, λες και είχα γίνει ένα με τη θεά Άθωρ, με την Οδαλίσκη.

Τελικά ανάγκασα τον εαυτό μου να αποχωρήσει∙ έφαγα στρείδια και πατέ στο «Apollinaire» κι έπεσα στο κρεβάτι όπου κοιμήθηκα χωρίς να διαβάσω ή να σκεφτώ. Ξαναπήγα τρεις τέσσερις φορές ακόμα στον Λούβρο και κάθε φορά ανακάλυπτα καινούργια γλυπτά, ταπισερί ή κοσμήματα, αλλά παράλληλα έχανα τον εαυτό μου, ώσπου ένιωσα σαν να είχα αποδράσει από τον χρόνο.

Μίρτσεα Καρταρέσκου  «Νοσταλγία» (μτφρ. Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2021)

Ένα θαυμαστό δείγμα μυθιστορηματικής γραφής που δονείται από πάθος, αφηγηματική πρωτοτυπία και αρτιότητα, λυρισμό, ονειρική ατμόσφαιρα, μαγικό ρεαλισμό, φιλοσοφική σκέψη, σουρεαλιστικές μεταμορφώσεις, αστείρευτες δημιουργικές πηγές ειρωνείας κατορθώνοντας ένα κορυφαίο λογοτεχνικό επίτευγμα των σύγχρονων ρουμανικών γραμμάτων.

Ο Μίρτσεα Καρταρέσκου μάς παρουσιάζει πέντε νουβέλες που έγραψε στα 30 του μεταξύ 1983 και 1985 και σηματοδοτούν το πέρασμά του από την ποίηση – χώρο που έχει εκλεκτές επιδόσεις – στο μυθιστόρημα. Η ποίηση άλλωστε είναι πανταχού παρούσα στις νουβέλες αυτές που επικοινωνούν με σαφείς διαύλους και έχουν ως αταλάντευτη βάση τη συνάντηση μνήμης και ονείρου. Στον «Ρουλετίστα» ο ήρωας επιτυγχάνει και πλουτίζει σε «θανατερά» τυχερά στοιχήματα ρώσικης ρουλέτας παραπέμποντας μέσω της παρέμβασης του συγγραφέα στον λογοτεχνικό χαρακτήρα που δεν πρόκειται ποτέ να πεθάνει. Στον «Λοξοπάλαβο» η είσοδος του παιδιού του τίτλου με τις απίστευτες παραδοξολογίες του σε μια παρέα  παιδιών έχει πολλαπλές απηχήσεις οι οποίες εξαλείφονται όταν ξυπνήσει σεξουαλικά και γίνει στόχος των θαυμαστών του. Στους «Δίδυμους» η βαθμιαία μεταμόρφωση ενός άντρα σε γυναίκα δίνει την απεριόριστη προοπτική της νεανικής οργής μέσα από μια εκπληκτική αξιοποίηση φαντασιακών καταστάσεων και αναφορών σε λογοτεχνικά αριστουργήματα του είδους. Στο «PEM», την πιο δυνατή κατά τη γνώμη μου νουβέλα, η ιστορία μιας ώριμης γυναίκας που ερωτεύεται έναν φοιτητή στο Βουκουρέστι μετατρέπεται σε θαυμαστή περίπτωση μαγικού ρεαλισμού. Τέλος στον «Αρχιτέκτονα» η εμμονή ενός αρχιτέκτονα με τον ήχο της κόρνας ενός αυτοκινήτου οδηγεί στη γνώση της ιστορίας της μουσικής αλλά και στην αλλόκοτη μεγέθυνση του ίδιου.

Δείγμα γραφής

Χθες το βράδυ την είδα σε όνειρο. Ήμουν στο σπίτι της στο μεγάλο χολ όπου ανοίγουν όλα τα δωμάτια. Δεν νομίζω να υπήρχε κανείς άλλος μέσα εκεί και στον χώρο έπλεε ένας σκούρος κόκκινος αέρας, ένα δειλινό καταλυτικής μελαγχολίας. Στον τοίχο, μια θεόρατη πόρτα, τουλάχιστον πέντε μέτρα ύψος, σε άλικο χρώμα και φουσκωμένη από τον χρόνο. Εγώ καθόμουν στο περβάζι ενός παραθύρου και κοιτούσα τον δρόμο περιμένοντας την Τζίνα, η οποία αργούσε. Έξω επικρατούσε παρόμοια μελαγχολία: ο ίδιος κόκκινος αέρας που τον διαπερνούσαν τα τραμ, σαν σε ομίχλη. Η ξεφλουδισμένη πόρτα μού είχε γίνει έμμονη ιδέα. Όταν κατάλαβα πως η Τζίνα δεν θα ερχόταν πια, έφυγα για το σπίτι μου. Έφτασα, ξεκλείδωσα και έμεινα έκπληκτος: βρισκόμουν στο ίδιο χολ και στον απέναντι τοίχο ζωγραφιζόταν η ίδια πελώρια άλικη πόρτα από φθαρμένο ξύλο.

Επιτηρούσα προσεκτικά τα συναισθήματά μου: χαιρόμουν και υπέφερα την ίδια στιγμή όταν διαπίστωνα ότι το πάθος μου για την Τζίνα είχε μειωθεί κάπως. Τα πρωινά ήθελα να εξακολουθώ να την αγαπάω, ξεχνούσα τη στάση της και είχα κατά νου μόνο την εικόνα της στις καλές μας στιγμές. Αλλά τα βράδια, υπό την επήρεια της σωματικής οδύνης, τρελαμένος από το γοργό καρδιοχτύπι και τον έντονο πόνο που περιόριζε τη συνείδησή μου, σκεφτόμουν πως καλύτερα να μην την είχα γνωρίσει ποτέ. Επιθυμούσα τον θάνατό της, την οριστική εξαφάνισή της από τον εγκέφαλό μου. Ωστόσο ακόμη και η ιδέα αυτή με πονούσε – γιατί δεν φανταζόμουν πώς θα μπορούσα να επιβιώσω χωρίς να τη συλλογίζομαι καν. Περίμενα την επανέναρξη των μαθημάτων με την αναπόφευκτη συνάντησή μας και αναρωτιόμουν τι είχε γίνει επιτέλους. Επειδή τη νύχτα δεν μπορούσα να κοιμηθώ, πήγαινα στο παράθυρο, τραβούσα την κουρτίνα και, ατενίζοντας το φεγγάρι στον καθαρό ουρανό, αναλογιζόμουν ξανά και ξανά τη συνάντησή μας.

Arno Schmidt  «Μαύροι καθρέφτες» (μτφρ. Γιάννης Κοιλής, εκδ. Κίχλη, Αθήνα 2021)

Γραμμένο σε μια καθοριστική καμπή της αθωότητας, το 1951 λίγο μετά τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, το εξαιρετικό αυτό μυθιστόρημα ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σύγχρονης γερμανικής λογοτεχνίας, μας μεταφέρει σε μια άλλη μεταιχμιακή φανταστική περίοδο, αυτή λίγο μετά το τέλος του Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου συνδυάζοντας στοιχεία και αναφορές από επιστημονική φαντασία, κοινωνικό και ψυχολογικό μυθιστόρημα δοσμένα με έναν ιλιγγιώδη, συναρπαστικό, παραληρηματικό, κατακερματισμένο, σχεδόν εξπρεσιονιστικό αλλά άκρως πρωτότυπο τρόπο που δεν υποκύπτει σε λογοτεχνικές ταμπέλες. Ο κεντρικός ήρωας και αφηγητής, ένας μισάνθρωπος που ταξιδεύει με το ποδήλατό του στην Κάτω Σαξωνία, δίνει την εικόνα της ηθικής παρακμής και τα ερείπια-υπολείμματα του πολιτισμού ενός κόσμου χωρίς ανθρώπους μετά την καταστροφή. Μόνα του εφόδια στην προσπάθειά του να στήσει τη νέα καθημερινότητά του είναι τα διδάγματα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού που αποτελούν έναν σταθερό τόπο και μια σύνδεση με το παρελθόν μέσα σε ένα παρόν που πρέπει πάση θυσία να ξεχαστεί, και οι αρχές του Διαφωτισμού. Ακόμα και η προσπάθειά του να ερωτευτεί μια γυναίκα που έχει σωθεί από την ολική καταστροφή μέσα στη γενικότερη προσπάθειά του να ξαναοργανώσει τη ζωή του, προσκρούει στην τραγικότητα και στη ρευστή κατάσταση των ημερών που διαβρώνει τα πάντα. Ο Schmidt με ένα απαράμιλλο λογοτεχνικό ύφος, πολλές παραβιάσεις και με έντονη την παρουσία του χιούμορ και της ειρωνείας άφησε ως παρακαταθήκη ένα σπάνιο έργο άκρως διαχρονικό, που φαντάζει εξαιρετικά επίκαιρο στις μέρες μας. Και μέσα στη ζοφερή βάση του θέματος και του φιλοσοφικού στοχασμού του, το κάνει με μια παλλόμενη ποιητική φλέβα που σε καθηλώνει.

