Το πρωί της Τετάρτης (04.02.2026), περισσότεροι από 300 δημοσιογράφοι της εφημερίδας μπήκαν σε ένα call με τον διευθυντή σύνταξης της Washington Post, Ματ Μάρεϊ και τον διευθυντή ανθρώπινου δυναμικού, Γουέιν Κόνελ, οι οποίοι τους ενημέρωναν να μείνουν σπίτι εκείνη τη μέρα.
Η είδηση έπεσε σαν βόμβα στην αίθουσα σύνταξης της Washington Post.
Δημοσιογράφοι με δεκαετίες εμπειρίας, ρεπόρτερ που γνώριζαν κάθε γειτονιά της Ουάσινγκτον και εργαζόμενοι σε κομβικά τμήματα βρέθηκαν ξαφνικά εκτός. Οι απολύσεις – από τις μεγαλύτερες στην πρόσφατη ιστορία της εφημερίδας – δεν ήταν απλώς μια εταιρική απόφαση, αλλά μια στιγμή που σημάδεψε μια ολόκληρη γενιά δημοσιογράφων.
Το πρωί της Τετάρτης (04.02.2026), περισσότεροι από 300 δημοσιογράφοι της εφημερίδας μπήκαν σε ένα call με τον διευθυντή σύνταξης της Washington Post, Ματ Μάρεϊ και τον διευθυντή ανθρώπινου δυναμικού, Γουέιν Κόνελ, οι οποίοι τους ενημέρωναν να μείνουν σπίτι εκείνη τη μέρα. Όπως και κάθε επόμενη. Η Washington Post ξεκινά απολύσεις λόγω οικονομικών πιέσεων.
Το πλήγμα ήταν ιδιαίτερα αισθητό στο Metro desk, την καρδιά της τοπικής ενημέρωσης για την Ουάσινγκτον, το Μέριλαντ και τη Βιρτζίνια. Εκεί όπου οι δημοσιογράφοι γνώριζαν όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά και τους ανθρώπους, τις διαδρομές, τις μικρές ιστορίες που συγκροτούν μια πόλη.
Πολλοί αποχώρησαν μέσα σε λίγες ώρες, αφήνοντας πίσω γραφεία γεμάτα σημειώσεις, φωτογραφίες, προσωπικά αντικείμενα – ίχνη μιας ζωής αφιερωμένης στη δημοσιογραφία.
«Ήταν μια σκληρή μέρα. Άδειασαν θέσεις, χάθηκαν συνάδελφοι», έγραψε εργαζόμενος σε ανάρτησή του, αποτυπώνοντας το κλίμα σοκ. Άλλοι μίλησαν για κάτι βαθύτερο από απώλεια θέσεων εργασίας: «Χάνουμε ρεπόρτερ που γνωρίζουν αυτή την πόλη καλύτερα από τον καθένα».
Οι περικοπές εντάσσονται σε μια ευρύτερη αναδιάρθρωση, με τη διοίκηση να προσπαθεί να μειώσει το κόστος και να επαναπροσδιορίσει τη στρατηγική της σε ένα ολοένα πιο δύσκολο περιβάλλον για τα media.
Για πολλούς εργαζομένους, όμως, το ζήτημα δεν είναι οικονομικό. «Δεν πρόκειται για αναδιοργάνωση. Είναι αποδόμηση της τοπικής δημοσιογραφίας», σχολίασε δημοσιογράφος, εκφράζοντας τον φόβο ότι η πόλη θα χάσει τη βαθιά, καθημερινή κάλυψη που παρείχε η Post επί δεκαετίες.
Πίσω από τους αριθμούς και τις ανακοινώσεις βρίσκονται προσωπικές ιστορίες: καριέρες που διακόπηκαν απότομα και μία αίθουσα σύνταξης που προσπαθεί να ξαναβρεί την ταυτότητά της.
Η ανακοίνωση και το σοκ
Mπαίνοντας στην ιστοσελίδα της Washington Post, κάτω από το κεντρικό banner και το λογότυπο, υπάρχει το σλόγκαν «Democracy Dies in Darkness», που μεταφράζεται «Η Δημοκρατία πεθαίνει στο σκοτάδι».
Εδώ και λίγες μέρες, η παραπάνω φράση που δίνει εδώ και σχεδόν μία δεκαετία το στίγμα της αποστολής μίας εφημερίδας με ιστορία 150 ετών, μοιάζει να έχει αποκτήσει άλλο νόημα.
