Back to Top
#TAGS Αιγιάλεια Δελτίο Ειδήσεων Κορωνοϊός Αμερικανικές Προεδρικές Εκλογές 2020 ΧΑΡΤΗΣ ΚΟΡΩΝΟΪΟΥ
Αγγελίες
Μην ψάχνεις, βρες στο
THE BEST

ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

/

Μνήμες μιας αόρατης πόλης (Ι)

Photo Credit: Φάνης Λογοθέτης 

Photo Credit: Φάνης Λογοθέτης 

Του Pavel

Αφήνοντας πίσω το σπίτι του στην Παραλία Πατρών, ξεκίνησε να κάνει μια τελευταία βόλτα στην πόλη που έζησε και τον ταξίδεψε τα τελευταία 45 χρόνια. Ήταν ο φίλος μου ο Χριστόφορος, ένας εξαίρετος άνθρωπος, που αγαπούσε τη ζωή, το καλό φαγητό και τις Τέχνες!

Τα βήματά του τον φέρανε στην Ακτή Δυμαίων, πέρασε έξω από το Εργοστάσιο Τέχνης και μετά απέναντι στο Νότιο Πάρκο. Στα αριστερά του είχε τη θάλασσα με θέα τη Βαράσοβα και την Παλιοβούνα, ακριβώς δίπλα του είχε τη χαρά και το χαμόγελο που πρόσφερε το παιχνίδι στα μικρά παιδιά. Βλέποντας τον παλαιό ναό του Αγίου Ανδρέα, σκέφτηκε τους φίλους του που είχαν φύγει από τη ζωή και αποφάσισε να ανάψει ένα κερί στη μνήμη τους. Στη συνέχεια διασχίζοντας την Τριών Ναυάρχων του ήρθαν πολύ έντονα οι μυρωδιές του βασιλικού  και των νεραντζιών.

Ανέβηκε τις σκάλες και κατευθύνθηκε προς την πλατεία των Υψηλών Αλωνίων, εδώ έφερνε τις κόρες του, τους γαμπρούς και τα εγγόνια όταν τον επισκέπτονταν. Η ανάγκη ήταν έντονη, ήθελε να διασχίσει το κέντρο της πόλης, χωρίς οχλαγωγία, χωρίς αυτοκίνητα, με την ελάχιστη κίνηση.

Κατέβηκε στη Γούναρη και έφτασε μέχρι το παλιό κτίριο της Νομαρχίας. Από εκεί έστριψε δεξιά προς την Πλατεία Γεωργίου. Είχε αρχίσει να φαίνεται το Μέγαρο Λόγου και Τέχνης, το οποίο οικοδομήθηκε  το 1973 με σχέδια του Μιχάλη Δωρή.

Ο Χριστόφορος την προηγούμενη μέρα πριν φύγει από την πόλη είχε περάσει να δει μια έκθεση στη Gallery Cube. Την είχε επισκεφτεί και άλλες φορές, η Λιάνα υπεύθυνη της Gallery τον γνώριζε και τον εκτιμούσε πολύ, του είχε μια έκπληξη για τον αποχαιρετισμό τους. Μια ιστορία γραμμένη από την ίδια για το πώς είχε αποτυπωθεί η πόλη μέσα της όλα αυτά τα χρόνια που ζούσε και δούλευε. Το μοναδικό που του ζήτησε ήταν να τη διαβάσει πριν φύγει…..είχε φτάσει η ώρα στο αγαπημένο του καφέ δίπλα από το Δημοτικό Θέατρο «Απόλλων» και το Μέγαρο Λόγου και Τέχνης…

Όνειρο – Πόλεις

“Οι πόλεις, όπως και τα όνειρα, είναι φτιαγμένες από επιθυμίες και φόβους. Ακόμη κι αν το νήμα του λόγου τους είναι μυστικό, οι κανόνες τους είναι παράλογοι, οι προοπτικές τους απατηλές και τα πάντα κρύβουν κάτι άλλο.”

― Ίταλο Καλβίνο, Αόρατες Πόλεις 

Όπως και στις Αόρατες Πόλεις, έτσι και για μένα, οι πόλεις του κόσμου ζουν και αναπνέουν μέσα από τις περιπλανήσεις μας, σε αυτές. Ταξιδεύοντας, από μικρή ηλικία, αυτό που πάντα με γοήτευε σε κάθε καινούρια πόλη ήταν να την περπατώ και να την αισθάνομαι μέσα από τις ανεξερεύνητες πλευρές της.

Αν και η Πάτρα, είναι για μένα μια από τις “υιοθετημένες” μου πατρίδες, το εγχείρημα του να την περιγράψω μέσα από τις διαδρομές μου, κάθε άλλο παρά εύκολο μου είναι. Όταν επιλέγεις να εγκατασταθείς σε μία πόλη, όσο και αν πιστεύεις πως είσαι σίγουρος για την επιλογή σου, έρχονται στιγμές που το ανατρέπουν και τότε είναι που ξεκινούν οι μαγικές περιπλανήσεις.