Δείγμα γραφής

Μια μηχανή, ένα απλό εργαλείο, καταδικασμένο να το χρησιμοποιούν ή να το κακοποιούν ξένα χέρια∙ ένα δεμάτι άχυρα, που από στιγμή σε στιγμή θα μπορούσε μια σπίθα να το τυλίξει στις φλόγες∙ ένα πούπουλο, που κάθε αεράκι μπορεί να το παρασύρει σε άλλη κατεύθυνση – ποτέ όλα αυτά, όσο υπάρχει ο κόσμος, δεν θεωρήθηκαν εικόνες άξιες για να χαρακτηρίσουμε τη δραστηριότητα ενός λογικού όντος: ανέκαθεν χρησιμοποιούνται, όμως, για να εκφραστεί ο τρόπος με τον οποίο προτιμούν να κινούνται ή να ενεργούν οι άνθρωποι, ιδίως όταν συναθροίζονται σε μεγάλες μάζες. Δεν είναι συνήθως μόνο ο πόθος ή η απέχθεια, ο φόβος ή η ελπίδα – υποδαυλισμένα από την ηδυπάθεια και τη φαντασία – ο κινητήριος μοχλός όλων εκείνων των καθημερινών πράξεων που δεν αποτελούν προϊόν κάποιας ενστικτώδους συνήθειας: αλλά στις περισσότερες και σημαντικότερες περιπτώσεις – προπαντός όταν διακυβεύεται η ευτυχία ή η δυστυχία μιας ολόκληρης ζωής, η ευμάρεια ή η μιζέρια ενός ολόκληρου λαού: πόσο μάλλον όταν πρόκειται για το καλό ολόκληρου του ανθρώπινου γένους – είναι τα αλλότρια πάθη ή οι προκαταλήψεις, είναι οι πιέσεις ή οι σπρωξιές λίγων μεμονωμένων χεριών, η κοινή γλώσσα ενός και μόνο λογοκόπου, η άγρια φλόγα ενός και μόνο φαντασιόπληκτου, ο υποκριτικός ζήλος ενός και μόνο ψευδοπροφήτη, το κάλεσμα ενός και μόνο απόκοτου που θέτει τον εαυτό του στην κορυφή – αυτά είναι που κινητοποιούν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους για πράγματα των οποίων δεν μπορούν να διακρίνουν μήτε την ορθότητα μήτε τις συνέπειες: με ποιο δικαίωμα ένα τόσο παράλογο γένος πλασμάτων να  θέλει..» (ας πάρω μια ανάσα).

Μάριο Αντρέα Ριγκόνι  «Η σκοτεινή όψη των πραγμάτων» (μτφρ. Μαρία Φραγκούλη, εκδ. Loggia, Αθήνα 2021)

Αυτή η χρονιά που κυκλοφόρησε η συλλογή των διηγημάτων του Ριγκόνι ήταν αυτή που ο συγγραφέας έφυγε από κοντά μας σε ηλικία 73 ετών. Έφυγε όμως προλαβαίνοντας να κρατήσει στα χέρια του και να δει αυτό το εξαίσιο δείγμα συγγραφικού ύφους σε ελληνική έκδοση. Πολυδιάστατη προσωπικότητα ο Ριγκόνι, αφού συγκέντρωνε τις ιδιότητες του μεταφραστή, του δοκιμιογράφου, του καθηγητή φιλολογίας, του δεινού μελετητή, του ποιητή και του διηγηματογράφου. Μα αυτή του την τελευταία ιδιότητα μας συστήθηκε εδώ αφήνοντας ένα πολύ έντονο ίχνος που χαρακτηρίζεται από υψηλή αισθητική, η οποία ωστόσο δεν εγκλωβίζεται σε ακαδημαϊσμούς και δυσνόητες λογοτεχνικές ακροβασίες. Τα μικρά διηγήματα του Ιταλού Μάριο Αντρέα Ριγκόνι, μπολιασμένα με γλυκιά ή υπόγεια ευαισθησία, αιχμηρό σαρκασμό, πουπουλένια απαλότητα, μυσταγωγική ατμόσφαιρα, παραμυθένια φαντασία, σαφή ρεαλισμό, αγωνιώδεις εκτροπές, εκφραστικούς υπαινιγμούς και νύξεις, διεισδυτικό χιούμορ, προκαλούν στο σύνολό τους μια μαγική, ελκυστική, σχεδόν εξωτική απολαυστική εμπειρία κάνοντας λαμπερή και φωτεινή την ανάγνωση. Ακόμα και στη «σκοτεινή όψη των πραγμάτων» και στις στιγμές απόγνωσης και στους καφκικούς λαβύρινθους του Ριγκόνι, όλα διαπνέονται από ένα εκτυφλωτικό λογοτεχνικό φως.

Δείγμα γραφής

Σε όλη του τη ζωή δεν είχε μείνει για μεγάλα διαστήματα σε πάνω από τρία-τέσσερα διαφορετικά μέρη. Αλλά, και πάλι, είχε μείνει αρκετά ώστε, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, συχνά να μπερδεύει τους τόπους ταυτίζοντάς τους και να μην ξεχωρίζει για μερικές στιγμές πού ακριβώς βρισκόταν. Το «εγώ» του περιπλανιόταν σε ένα είδος ομίχλης ή κενού που θόλωνε τα περιγράμματα των αντικειμένων και την τοποθέτησή τους μέσα στον χώρο∙ συγχρόνως η μνήμη, ενισχυμένη από τη συνήθεια, συνέχιζε να του υποβάλλει έναν ασαφή προσανατολισμό. Αντιλαμβανόταν ότι βρισκόταν στο υπνοδωμάτιο, χωρίς να διακρίνει αν επρόκειτο για εκείνο της εφηβείας και της νεότητάς του ή για το τωρινό∙ αν το δωμάτιο ήταν του σπιτιού στην πόλη ή του σπιτιού στην εξοχή, όπου και, από τότε που παντρεύτηκε, μοίραζε τις νύχτες του σχεδόν ισότιμα. Τότε, παρακινημένος από τη δυσφορία της αβεβαιότητας, άπλωνε το χέρι στο σκοτάδι και άναβε τη λάμπα στο κομοδίνο, ανακτώντας πρόσκαιρα ή με το οριστικό του ξύπνημα τη διαύγεια και την παρηγοριά της συνείδησης. Αυτό προσπαθούσε να κάνει και εκείνη τη φορά, αλλά είχε την εντύπωση ότι δεν μπορούσε να κινηθεί.

Μια ολοκάθαρη φωνή είχε σφηνωθεί στην ταλαντευόμενη ονειροπόλησή του. «Σας μιλάει ο κυβερνήτης. Θα ήθελα να σας πληροφορήσω ότι παρουσιάστηκε βλάβη στον έναν κινητήρα και επιστρέφουμε στο αεροδρόμιο από όπου αναχωρήσαμε...

Ocean Vuong  «Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι» (μτφρ. Έφη Φρυδά, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2021)

Μια από τις πιο δυνατές, ιδιοσυγκρασιακές και τολμηρές φωνές της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας, ο Βιετναμέζος Ocean Vuong (ποιητής και μυθιστοριογράφος) αποτέλεσε μια ξεχωριστή έκπληξη φέτος με το συγκλονιστικό αυτό επιστολικό μυθιστόρημά του, που ουσιαστικά απευθύνει με συνταρακτικά ειλικρινή τρόπο στη βίαιη αλλά στοργική μητέρα του, η οποία ένιωσε σε όλη της την ένταση την αγριότητα του πολέμου του Βιετνάμ. Ένα ελεγειακό, μακρόσυρτο, φρενήρες γράμμα με παραλήπτη μια γυναίκα που δεν ξέρει ανάγνωση και δεν θα το διαβάσει ποτέ. Ουσιαστικά πρόκειται για μια γυμνή, γνήσια, αποκαλυπτική εξομολόγηση όπου βγαίνουν στην επιφάνεια προσωπικές στιγμές του συγγραφέα όπως το βάρος του θανάτου του πρώτου εραστή του από ναρκωτικά, η σεξουαλική του ιδιαιτερότητα, οι εκρήξεις βίας της μητέρας και ο αντίχτυπος στον ίδιο, οι μνήμες του από τη ζωή της βασανισμένης γιαγιάς του. Ένα μυθιστόρημα πύρινο δοσμένο με γλώσσα βίαιη και συνάμα λυρική, λυτρωτικά αυτοβιογραφική και συνάμα τραυματική, ωμή και ταυτόχρονα εξόχως ποιητική, απλή και μαζί στοχαστική, πάντα με την αμεσότητα και τη ζωντάνια του προφορικού λόγου που δεν εγκλωβίζεται σε καλλωπισμούς. 

Δείγμα γραφής

Θυμάμαι να σε κοιτάζω ώρα πολλή και, επειδή ήμουν μόλις έξι, να νομίζω ότι, αν στύλωνα τη ματιά μου πάνω σου, μπορούσα να μεταδώσω τις σκέψεις μου στο δικό σου νου. Θυμάμαι να κλαίω με οργή. Θυμάμαι που εσύ ούτε καν υποψιαζόσουν το γιατί. Που έχωσες το χέρι σου κάτω από την μπλούζα μου, έτσι για να κάνεις κάτι, και μου έξυσες την πλατούλα. Θυμάμαι που αυτό με βοήθησε να ηρεμήσω και να κοιμηθώ – με την τσαλακωμένη μου αγελάδα να απλώνεται πάνω στο κομοδίνο σαν μια χρωματιστή βόμβα σε αργή κίνηση…

…Γιατί το ηλιοβασίλεμα, όπως και η επιβίωση, υπάρχει πάντα στο μεταίχμιο της δικής του εξαφάνισης. Για να είσαι υπέροχος, πρέπει πρώτα να γίνεις ορατός, όταν όμως είσαι ορατός μπορεί να μετατραπείς σε θήραμα…

…Σ΄ έναν κόσμο απεραντοσύνης σαν το δικό μας, ένα βλέμμα είναι μια πράξη μοναδική∙ όταν κοιτάς κάτι γεμίζεις όλη σου τη ζωή μ΄ αυτό, ακόμα και πρόσκαιρα. Κάποτε, μετά τα δέκατα τέταρτα γενέθλιά μου, κουλουριασμένος ανάμεσα στα καθίσματα ενός εγκαταλειμμένου σχολικού λεωφορείου μέσα στο δάσος, γέμισα τη ζωή μου με μια γραμμή κοκαϊνης. Ένα άσπρο γράμμα «I»* άστραψε πάνω στο ξεφτισμένο δέρμα του καθίσματος. Μέσα μου αυτό το «Ι» έγινε λεπίδι – και κάτι σκίστηκε. Το στομάχι μου γύρισε ανάποδα, αλλά ήτανε πια πολύ αργά. Μέσα σε λίγα λεπτά έγινα περισσότερο ο εαυτός μου. Κάτι που σημαίνει ότι το τερατώδες κομμάτι μου έγινε τόσο μεγάλο, τόσο οικείο, που ίσως το ήθελα. Ίσως το φιλούσα.

*Σημείωση της μεταφράστριας: «Ι»: πρόκειται για την προσωπική αντωνυμία «εγώ» στην αγγλική γλώσσα. Ο συγγραφέας παραλληλίζει τη μορφή με τη γραμμή της κοκαϊνης και με το σχήμα της λεπίδας – γι΄ αυτό και το αφήσαμε στα αγγλικά.

 

Georges Bernanos  «Διάλογοι Καρμηλιτισσών» (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2021)

Μετά την κυκλοφορία δύο πολύ σημαντικών βιβλίων του Bernanos στην Ελλάδα («Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημερίου» από τις εκδόσεις Πόλις, 2017 και «Ένα έγκλημα» από τις εκδόσεις Utopia το 2020), το βιβλίο αυτό είναι το τελευταίο βιβλίο που έγραψε βαθιά άρρωστος και ολοκλήρωσε το 1948, τρεις μήνες πριν τον θάνατό του. Το εξαιρετικό αυτό κείμενο έγινε το λιμπρέτο της ομώνυμης όπερας του Francis Poulenc αλλά και τη βάση της ομώνυμης ταινίας του Philippe Agostini και του αιδεσιμότατου Bruckberger με την Jean Moreau. Κείμενο βαθιά πνευματικό και συνάμα εξαιρετικά κριτικό απέναντι στον κομφορμισμό της καθολικής εκκλησίας, που στοχάζεται μέσα από τη διαλογική μορφή πάνω σε θέματα όπως η αφοσίωση, η θυσία, η αυταπάρνηση αλλά και ο φόβος του θανάτου δοσμένος με σπαρακτικό τρόπο και παράλληλα με τον φόβο και τον αγώνα του Ιησού. Ο Bernanos δημιουργεί ένα έργο σπάνιας εσωτερικότητας, εξαιρετικής γλωσσικής απλότητας, που με χειρουργική ακρίβεια σκιαγραφεί το ψυχολογικό πορτρέτο των χαρακτήρων του και ρίχνει φως ευθύ και συχνά ανατρεπτικό στα κεφαλαιώδη θέματα με τα οποία καταπιάνεται. Με απίστευτη ισορροπία ο Bernanos διατυπώνει τη φιλοσοφική του σκέψη αξιοποιώντας το γεγονός της θυσίας των μοναχών που αρνούνται να αναγνωρίσουν το καθεστώς της Γαλλικής Επανάστασης, τη φυγή μιας εξ αυτών πριν το ομαδικό τέλος τους στη λαιμητόμο και την επαναφορά της τη στιγμή του θανάτου, εκεί που ο φόβος έχει κάνει φτερά μαζί με τις ψυχές τους.

Δείγμα γραφής

Χαίρομαι που ακούτε αυτή την πρόταση με την ίδια ψυχρότητα με την οποία ο Κύριος με ενέπνευσε να σας την υποβάλω. Γιατί η αλήθεια είναι πως δεν πρόκειται να προσφέρουμε την ασήμαντη ζωή μας με την αυταπάτη ότι έχει μεγάλη αξία. Ποτέ δεν ίσχυε πιο πολύ απ΄ ό,τι σήμερα το παλιό ρητό πως ο τρόπος με τον οποίο κάνεις ένα δώρο αξίζει περισσότερο απ΄ το ίδιο το δώρο. Θα πρέπει να δώσουμε τη ζωή μας με αξιοπρέπεια. Κι αυτή την αξιοπρέπεια δε θα τη θίξουμε, ακόμα κι αν δώσουμε τη ζωή μας απρόθυμα ή, έστω, με μια ανομολόγητη θλίψη. Αντίθετα, θα ΄ταν βαριά και χυδαία αναξιοπρέπεια αν ψήλωνε ο νους μας με τα μεταξύ μας μεγάλα λόγια και τις βαρύγδουπες χειρονομίες, σαν τους στρατιώτες που, πριν από την επίθεση, πίνουν αλκοόλ καρικευμένο με μπαρούτι.

Πρέπει κανείς να ρισκάρει με το φόβο, όπως ρισκάρει και με το θάνατο. Το αληθινό θάρρος έχει να κάνει μ΄ αυτό ακριβώς το ρίσκο.

ΝΕΑΡΟΣ

Για να ζήσεις! Εσύ δεν ντρέπεσαι που αφήνεσαι να σε σκοτώσουν χωρίς να κάνεις τίποτα;

ΓΚΟΝΤΡΑΝ

Και τι θα μπορούσα να κάνω που ν΄ αξίζει; Για να είμαι ειλικρινής, αν υπήρχε έστω και μία πιθανότητα στις εκατό να με τραβολογήσουν απ΄ τα πόδια, σαν κουνάβι απ΄ τη φωλιά του, χίλιες φορές το κάρο!

ΝΕΑΡΟΣ

Η γενιά σας δεν αγαπάει τη ζωή.

ΓΚΟΝΤΡΑΝ

Τη γλεντήσαμε τη ζωή μας, και τώρα μα γελάει εκείνη. Την είχαμε κατακτήσει, και τώρα μας κατακτάει εκείνη. Κολλάς επάνω της σαν να ΄ταν μια ερωμένη που δε γδύθηκε ποτέ μπροστά σου…

David Mitchell  «Utopia Avenue» (μτφρ. Μαρία Ξυλούρη, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2021)

Όσοι αγαπούν τη μουσική της δεκαετίας του 60 θα το κάνουν ευαγγέλιό τους. Ωστ’οσο δεν είναι η θεματολογία και η πρωτοτυπία των όσων διαβάζουμε που μας καθήλωσε στην απολαυστική ανάγνωση του αριστουργηματικού αυτού μυθιστορήματος, αλλά ο μοναδικός τρόπος που ο συγγραφέας του τα ανέσυρε, εκμεταλλεύτηκε, σχολίασε συχνά με σαρκασμό, επαναπροσδιόρισε μέσα από μια ανατρεπτική, καινοτόμα και κυρίως διεισδυτική οπτική κάνοντάς τα ολοζώντανα και καινούρια είτε στη θριαμβική τους εκδοχή είτε στην υπονόμευσή τους. Όλα ξεκινούν στο Σόχο της Αγγλίας, στα υπόγεια εναλλακτικά bars και στα στούντιο της ροκ, σε μια περιοχή όπου η παραβατικότητα αλλά και τα ροκ όνειρα δίνουν και παίρνουν. Oι Utopia Avenue είναι το συγκρότημα μιας φολκ τραγουδίστριας και πιανίστριας με καλή ανατροφή από την οικογένεια, ενός εργατόπαιδου, τυχοδιώκτη μπασίστα, ενός αθυρόστομου ντράμερ με τζαζ καταβολές και ενός μυστήριου Αγγλο-Ολλανδού δανδή και υπερόπτη κιθαρίστα, που ενώνουν τις ζωές και τα όνειρά τους σε ένα εκρηκτικό περιβάλλον που η μουσική δημιουργία είναι στα φόρτε της. Ένα ιλιγγιώδες οδοιπορικό στη μουσική, την τρέλα, τις ουσίες, τη σεξουαλικότητα, την ουτοπία, τον πόνο, τη δόξα, τον έρωτα, το όνειρο, το εφήμερο, τη νεανική ορμή και φρεσκάδα, που μας κάνει να γυρίσουμε και να δούμε κατά μέτωπο το χθες τότε που ο νεανικός ενθουσιασμός και η φλόγα για τη ζωή σάρωναν την όποια παθητικότητα αλλά και τότε που η απατηλή λάμψη τύφλωνε με τη διαθλαστική γοητεία της. Ο Mitchell ακροβατεί περίτεχνα στις ξέφρενες διακυμάνσεις της εποχής και σκιαγραφεί σε βάθος με περισσή ευαισθησία, δυναμισμό, συναίσθημα και ποίηση χαρακτήρες και καταστάσεις ξετυλίγοντας τη χειμαρρώδη αφήγησή του αλλά και τον σπαρακτικό στοχασμό του μέσα στα εκκωφαντικά ντεσιμπέλ της μνήμης. Μιας μνήμης που χωρά τους Τζον Λένον, Σιντ Μπάρετ, Τζάνις Τζόπλιν, Μπράιαν Τζόουνς, Τζίμι Χέντριξ, Λέναρντ Κόεν ως συμμετέχοντες προσκεκλημένους δίπλα στους βασικούς και αξιαγάπητους ήρωές του.