Ένα από τα πρώτα σημεία, που σου δίνουν την αίσθηση μια μεγάλης ελευθερίας και σου αποκαλύπτουν τον μεγάλο ορίζοντα είναι οι Σκάλες Αγίου Νικολάου. Γιατί λοιπόν, να μην είναι η αφετηρία, της περιπλάνησή μας, σε αυτή την Αόρατη Πόλη? Κατασκευάστηκαν το 1934, στην εποχή του Μεσοπολέμου και αριθμούν 193 σκαλοπάτια που σε προκαλούν να καθίσεις με τις ώρες χαζεύοντας την απεραντοσύνη που ξετυλίγεται απέναντί σου. Σε μία από τις βόλτες μου εκεί, στο μυαλό μου ήρθε ο ανατρεπτικός χορευτής και χορογράφος Vaslav Nijinsky και το πόσο θα τον γοήτευε το σημείο, για να πραγματοποιήσει εκεί μία ακόμη πιο εναλλακτικά ενδιαφέρουσα Ιεροτελεστία της Άνοιξης, χρησιμοποιώντας αυτό το απίστευτο φυσικό σκηνικό, για να πραγματοποιήσει τα “ουράνια” άλματά του.

Vaslav Nijinksy, Rite of Spring

 

Όταν, στέκεσαι στην κορυφή τους, είναι δύσκολη η επιλογή σχετικά με το αν θέλεις να κατεβείς τα σκαλοπάτια ... χορεύοντας προς τη θάλασσα ή αν θέλεις να τους γυρίσεις την πλάτη και να συνεχίσεις την εξερεύνηση στο Κάστρο της πόλης. 

Χτισμένο πάνω στα ερείπια της αρχαίας Ακρόπολης,  με τείχη που περικλείουν μύθους και θρύλους, με πύργους και προμαχώνες, σαν σκηνικό αρχαίας τραγωδίας με κεντρική ηρωίδα το στοιχειό της Πάτρας, την Πατρινέλα που κατοικεί στο νοτιοανατολικό πύργο. Προστάτης της πόλης από τις επιδημίες, αλλά και αγγελιοφόρος κακών συμβάντων, μιας και εμφανιζόταν κλαίγοντας, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, μόνο όταν ήταν να συμβεί κάτι κακό. Σημαντικό ρόλο στη δημιουργία του μύθου αυτού έπαιξε το εντοιχισμένο, σε ειδική εσοχή στα τείχη του Κάστρου, άγαλμα που αποτελείται από δύο τμήματα, κορμός και κεφάλι, δύο διαφορετικών αγαλμάτων.

Ο ορίζοντας, όμως πάντα δημιουργεί μια έντονη έλξη για να τον πλησιάσεις και έτσι η συνέχεια βρίσκεται κατεβαίνοντας τα σκαλιά, με βήματα που οδηγούν στον Πεζόδρομο Ηφαίστου, που πάντα σφύζει από ζωή και χαρούμενους φωτεινούς ανθρώπους που περπατούν ή κάθονται στα καλόγουστα καφέ. Θα έλεγα πως προτιμώ τις νυχτερινές ώρες, καθώς υπάρχει μία αύρα στα στενά δρομάκια εκεί γύρω, που μου δημιουργεί μία αίσθηση ωραίας προσμονής. Είναι σίγουρα το περιβάλλον, που θα τοποθετούσα μία από τις δράσεις του street artist Banksy, γιατί εκτός των άλλων, υπάρχει το κοινό που θα ενθουσιαζόταν να στρίψει σε μια γωνία και να δει μπροστά του μία από τις δημιουργίες του “φαντομά-καλλιτέχνη”. Εξάλλου ο ίδιος πιστεύει πως: “το γκραφίτι είναι ένα από τα λίγα εργαλεία που έχετε, όταν στην πραγματικότητα δεν έχετε τίποτα! Αν δεν καταλήξετε σε μια ζωγραφιά η οποία θα βάλει τέλος στην παγκόσμια φτώχεια, μπορεί - ποτέ δεν ξέρεις - να καταφέρετε να κάνετε έναν άνθρωπο να χαμογελάσει ενώ θα έχει τρυπώσει σε κάποιο στενό για να κατουρήσει.”