Δείγμα γραφής

Παμ παμ, παμ παμ, παμ παμ, παμ παμ, παμ παμ. Ξεφουσκώνει η άμπωτη. Ο Γκριφ ξαναμπαίνει στο σώμα του. Ο σφυγμός μου. Ένα τραχύ βογκητό. Κρυώνει. Καλόο είναι αυτό. Οι άνθρωποι, όταν πεθαίνουν απ΄ το κρύο, νιώθουν πως ζεσταίνονται. Ο Στιβ είναι δίπλα του. Ο Στιβ είναι ασάλευτος. Ίσως φυλάει τις δυνάμεις του. Θα ήθελα αστέρια. Θα έπρεπε να υπάρχουν αστέρια. Υπάρχει ο Στιβ, η οροφή, χίλια θρύψαλα σκόρπια στο πάτωμα. Που ήταν η οροφή. Υπάρχουν τα πεντάλ. Α, Β, C. Γκάζι, φρένο, συμπλέκτης. Αρκετά κοντά για να τα φτάσει. Μακάρι να κουνιούνταν τα χέρια μου. Κεχριμπαρένια λάμψη από τα φώτα του Μ1. Φωνές. Πολύ μακριά. Ή τοσεσδά, υπόκωφες και κοντινές. Έρχονται από το ηχείο, αργά το βράδυ, κάτω από την κουβέρτα, στο παλιό δωμάτιο που μοιραζόταν με τον Στιβ στη λεωφόρο Άλμπερτ. «Love me tender». Το παίζει μερικές φορές ο Ντιν όταν μιμείται τον Έλβις. Η Ελφ κοιτάζει απ΄ το τραπέζι των Beatles στο Blue Boar. Ο Γιάσπερ σηκώνει τα μάτια στο τέλος του «Purple Flames», έτοιμος να σκοτώσει το τραγούδι την ίδια στιγμή. «Σίριλ! Εδώ! Φέρε τον κόφτη!» Γιατί; Το ατύχημα. Ποιο ατύχημα; Αυτό το ατύχημα. Ο Γκριφ προσπαθεί να βάλει φωνή, να   τους πει να βοηθήσουν τον Στιβ πρώτα. Η φωνή του δεν λειτουργεί. Δεν λειτουργεί. Όσο υπάρχει ζωή, υπάρχει ελπίδα. Μα δεν είναι απαραιτήτως έτσι. Υπάρχει ένα τραγούδι. Για πράγματα που πιθανόν να τα διαβάσεις στη Βίβλο. Το τραγουδούσε η μαμά του Γκριφ όταν άπλωνε την μπουγάδα. Αστέρια. Μια ανοιξιάτικη μέρα. Ο Γκριφ ήταν το αγόρι στο παράθυρο. Αστέρια.

Περιμένοντας ν΄ αρχίσει η ζωή του.

Χούλιο Κορτάσαρ «Μαθήματα Λογοτεχνίας» (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Opera, Αθήνα 2021)

Τα μαθήματα λογοτεχνίας που παραδίδει ο κορυφαίος Αργεντίνος συγγραφέας Χούλιο Κoρτάσαρ στους φοιτητές του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 μεταφέρουν τη δική του συνολική αντίληψη και προσέγγιση κατά τη συγγραφή του λογοτεχνικού κειμένου. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον, διεισδυτικό και συνάμα απολαυστικό ανάγνωσμα με ρέουσα γλώσσα που κάνει κτήμα των φοιτητών αλλά και των αναγνωστών κατ΄ επέκταση τη σπινθηροβόλα και παθιασμένη, μέσα στη φλόγα της ζωής, ματιά του Κορτάσαρ πάνω σε θεμελιώδη ζητήματα της λογοτεχνίας. Ο Κορτάσαρ, χωρίς ίχνος διδακτισμού και αυστηρά θεωρητικής, ακαδημαϊκής προσέγγισης, αλλά χειμαρρώδης σε μια δίνη προφορικού άμεσου λόγου και με ικανές νύξεις αυτοσαρκασμού, αναλύει τη διαφορά διηγήματος και μυθιστορήματος, τη διαφορά ρεαλιστικού και φανταστικού κειμένου υπογραμμίζοντας καίρια την αναγκαιότητα της φαντασίας, τον «κοινόχρηστο» και τον αφηγηματικό χρόνο, τον ρόλο της μουσικής, του παιγνιώδους, του χιούμορ, του ερωτισμού στη λογοτεχνία, την κατάσταση στη σύγχρονη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και πολλά άλλα επιμέρους θέματα. Με τον τρόπο του δημιουργεί αφορμές προβληματισμού, τόσο καλοδουλεμένες όμως και φιλτραρισμένες από το σπάνιο λογοτεχνικό του κριτήριο και την αμίμητη κοσμοθεωρία του. Ουσιαστικά πρόκειται για την αποκάλυψη μιας ανήσυχης θέσης, μιας «άλλης», διαφορετικής στάσης πάνω στη λογοτεχνία, δομημένης σε μια εξαιρετικά συγκροτημένη οργανωμένη βάση και ταυτόχρονα με την ανατρεπτική γοητεία μιας ελευθερίας που εκπορεύεται από τα προσωπικά βιώματα του συγγραφέα και τη δημιουργική αξιοποίηση της φαντασίας.

Δείγμα γραφής

Το χιούμορ κραδαίνει διαρκώς το τσεκούρι του κάτω από όλα τα βάθρα, όλες τις σχολαστικούρες, όλες τις λέξεις με πολλά κεφαλαία. Το χιούμορ αποϊεροποιεί∙ δεν το εννοώ με τη θρησκευτική έννοια, επειδή δεν μιλάμε για θρησκευτική ιερότητα: αποϊεροποιεί με την κοσμική έννοια. Όλες αυτές τις αξίες που θεωρούνται δεδομένες και συνήθως απαιτούν το σεβασμό των ανθρώπων, ο χιουμορίστας συνηθίζει να τις καταστρέφει μ΄ ένα λογοπαίγνιο ή ένα ευφυολόγημα. Δεν τις καταστρέφει ακριβώς, αλλά για μια στιγμή τις κατεβάζει από το βάθρο τους και τις τοποθετεί σε άλλη κατάσταση∙ επιτελείται κάτι σαν αναίρεση, σαν υποβάθμιση της επιφανειακής σπουδαιότητας πολλών πραγμάτων, και γι΄ αυτό το χιούμορ στη λογοτεχνία είναι τόσο πολύτιμο: γιατί είναι το μέσον που πολλοί συγγραφείς έχουν χρησιμοποιήσει κι ακόμα το χρησιμοποιούν θαυμαστά, προκειμένου, ευτελίζοντας πράγματα που φάνταζαν σημαντικά, να δείξουν και πού βρίσκεται η πραγματική σημαντικότητα των πραγμάτων που αυτό το άγαλμα, αυτό το φιγουρίνι, αυτή η μάσκα κάλυπτε ή έκρυβε.

Το χιούμορ μπορεί να είναι μεγάλος καταστροφέας, αλλά καταστρέφοντας, δημιουργεί. Είναι όπως όταν φτιάχνεται ένα τούνελ: το τούνελ είναι μια κατασκευή, αλλά για να κατασκευάσεις ένα τούνελ πρέπει να καταστρέψεις τη γη, πρέπει να καταστρέψεις πολλά για ν΄ ανοίξεις μια τρύπα που καταστρέφει ό,τι υπήρχε εκεί∙ με αυτή την καταστροφή φτιάχνεται το τούνελ. Ε, κάπως έτσι λειτουργεί ο μηχανισμός του τούνελ: γκρεμίζει παραδεδομένες αξίες και κατηγορίες, τις αναποδογυρίζει, δείχνει την πίσω τους πλευρά, και ξαφνικά αποκαλύπτει πράγματα που συνήθως, στην καθημερινότητά μας, ή δεν τα βλέπαμε ή δεν τα βλέπαμε καθαρά.

Louis Gluck  «Πιστή και ενάρετη νύχτα» (μτφρ. Χάρης Βλαβιανός-Δήμητρα Κωτούλα, εκδ. Στερέωμα, Αθήνα 2021).

Μια από τις πιο καταξιωμένες και βαθιά στοχαστικές ποιητικές φωνές του σύγχρονου κόσμου, η οποία έχει κατακτήσει όλα τα μεγάλα ποιητικά βραβεία με πιο πρόσφατο το βραβείο Nόμπελ Ποίησης το 2020, μας αποκαλύπτεται μέσα από μια σπουδαία ποιητική της συλλογή που περιλαμβάνει 24 ποιήματα σε μια εξαιρετική δίγλωσση έκδοση. Ποίηση αφηγηματική και γκρίζα με κεντρικά θέματα την παιδική ηλικία και τη μνήμη της, τις σχέσεις με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, τον έρωτα, τα όνειρα και τις ανθρώπινες αυταπάτες και απογοητεύσεις, την απώλεια και το πένθος και τον τρόπο της αντιμετώπισής τους, δοσμένη με χειρουργική καθαρότητα, προσωπική αποκαλυπτική διάθεση, έντονα σπαρακτικό συναισθηματικό τρόπο, κυρίαρχο αινιγματικό και αλληγορικό χαρακτήρα, οικουμενικές αναγωγές. Μια συγκλονιστική κατάβαση στον ψυχισμό, με στοιχεία αυτογνωσίας και σκληρότητα, που εμπνέεται από μύθους και κλασικά πρότυπα για να δώσει την παγκόσμια και καθολική ισχύ της σκέψης της. Στην έκδοση εμπεριέχεται και η ομιλία της κατά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ.

 Δείγμα γραφής

Όταν συνήλθα κάπως από αυτά τα γεγονότα,

τοποθέτησα τη φωτογραφία στη θέση της

ανάμεσα στις σελίδες ενός παμπάλαιου βιβλίου,

που πολλές ήταν γεμάτες

με σημειώσεις στο περιθώριο, μερικές φορές με λέξεις

αλλά πιο συχνά

με έντονα ερωτηματικά και θαυμαστικά

που σήμαιναν «συμφωνώ» ή «αμφιβάλλω, αναρωτιέμαι» -

Το μελάνι είχε ξεθωριάσει. Σε κάποια σημεία δεν μπορούσα να καταλάβω

τι σκέψεις είχε κάνει ο αναγνώστης

αλλά μες στις κηλίδες του μελανιού ένιωθα

μια αίσθηση επείγοντος, λες και είχαν πέσει δάκρυα.

Κράτησα το βιβλίο για λίγο.

Ήταν το Θάνατος στη Βενετία (σε μετάφραση)∙

είχα σημαδέψει τη σελίδα μήπως και, όπως πίστευε ο Φρόιντ,

τίποτε δεν είναι τυχαίο 

Έτσι η μικρή φωτογραφία

θάφτηκε ξανά, όπως το παρελθόν βρίσκεται θαμμένο στο μέλλον.

Στο περιθώριο ήταν γραμμένες δυο λέξεις,

ενωμένες με βέλος: «στειρότητα» και, στο κάτω μέρος της σελίδας, «λήθη» -

 

«Και του φάνηκε ότι ο χλωμός κι αξιαγάπητος

Ψυχοπομπός εκεί έξω του χαμογέλασε και του έγνεψε…»

Γιόζεφ Ροτ  «Ο σταθμάρχης Φαλλμεράυερ» (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2021)

Ο Γερμανός συγγραφέας Γιόζεφ Ροτ (1894-1939) αποτελεί μια από τις ξεχωριστές εκείνες μορφές της λογοτεχνίας που σε όποιο έργο του και να πέσεις η ανάγνωση θα σου επιφυλάξει μια σπάνια εμπειρία. Ο συγγραφέας του «Εμβατηρίου του Ραντέτσκυ» και της «Κρύπτης των Καπουτσίνων», των «Βερολινέζικων Χρονικών» και του «Τα χρόνια των ξενοδοχείων», κοσμοπολίτης, ταξιδευτής και περιπλανώμενος όσο και ιδανικός παρατηρητής και αποτυπωτής με τον δικό του αμίμητο τρόπο μιας εξωτερικής και ταυτόχρονα βαθιά εσωτερικής παρακμής, μας προσφέρει στη νουβέλα του  ένα εγκώμιο στον έρωτα με όλες του τις φωτεινές αλλά κυρίως σκιερές παραμέτρους του, έναν έρωτα που αφού εξεταστεί με απαράμιλλη συγγραφική δεξιοτεχνία, συνδέεται με την αποχώρηση όπου βρίσκει διέξοδο και λύτρωση. Ο Ροτ σκιαγραφεί μοναδικά αυτό τον έρωτα. Χωρίς εξάψεις, χωρίς υπερβολές, δοσμένο μέσα από το πρίσμα μιας ακαταμάχητης ηρεμίας που ενεργοποιείται από έντονες, επανερχόμενες σκέψεις και ανοικονόμητα συναισθήματα που δεν υφίστανται λείανση. Περιοχές που ο Ροτ γνωρίζει πολύ καλά και τις «κοιτάζει» με σπάνια θέρμη, τη θέρμη που ο μαλακός και απόλυτα φυσικός λόγος του φωλιάζει στην αφήγηση δίνοντάς της απρόσμενες διαστάσεις. Ένας λόγος που επιβαίνει σε αυτή τη σπουδαία του γλώσσα, η οποία ρέει ήρεμα γλιστρώντας στις ράγες των τρένων που πολλές φορές έχει δει ο σταθμάρχης.

Δείγμα γραφής

Σηκώθηκε, τράβηξε την κουρτίνα του μεσαίου από τα τρία παράθυρα. «Πολύ δυνατό το φως;» τον ρώτησε. «Καλύτερα λίγο πιο σκοτεινά» απάντησε ο Φαλλμεράυερ. Η κόμησσα γύρισε στο τραπεζάκι, χτύπησε ένα καμπανάκι, ήρθε ο γερο-υπηρέτης∙ του παρήγγειλε τσάι. Η σιωπή ανάμεσά τους συνεχίστηκε∙ έγινε πιο μεγάλη, πιο βαθιά. Ήρθε το τσάι. Ο Φαλλμεράυερ κάπνισε. Η κόμησσα σέρβιρε τσάι στα φλιτζάνια, όταν ξαφνικά τη ρώτησε: «Και πού είναι ο άντρας σας;»

Τελείωσε πρώτα το σερβίρισμα και ύστερα του απάντησε – λες κι ήθελε να σκεφτεί με προσοχή την απάντησή της. «Στο μέτωπο, φυσικά!» είπε τελικά. «Έχω τρεις μήνες να πάρω νέα του. Τα ταχυδρομεία δεν δουλεύουν πια!» «Κι ανησυχείτε γι΄ αυτόν;» ρώτησε ο Φαλλμεράυερ. Και κάρφωσε το βλέμμα του στο φλιτζάνι του.

Η ίδια είχε αρνηθεί, του είπε στη συνέχεια η κόμησσα, να εγκαταλείψει το σπίτι της. Άλλοι είχαν φύγει. Αυτή δεν θα ΄φευγε, δεν θα προσπαθούσε φεύγοντας να γλιτώσει ούτε από τους χωρικούς της ούτε από τον εχθρό. Συνέχισε να ζει εδώ, με τέσσερις υπηρέτες, δύο άλογα κι ένα σκυλί. Τα χρήματα και τα κοσμήματά της τα είχε θάψει. Δυσκολεύτηκε να τη βρει αυτή τη λέξη, δεν ήξερε πως είναι το «θάβω» στα γερμανικά, του έδειξε με χειρονομίες. Ο Φαλλμεράυερ είπε τη λέξη στα ρώσικα. «Ξέρετε ρώσικα;» τον ρώτησε. «Ναι» της απάντησε. «Τα έμαθα στο μέτωπο». Και στα ρώσικα πρόσθεσε: «Για σας τα έμαθα, για να μπορώ να μιλήσω μ΄ εσάς. Γι΄ αυτό έμαθα ρώσικα».

Του απάντησε ότι μιλούσε πολύ καλά. Λες κι εκείνος της είχε πει αυτή τη γεμάτη νόημα φράση μόνο και μόνο για να αποδείξει πόσο καλά ήξερε πια τη γλώσσα της. Έτσι μετέτρεψε την εξομολόγησή του σε μια άνευ νοήματος γραμματική φιγούρα. Αλλά ακριβώς η απάντησή της του απέδειξε ότι τον είχε καταλάβει πολύ καλά.

Τώρα πρέπει να φύγω, σκέφτηκε ο Φαλλμεράυερ. Σηκώθηκε αμέσως. Και χωρίς να περιμένει τη δική της πρόσκληση, ξέροντας ότι εκείνη θα καταλάβαινε την αγένειά του, είπε: «Θα ξανάρθω σύντομα!»

-Δεν του απάντησε. Ο Φαλλμεράυερ φίλησε το χέρι της κι έφυγε.

Alberto Garlini  «Όλοι θέλουν να χορεύουν» (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2021)

«Όλοι θέλουν να χορεύουν». Τίτλος ωραίος, με κίνηση. Γράφει στο οπισθόφυλλο: «Λυρικό και μαγευτικό, το “Όλοι θέλουν να χορεύουν” είναι άλλος ένας σταθμός στο ταξίδι του Αλμπέρτο Γκαρλίνι στην πρόσφατη ιταλική ιστορία. Αυτή τη φορά, μας βυθίζει στη δεκαετία του 80, και το πορτρέτο που της φτιάχνει είναι σκοτεινό και γιορτινό, ραφινάτο και βίαιο, αλλά πάντα χωρίς καμία παραχώρηση».