Banksy, Street Artist 

Συνεχίζοντας την διαδρομή μου, συναντώ την Πλατεία Γεωργίου, την πιο εντυπωσιακή από τις πολλές, που υπάρχουν στην Πάτρα. Αν και τα δύο μεγάλα μπρούτζινα συντριβάνια, με τα φτερωτά λιοντάρια, που τα κοσμούν, είναι εκείνα που πρώτα θα τραβήξουν την προσοχή, δεν μπορείς παρά να σταθείς με θαυμασμό απέναντι από το θέατρο Απόλλων, αρχιτεκτονική δημιουργία του Τσίλλερ και μικρογραφία της περίφημης Σκάλας του Μιλάνου. Το πιο ενδιαφέρον, όμως βρίσκεται περνώντας τη βαριά είσοδο, στο εντυπωσιακό εσωτερικό του, που έχει φιλοξενήσει σημαντικές θεατρικές παραστάσεις, αλλά και παραστάσεις όπερας, όπως η όπερα του Βέρντι, Ο χορός των μεταμφιεσμένων, που παρουσιάστηκε τον Οκτώβριο του 1872, παράλληλα με την έναρξη λειτουργίας του θεάτρου. Εκεί ζωντανεύει και μια άλλη εκδοχή, της πασίγνωστης ιστορίας του μυθιστορήματος Le Fantôme de l'Opéra  του Gaston Leroux, γιατί όπως κάθε θέατρο που σέβεται τον εαυτό του, έτσι και το συγκεκριμένο φιλοξενεί το φάντασμά του. Από τα προπολεμικά ακόμη χρόνια, κυκλοφορεί η φήμη, πως ένας από τους ηθοποιούς, είχε δολοφονηθεί στη διάρκεια της παράστασης και είχε ταφεί μέσα στο θέατρο. Λέγεται πως τριγυρνά τα βράδια και ανεβαίνει στη σκηνή για να παίξει. Ενώ, κάποιοι ακόμη πιο τολμηροί, ισχυρίζονται πως τον έχουν δει να κρυφοκοιτάζει από τα παρασκήνια, στη διάρκεια των παραστάσεων. Η αλήθεια είναι, πως μετά από έρευνες, δεν έχει βρεθεί κάποιος τάφος στο εσωτερικό του θεάτρου, αλλά είναι τόσο γοητευτική αυτή η ιστορία όσο και η ιδέα του να φιλοξενηθεί στο χώρο του θεάτρου, το υπέροχο The Phantom of the Opera του Andrew Lloyd Webber.

The Phantom of the Opera 

Επόμενος σταθμός, ο Πεζόδρομος Τριών Ναυάρχων, ειδικά όταν οι νεραντζιές του είναι ανθισμένες, δημιουργώντας μια από τις πιο μαγευτικές διαδρομές στην πόλη. Είτε ξεκινήσει κανείς, να τον “περπατήσει”, από τα Ψηλά Αλώνια, είτε από το κάτω μέρος του πεζοδρόμου, η εμπειρία είναι μοναδική. Μόνη διαφορά η εκπληκτική θέα που θα εισπράξει ο περιπατητής που θα ξεκινήσει από τις σκάλες των Υψηλών Αλωνίων, μιας και θα έχει μπροστά στα μάτια του τον πεζόδρομο που διασχίζει την πόλη και καταλήγει στη θάλασσα. Ιδανικό μέρος για διάβασμα, σε ένα από τα παγκάκια που βρίσκονται σε όλη τη διαδρομή. Προτεινόμενο βιβλίο? Σίγουρα το On The Road του Jack Kerouac, αν και η πόλη, σε προσκαλεί να την ανακαλύψεις, με την ιδιότητα του flâneur και όχι με την άγρια επιθυμία για εξερεύνηση που διακατέχει τον ήρωα του Kerouac.

Jack Kerouac 

Τελικός, αλλά όχι τελευταίος σταθμός, η θάλασσα και το Νότιο Πάρκο, όταν ο ήλιος βρίσκεται στη δύση του, βάφοντας όλο τον Πατραϊκό με χρώματα μοναδικά. Αυθόρμητα, έρχονται στο μυαλό μου, δύο τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους ζωγράφοι, που όμως θα μπορούσαν ο καθένας με τον τρόπο του να περιγράψει ιδανικά το τι βιώνει ο θεατής που βρίσκεται μέσα στο μεγαλείο της φύσης. Ο ένας είναι ο Mark Rothko και το έργο του Orange and Yellow (1956), γιατί περιγράφει με τον πιο λιτό, αλλά περιεκτικό τρόπο την αίσθηση της στιγμής.  Ο άλλος είναι ο David Hockney και το A Bigger Splash, 1967 για το τρόπο που περιγράφει το χρόνο που σταματά στη θέα του νερού, αλλά και την πλήρη απουσία της ανθρώπινης παρουσίας.

Mark Rothko, Orange and Yellow (1956)

David Hockney, A Bigger Splash, 1967 

Εξάλλου, οι διαδρομές στις Ονειρο – Πόλεις, δεν τελειώνουν ποτέ, γιατί:

“Οι μόνοι που αξίζουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται για να ζήσουν, να μιλήσουν, να σωθούν, που ποθούν τα πάντα την ίδια στιγμή, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριόνται ή δεν λένε κοινότοπα πράγματα, αλλά που καίγονται, καίγονται, καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά …” ― Jack Kerouac, On The Road

Λιάνα Ζωζά  Founder | Curator at Cube Gallery

 

Culture