Ο Γκαρλίνι ως επιδέξιος χειριστής του λόγου μας προσφέρει μια σπάνια αναγνωστική απόλαυση που ακολουθεί συγκροτημένα την ιστορία αυτής της δεκαετίας, βασισμένος σε τεκμήρια προκειμένου να αναπλάσει την εποχή. Όμως ο στόχος του ήταν πολύ πιο βαθύς, ουσιαστικός και λιγότερο φιλόδοξος γιατί εδώ έχουμε ένα σπουδαίο μυθιστόρημα που ξεδιπλώνεται στην ατμόσφαιρα αυτή αλλά δεν επιχειρεί να σταθεί στις ιδέες και στις λεπτομέρειες της ιστορικής ή της κοινωνικής συνθήκης. Αντίθετα θέτει στο επίκεντρο τον άνθρωπο, τους μοναδικούς χαρακτήρες του που τους φωτίζει με ένα άπλετο φως και πολύ συναίσθημα αδιαφορώντας για την ορθολογική και αυστηρά προσηλωμένη προσέγγιση. Τρεις νέοι που «καίγονται», που ζουν τη ζωή, τον έρωτα και τα πάθη τους στα άκρα είναι η αιχμή του μυθιστορήματος αυτού που αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση με την οριστική απώλεια των μεγάλων ουτοπιών και την πρωτοκαθεδρία του ατόμου, που ο Γκαρλίνι παρουσιάζει υποδειγματικά. Βιβλίο για να είναι μαζί σου σε κάθε είδους ταξίδια λοιπόν. Βιβλίο να ταξιδέψει, βιβλίο να ταξιδέψεις, όχι απαραίτητα στην Ιταλία. Αυτή είναι η γραπτή συνθήκη. Άλλωστε… «Ο Παζολίνι έχει δολοφονηθεί την προηγούμενη νύχτα…».

 Δείγμα γραφής

Το Μοτέλ Sole βρίσκεται στη μέση της απόστασης ανάμεσα στην Πάρμα και τη Μάντοβα. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, αλλά είναι το καλύτερο που μπόρεσε να βρει ο Ρικάρντο. Ο ιδιοκτήτης του, ονόματι Έτορε, τον συμπάθησε και τον άφησε να μπει χωρίς να του ζητήσει χαρτιά, χωρίς να κάνει την παραμικρή ερώτηση, χωρίς να ενδιαφέρεται  για τίποτα, αν και δείχνει να ξέρει τα πάντα για τους πάντες. Περνάει τη μέρα του βλέποντας παλιές ταινίες στην τηλεόραση, του αρέσουν ο Φράνκο και ο Τσίτσο, του αρέσουν τα ουέστερν, και το γραφείο του, γεμάτο Εσταυρωμένους και γυμνές, μυρίζει βαρβατίλα και σπέρμα. Σαν επαρχιακό τσοντάδικο, με την ανακούφιση στα χρησιμοποιημένα χαρτομάντιλα. Πάντως η καθαρίστρια δεν πατάει εκεί μέσα, και τα χαρτομάντιλα σωρεύονται ανάμεσα στις κασέτες ναπολιτάνικης μουσικής και το λαδωτήρι για το πιστόλι. Το πιστόλι, εξήγησε ο Έτορε, είναι ένα Walter P38 γερμανικής κατασκευής. Σουβενίρ ηρωικών εποχών. Το φυλάει σε μια θήκη από ανοιχτόχρωμο ξύλο πάνω στην οποία είναι χαραγμένο ένα τοπίο με λόφους. Ολόλαμπρο, ξασπρισμένο από τον ήλιο.

Ο Ρικάρντο δε ζήτησε να μάθει λεπτομέρειες γι΄ αυτές τις ηρωικές εποχές, και ο Έτορε δεν του τις έδωσε ποτέ, μόνο τού ΄κλεινε το μάτι. Στο γραφείο υπάρχουν επίσης μια ταμειακή μηχανή κι ένα ενυδρείο με τροπικά ψάρια, γεμάτο μούχλα, μέσα στην οποία τα ψάρια φαίνονται να πνίγονται, και ίσως πράγματι πνίγονται, γιατί κάθε φορά που ο Ρικάρντο περνάει από κει, τα ψάρια είναι λιγότερα.

 

Fleur Jaeggy  «Τα μακάρια χρόνια της τιμωρίας» (μτφρ. Σταύρος Παπασταύρου, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2021)

Έχοντας αποσπάσει το Βραβείο Bagutta 1990 και το Ειδικό Βραβείο Rapallo 1990 και έχοντας μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες, μεταξύ των οποίων και στα ελληνικά για πρώτη φορά το 1995 σε μετάφραση Νίκου Δομαζάκη από τις εκδόσεις Χατζηνικολή, η σπουδαία αυτή νουβέλα στην εξαιρετική φετινή της μορφή μας ταξιδεύει στη μεταπολεμική Ελβετία όπου σε ένα οικοτροφείο θηλέων («κλινική για τυφλούς» σύμφωνα με τον θαυμάσιο λογοτεχνικό προσδιορισμό του τέλους) ανθίζει μια ιστορία έρωτα πίσω από τους τοίχους που αιχμαλωτίζουν και δυναστεύουν τα αθώα συναισθήματα και τους πύρινους πόθους. Η αφηγήτρια σε πρώτο πρόσωπο, με την μορφή της αδίστακτης Εύας έλκεται σφοδρά από τη μορφή της Φρεντερίκ, της νέας μαθήτριας του οικοτροφείου. Η Jaeggy με εξαιρετική περιγραφική δεινότητα και ένα υπόγειο εκρηκτικό μείγμα ρεαλισμού και λυρισμού δίνει ανάγλυφα την εικόνα του εγκλεισμού και της αιχμαλωσίας της, ενώ δημιουργεί μια αιθέρια και απόκοσμη ατμόσφαιρα μέσα στην οποία η κατάκτηση της ερωτικής συντρόφου κινείται στις λεπτές και επικίνδυνες ισορροπίες ανάμεσα στην τελειότητα και στο παράλογο, στην αξιοπρέπεια και στην παρόρμηση, στην αγάπη και στην τρέλα. Τα πάντα μοιάζουν εύθραυστα, ανησυχητικά, απειλητικά υπακούοντας στα ένστικτα και ελέγχοντας τα καθιερωμένα όρια

Δείγμα γραφής

Ανήμερα του Αγίου Νικολάου περάσαμε όλο το απόγευμα μακριά από το σχολείο. Χιόνιζε. Ήμασταν σιωπηλές. Μπήκαμε στο ζαχαροπλαστείο του Τόυφεν. Το χωριό φαινόταν βυθισμένο, αποκοιμισμένο. Ήξερα πως η Φρεντερίκ διατηρούσε ακόμα, ή είχε κάποτε, σχέσεις μ΄ έναν άντρα. Εξακολουθούσε να χιονίζει, οι νιφάδες έμεναν κολλημένες στα παράθυρα. Η Φρεντερίκ μου ανακοίνωσε πως θα έκανε μαζί του ένα ταξίδι, τα Χριστούγεννα. Παρακολουθούσα με ενδιαφέρον τις χιονονιφάδες, η Φρεντερίκ μιλούσε ψιθυριστά. Γνώριζα τη σχέση της και φυσικά δεν ευχόμουν να εξελιχθεί σε ειδύλλιο. Και της το είπα αυτό παίρνοντας μια πάστα. Δεν θα έπαιρνε κι εκείνη πάστα; Άλλο ένα φλιτζάνι πάστα. Δεν ήθελα εκμυστηρεύσεις, ή εξομολογήσεις. Είχα την αίσθηση ότι υπήρχε κάτι το τραγικό στον έρωτά της∙ την ένιωθα πεισμωμένη, αποφασισμένη. Προς στιγμήν σκέφτηκα μήπως δεν υπήρχε κανένας άντρας. Πήρα άλλη μια πάστα. Οι χιονονιφάδες ακίνητες. Μου πέρασε από το νου η σκέψη πως η Φρεντερίκ επινοούσε μια άλλη ζωή. Φευγαλέα, ενώ μιλούσε, μου φάνηκε πως έπιασα στο βλέμμα της μια παράξενη λάμψη, όπως οι χιονονιφάδες, τρελές και μάταιες, που έμοιαζαν ακινητοποιημένες στον αέρα. Τρόμαξα, ήθελα να της πω να προστατεύσει τον εαυτό της, μα δεν ήξερα από τι. Οι σκέψεις μου ήταν σχεδόν μετέωρες, είχα την αίσθηση ενός κινδύνου, του κινδύνου να ζεις κάτι που δεν υπάρχει. Ύστερα όλα ηρέμησαν πάλι, εκείνη η αναλαμπή αναστάτωσης έσβησε. Η Φρεντερίκ είπε ότι θα πήγαιναν και στην Ανδαλουσία, όπου είχαν ξαναταξιδέψει…

…Η Φρεντερίκ μιλούσε για τα ταξίδια της σαν να επρόκειτο για άλλο άτομο. Στο ζαχαροπλαστείο του Τόυφεν είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, ακόμα και το χιόνι έμοιαζε μ΄ ένα σκοτεινό πέπλο. Έξω η χειμωνιάτικη σκοτεινιά. Έξω, ο παγερός αέρας μάς συνόδεψε ως το σπίτι. Σπίτι μας είναι το οικοτροφείο.

Γιώργος Μητάς  «Τα δύο δώρα» (εκδ. Στερέωμα, Αθήνα 2021)

Ο συγγραφέας σε όποιον τόπο μας ξεναγεί με φόντο  τις καταστάσεις που βιώνει ή συναισθάνεται ο ήρωάς του, ο Αντρέας (Ταϋλάνδη, Μπανγκόκ), με μια περιγραφική δεινότητα μας χαρίζει ανείπωτης ομορφιάς εικόνες, ενεργοποιώντας συχνά με υποδειγματικό τρόπο τις εμπνεύσεις του φανταστικού. Με τη μορφή μιας πανέμορφης γυναίκας το ωραίο εισβάλλει στη ζωή του και με τρόπο βίαιο διαλύει τις άμυνες και τις περιχαρακώσεις που με πολλή προσοχή και φροντίδα έχει στήσει. Η νουβέλα του Μητά έχει οργανωθεί επιδέξια με ευφυή ευρήματα όπως αυτό της παιδικής ασθένειας, της ευαισθησίας και του λεπτού χαρακτήρα του ήρωα που οδηγούν στην πλατωνική καθαρτήρια λύση του σφοδρού έρωτα. Ο Μητάς ανατρέπει τα δεδομένα, διαβρώνει τη φθορά του ανεκπλήρωτου έρωτα, την μετουσιώνει σε αποδοχή της αειθαλούς, αμόλυντης, διαρκούς ομορφιάς, την κάνει πηγή και αφετηρία απόσυρσης από τη διεκδίκησή της και ταυτόχρονα προσωπικής έμπνευσης και δημιουργίας. Μνήμες της ζωής του συγκρούονται με την επιθυμία του και μέσα από τη σύγκρουση αυτή κινητοποιείται υποχωρώντας ο ίδιος και αφήνοντας χώρο στο ωραίο. Στο ωραίο που κερδίζει ως πηγή της δικής του δημιουργικότητας μέσα από την αίσθηση της απώλειας της ύπαρξης που ποθεί. Διεισδυτικός στον στοχασμό του και στην ψυχολογική εμβάθυνση και σκιαγράφηση του ήρωά του ο Μητάς ξετυλίγει με συγκλονιστική αλήθεια και λεπτότητα τις αποχρώσεις των εσωτερικών και συναισθηματικών εναλλαγών του και οδηγεί στην τελική λύση, στην ελευθερία του ήρωα μέσω της βασανιστικής απώλειας. Μια εξαιρετική νουβέλα που μέσα από το σκοτάδι, την πληγή και την οδύνη, ανοίγεται στο διάπλατο εκτυφλωτικό φως, σε έναν ύμνο του άφθαρτου έρωτα χωρίς μελοδράματα και συστολές, αλλά με πολλή μουσική, «συγκεκριμένα» τραγούδια, «καθοριστικές» ταινίες, καθετί που κάνει τη ζωή μας δημιουργική και ερωτική.

 Δείγμα γραφής

Πέντε και τέταρτο το πρωί. Ένα βαθύ μεταλλικό μπλε πλαισιώνει το γεμάτο φεγγάρι που λάμπει ακόμη στον ουρανό. Οι μικροπωλητές μπροστά στο ξενοδοχείο στήνουν ήδη τις παράγκες τους∙ οι ήχοι από τις προετοιμασίες ανακατεύονται με το κελάηδημα των πουλιών και τα κρωξίματα των φρεσκοξυπνημένων γλάρων που, κρυμμένοι στις φωλιές τους, βιάζονται να καλωσορίσουν την καινούργια μέρα. Ο Αντρέας άυπνος αυτός, γέρνει το σώμα έξω από το παράθυρο, έχοντας στυλωμένα τα μάτια του στο ποτάμι. Τα νερά του Τσάο Πράγια, ασημογάλαζα για πρώτη φορά, κυλούν απαλά στο λυκαυγές, σαν να κοιμούνται. Πυκνές συστάδες πράσινων κλαδιών, παρασυρμένες από το ρεύμα, σχηματίζουν μια ιδιόμορφη νηοπομπή, ακριβώς στο κέντρο της κοίτης – σαν το ποτάμι να ονειρεύεται, σαν η φύση να διεκδικεί προς στιγμήν τον ποταμό για λογαριασμό της, λίγο πριν ο άνθρωπος τον ανακαταλάβει με την ατέρμονη καθημερινή του δραστηριότητα. Ο Αντρέας στρέφει το βλέμμα στα νοτιοανατολικά, εκεί όπου οι αμυδρές σιλουέτες των ουρανοξυστών αναδύονται μέσα από τις βαθιές σκιές και τη ρευστή γραμμή του ορίζοντα, ανακτώντας γοργά και με ευκρίνεια τα σχήματά τους. Μέσα σε απόλυτη σιωπή, τα πρώτα πουλιά φτερουγίζουν πάνω από τις όχθες και χάνονται πίσω από τον Ναό της Αυγής. Μια ριπή αέρα περνά και του δροσίζει το μέτωπο. Κλείνει τα μάτια. Ξάφνου, ένα ανεπαίσθητο σήμα διαπερνά τα βλέφαρά του – σαν ο κόσμος να διάλεξε τούτη ακριβώς τη στιγμή για να μεταμορφωθεί, να αλλάξει πρόσωπο. Σπεύδει και κοιτάζει ξανά: μπροστά στο έκπληκτο βλέμμα του, ένα κυανό, απόκοσμο φως πλημμυρίζει τώρα την πλάση. Όλα μένουν μετέωρα, άυλα σχεδόν, τυλιγμένα σε αυτό το παράξενο φωτεινό πέπλο που μοιάζει να ενοποιεί τα πάντα κάτω από την κυανή του κυριαρχία. Ο Αντρέας κοιτά με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Επιθυμεί να αποτελεί μέρος αυτού του παράδοξου, ειρηνικού, μακάριου κόσμου που μόλις γεννήθηκε. Τεντώνει κι άλλο το σώμα έξω από το παράθυρο με κίνδυνο να πέσει, απλώνει με λαχτάρα το χέρι∙ νιώθει το φως να τον αγγίζει, να τον διαπερνά, να τον παίρνει μαζί του. Ανήκει εκεί – δεν υπάρχει φόβος -, η καρδιά του γαληνεύει… Λίγες στιγμές αργότερα, το φάσμα του φωτός αλλάζει. Το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε, το κυανό πέπλο χάνεται, η παραίσθηση διαλύεται. Οι αχτίδες του ήλιου δυναμώνουν, η μέρα απλώνεται, τα πρώτα πλοιάρια σχίζουν τα νερά, οι μηχανές τους ηχούν εκκωφαντικά στην πρωινή γαλήνη. Μια γυναικεία φωνή ακούγεται από κάπου κοντά, κάποιος της απαντά. Ο κόσμος που γνωρίζει – ή μήπως κάποιος καινούργιος; - εκκινεί πάλι.

Όλα αρχίζουν ξανά.

Alan Trotter  «Μπράβος» (μτφρ. Γιώργος – Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2021).

Ιδανικό για τις μέρες μας το θαυμάσιο νεονουάρ μυθιστόρημα μυστηρίου «Μπράβος», που αποτελεί το συγγραφικό ντεμπούτο του Σκωτσέζου Alan Trotter (γνωστού διηγηματογράφου με ιστορίες φτιαγμένες ειδικά για το διαδίκτυο και με το βραβείο Sceptre Prize στις αποσκευές του) και μας ξεναγεί στις 300 περίπου σελίδες του στην ιστορία του μπράβου Μποξ και του συνεργάτη του που σπάνε στο ξύλο και μαχαιρώνουν κόσμο εκτελώντας παραγγελίες. Η παρέα διευρύνεται με έναν παρακμιακό συγγραφέα και έναν ντεντέκτιβ φουλ στη νεφέλη φέρνοντας ανοικονόμητη βία και αναρίθμητα πτώματα. Ο Trotter καθηλώνει με την ολοζώντανη, ολόφρεσκη, ασυνήθιστη γραφή του που ανανεώνει το είδος, ανοίγει διαρκώς απροσδόκητους δρόμους στην πλοκή, εξετάζει τη βία μέσα σε έναν αστικό κόσμο απατεώνων και εγκληματικών στοιχείων με μια ακαταμάχητη γοητεία αλλά και έναν χειμαρρώδη ρεαλισμό και δημιουργεί ένα ατμοσφαιρικό αλλά και με έντονες υπαρξιακές αναζητήσεις και ιδιαίτερο στοχασμό βιβλίο. Μια εξαιρετική αποτύπωση του παραλόγου στο χώρο της λογοτεχνίας του μυστηρίου. Ρέουσα και ξεχωριστή η μετάφραση του εκλεκτού Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη, που έχει κατά καιρούς αποδείξει ότι κατέχει όσοι λίγοι το είδος και μπορεί υποδειγματικά να αναδείξει τις πολλαπλές παραμέτρους ανάλογων αναγνωσμάτων.

 Δείγμα γραφής

Κάθομαι και σκέφτομαι, μονάχα αυτό απαιτείται από μένα, που είναι ήδη πολύ, να σκέφτομαι και να περιμένω ώσπου να έρθει η λέξη, που θα έρθει. Σκέφτομαι μ΄ ένα είδος περιπλανώμενου διαλογισμού, μ΄ έναν αργό στοχασμό, αργό και φορτισμένο. Η σκέψη βγαίνει σαν συριγμός από μένα, σαν αέριο, κι έτσι δεν μπορούν καν να τη δουν καθώς σιμώνουν στις γωνίες του δωματίου ή αναδύονται στην επιφάνειά του και φιλοδωρούν το στόμα μου με γάλα ή μου μπήγουν βελόνες και μιλάνε για μένα σαν να είμαι απών, λένε ότι και να πέθαινα ποιος θα το ΄παιρνε χαμπάρι.

Πάω και σπάω χέρια με τον ___ στη μνήμη μου, και ανεβαίνουμε στο τρενάκι του τρόμου. Καθόμαστε δίπλα σε κρεμμύδια που τηγανίζονται και ρίχνουμε τραπουλόχαρτα σ΄ ένα καπέλο. Σερνόμαστε ανάμεσα σε πτώματα για τον Μάγκα και πάμε και πίνουμε με τον Μάγκα. Περιπλανώμενος διαλογισμός. Πηγαίνω και βλέπω την Έβελιν Χάιντ και κάθομαι μαζί της. Αποκοιμιέμαι μ΄ αυτήν στο πλάι μου, κι αυτή με ξυπνάει. «Γειά σου, χαρούμενο αρκούδι». Ευπρόσδεκτες οι σκέψεις της Έβι με κατακλύζουν, πληθαίνουν από το τίποτα και νοηματοδοτούν το πού θα έπρεπε να είμαι. Ξέρω τι σημαίνει να είσαι ασάλευτος και ικανοποιημένος. Γυρίζω πάλι στο σπίτι της Έβι, και ξαναγυρίζω πάλι εκεί.

Το νου σου, κάποιες σκέψεις είναι υπερβολικές, πολύ καυτές και γρήγορες, κι αυτό που χρειάζεται είναι ένας αργός, περιπλανώμενος διαλογισμός.

Μαρία Κουλούρη  «Αστικό Ελάφι» (εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2021)

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες σύγχρονες ποιητικές φωνές η Μαρία Κουλούρη στην τέταρτη αυτή ποιητική της συλλογή βουτά στα άδυτα της ψυχής ανασύροντας τη συγκίνηση με τις πιο απαραίτητες λέξεις. Η λιτή και απαλλαγμένη από καλλωπισμούς και φτιασίδια ποίησή της είναι αυτή που φορτίζει, που δημιουργεί ρυθμό και λυρισμό, που αγγίζει την ψυχή μας.

Όπως μαρτυρά και ο τίτλος της τελευταίας ποιητικής συλλογής της, η Μαρία Κουλούρη πλέκει τα ποιήματά της με πυρήνα και φόντο την πόλη, μπλέκει τις εικόνες και τα στιγμιότυπά της στα κύματα επικοινωνίας και μοναξιάς που εκπέμπει αυτή. Στην πόλη που είναι πληθυντικού γένους, στις πόλεις όλων μας, «στις ασήμαντες πόλεις» που η ποιήτρια αφιερώνει τη συλλογή της χρησιμοποιώντας ένα από τα ελάχιστα επίθετα, είδος υπό διωγμό ή υπό ασφυκτικό περιορισμό από το εκφραστικό της σύμπαν.

Η ποίηση της Μαρίας Κουλούρη δεν είναι ανώδυνη. Δημιουργεί ρωγμές. Ρωγμές υπόγειες χωρίς να κραυγάζει, χωρίς να επιδεικνύεται, χωρίς να ακούγεται μέσα στον θόρυβο της πόλης. Ακούγεται ευαίσθητη σαν ψίθυρος, γυμνή στην εκπνοή της. Πειράζοντας τους τελευταίες στίχους της, «φεύγοντας θα φυτέψει (ω) έναν σπόρο/ Ίσως βρεθεί και γι΄ αυτόν λίγο νερό».

Δείγμα γραφής

Μια περίπτωση ύπαρξης

Με σιγουριά υπεροχής ακούγεται κάθε στιγμή

το υπέδαφος του σώματος

Αυτό που σώζεται είναι η λογική

Στο τέλος δεσμεύεσαι με οτιδήποτε

Για την ανασυγκρότηση χρειάστηκε η αποτυχία

κι ένα αντίγραφο σώματος να κυριολεκτεί

Μετά το τέλος

Δεν αντιλαμβάνεται το δικαίωμα της κίνησης

Το σώμα νεκρό αλλάζει

κι όποιος νομιμοποιείται να μιλήσει

αναρωτιέται για την ύπαρξη της γλώσσας

Αλλά ποιος ενδιαφέρεται ακόμα

Το θέμα παραμένει στην αντίληψη

Τι σημαίνουν δύο πόδια στο κενό

Τόπος και ημερομηνία γέννησης:

Χαλκίδα, 16 Μαρτίου 1975

Νάσια Διονυσίου  «Τι είναι ένας κάμπος» (εκδ. Πόλις, Αθήνα 2021)

Πραγματικά πολύ ευχάριστη έκπληξη είναι το δεύτερο βιβλίο της Κύπριας Νάσιας Διονυσίου, μια νουβέλα 85 σελίδων που διαβάζεται απνευστί, με αρετές αφήγησης, που δομείται γύρω από τα ημερολόγια ενός Κύπριου δημοσιογράφου μέσα από τα οποία παρακολουθούμε την ιστορία των βρετανικών στρατοπέδων κράτησης της Αμμοχώστου, των «camps» (Kάμπους για τους Κύπριους). Αυτός είναι ο «Κάμπος» του τίτλου του βιβλίου της Νάσιας Διονυσίου. Βιβλίο συναρπαστικό, συγκλονιστικό, ωμά ρεαλιστικό μέσα στο λυρισμό του, βαθιά συγκινητικό με ένα συναίσθημα που σε ταράζει μέσα στη λιτή εκφραστικά γραμμή του που δεν αφήνει τις λέξεις και τις παραγράφους να περισσέψουν αλλά μόνο να μας δώσουν με έναν μοναδικό, σχεδόν ποιητικό τρόπο την σύγκρουση του κακού και του καλού, του μίσους και της ανθρωπιάς, του τόπου και της απώλειάς του, της προσφυγιάς, της λήθης και της μνήμης. Εκτός από τη χρήση για την περίπτωση στίχων του κορυφαίου ποιητή Paul Celan, αξίζει να υπογραμμιστεί το εξαιρετικό εύρημα της συγγραφέως να «αξιοποιήσει» μεταφυσικά τον ίδιο ως «ζωντανή» φιγούρα στα όνειρα του δημοσιογράφου-αφηγητή να ανασυνθέτει ένα εμβληματικό ποίημά του για το Ολοκαύτωμά, τη «Φούγκα του θανάτου».

Δείγμα γραφής

Στο τέλος τα πάντα σταμάτησαν, έμειναν ασάλευτα, ένας σωρός από κοκαλωμένα ανθρώπινα μέλη. Σαν κάποιο φτυάρι να τα ΄χε σπρώξει εκεί για να μην πιάνουν απ΄ αλλού χώρο. Αναγνώριζα τώρα πως όλα αυτά βρίσκονταν κάτω από κάτι που ΄μοιαζε με τραπέζι, ποτήρια και πιάτα αναποδογυρισμένα επάνω στο τραπέζι και μια κούπα που άχνιζε∙ σκέφτηκα πως άνθρωποι με φλέβες ζωντανές θα κάθονταν και θα τρώγαν εκεί προηγουμένως. Τώρα φτυαρισμένα κομμάτια κάτω απ΄ το τραπέζι, μπορεί και να μην ήταν τραπέζι, ίσως να ήταν ταβάνι, μπορεί ουρανός, δεν καταλάβαινα τι ήταν. Όλα πάντως βιαστικά φτυαρισμένα, να μην πιάνουν χώρο. Κι ύστερα είδα την κούπα να πέφτει, η κούπα έπεφτε, όλη η προσοχή μου στην κούπα, σάμπως κι από την κούπα που έπεφτε κρεμόταν ολάκερος ο κόσμος. Ήθελα να φωνάξω, αλλά δεν μπορούσα∙ όταν τελικά άνοιξα το στόμα μου, το ΄νιωσα σαν κάτι το ξένο.

Ύστερα απλώθηκε και πάλι η καταχνιά, λες κι ήταν όλα τριγύρω δάκρυα, λες κι ήταν ψυχές. Κι άκουσα ξανά εκείνη τη φωνή, εκείνες τις λέξεις. Βιρ τρίνκεν ουντ τρίνκεν. Λέξεις σαν σφυροκόπημα∙ πρώτα ο ξερός χτύπος τους, ύστερα ένας αντίλαλος που αστράφτει και συνεχίζει στο άπειρο. Τρίνκεν ουν τρίνκεν. Λέξεις-κροτάλισμα από θρυμματισμένα γυαλιά, βαριές πρόκες που καρφώνονται, ατσαλένια πόρτα που κλείνει με πάταγο, άγριος άνεμος που σφυρίζει με λύσσα. Τρίνκεν ουν τρίνκεν. Όχι, δεν ήταν λέξεις, ήταν οι γδούποι του φτυαριού, ήταν τα κόκαλα που θρυμματίζονταν, ήταν η κούπα που έπεφτε, που ολοένα πέφτει, η κούπα που θα σπάσει. Μαύρο γάλα της αυγής, έλεγαν οι λέξεις, σε πίνουμε και πίνουμε και πίνουμε, έλεγαν, σκάβουμε τάφο στους αιθέρες, έλεγαν.

Έλεγαν και κάτι άλλο οι λέξεις. Ντερ τοντ, έλεγαν, ο θάνατος είναι μάστορας, έλεγαν, το μάτι του είναι γαλανό, έλεγαν, σε πετυχαίνει η μολυβένια του σφαίρα, έλεγαν. Όχι, δεν ήταν απλώς λέξεις, ήταν ο ίδιος ο θάνατος, ο θάνατος που ήταν απαράλλαχτος ο άνθρωπος.

 

Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr

Culture