Η Washington Post, ιδιοκτησίας του Τζεφ Μπέζος, ανακοίνωσε ότι προχωρά σε εκτεταμένες απολύσεις, καταργώντας τμήματα του newsroom. Λίγο πριν την επίσημη ενημέρωση, ο εκτελεστικός αρχισυντάκτης Ματ Μάρεϊ και ο υπεύθυνος Ανθρώπινου Δυναμικού Γουέιν Κόνελ ζήτησαν από τους εργαζόμενους να «μείνουν σπίτι» και να συνδεθούν σε webinar.
Το μήνυμα ψυχρό και τυπικό, το αποτέλεσμα, όμως, βαθιά ανθρώπινο: το αθλητικό τμήμα καταργείται στη σημερινή του μορφή, το τμήμα βιβλίων κλείνει, το podcast Post Reports σταματά, η διεθνής κάλυψη μειώνεται και το Metro desk αναδιαρθρώνεται δραστικά.
Οι εργαζόμενοι ενημερώθηκαν ότι θα λάβουν email που θα καθόριζε το μέλλον τους: παραμονή ή κατάργηση θέσης. Ο συνολικός αριθμός απολύσεων δεν ανακοινώθηκε αμέσως, όμως εκτιμάται ότι επηρεάστηκε περίπου το 1/3 του προσωπικού.
Οι φήμες κυκλοφορούσαν εβδομάδες. Η διοίκηση δεν επιβεβαίωνε ούτε διέψευδε. «Είναι απόλυτη σφαγή», είπε ένας εργαζόμενος που ζήτησε ανωνυμία. «Λουτρό αίματος» θα πει ένας άλλος.
Ανάμεσα στους απολυμένους και ο Μάρτιν Βάιλ. Εργαζόταν στην Post από το 1965. Είναι ένας από τους τελευταίους της εποχής του Watergate.

/ REUTERS / Aaron Schwartz
Τα ξημερώματα της 17ης Ιουνίου 1972, πέντε διαρρήκτες συλλαμβάνονται μέσα στα κεντρικά γραφεία του κόμματος των Δημοκρατικών, εντός του κτιριακού συγκροτήματος Watergate στην Ουάσιγκτον.
Μέχρι τη στιγμή εκείνη η λέξη Watergate παρέπεμπε στο εντυπωσιακό αυτό κτιριακό συγκρότημα. Λίγες ώρες αργότερα θα γινόταν το όνομα του μεγαλύτερου πολιτικού σκανδάλου στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, το σκάνδαλο Watergate.
Στα πρώτα του χρόνια, συνήθισε να αγνοεί τον θόρυβο του αστυνομικού ασυρμάτου. Ένα βράδυ του Ιουνίου 1972, όμως, σταμάτησε όταν άκουσε: «Οι πόρτες άνοιξαν στο Watergate». Την επόμενη ημέρα έμαθε ότι τα γραφεία των Δημοκρατικών είχαν διαρρηχθεί. Η Post βρέθηκε στο κέντρο μιας υπόθεσης που θα άλλαζε την ιστορία.
«Δούλεψα εκεί 60 χρόνια - πόσοι άνθρωποι μπορούν να το πουν αυτό;» είπε συγκινημένος.
«Η συγκίνηση να βλέπω το όνομά μου τυπωμένο δεν έφυγε ποτέ. Δεν ξεθώριασε ποτέ».
Η καριέρα του διέσχισε δεκαετίες αλλαγών. Είδε την Post να επεκτείνεται, να κυριαρχεί στην τοπική αγορά, να αντλεί διαφημιστικά έσοδα από κάθε γωνιά της μητροπολιτικής περιοχής - και αργότερα να στρέφεται προς ένα εθνικό μοντέλο ενημέρωσης υπό την ιδιοκτησία του Μπέζος.
Κάλυψε κρίσεις, δολοφονίες, επιθέσεις, την 11η Σεπτεμβρίου, την επίθεση της 6ης Ιανουαρίου 2021 στο Καπιτώλιο. Στις νυχτερινές βάρδιες επέμενε να βελτιώνει τα κείμενα μέχρι την τελευταία στιγμή. «Αυτό χρειάζεται διόρθωση», έλεγε.
Χρησιμοποιούσε έναν έντυπο τηλεφωνικό κατάλογο για να εντοπίζει μάρτυρες. Η χαρακτηριστική του εισαγωγή έμεινε θρυλική:
«Καλησπέρα σας, είμαι ο Μάρτιν Βάιλ από τη Washington Post. Συγγνώμη που σας ενοχλώ, αλλά γνωρίζετε ότι ο γείτονάς σας δολοφονήθηκε;»
Και όμως, υπήρχε και χώρος για πιο ήσυχες στιγμές. Έγραφε μικρά «καιρικά» κείμενα, σχεδόν λογοτεχνικά, που απέκτησαν φανατικούς αναγνώστες.
Ήταν από εκείνους που περνούσαν καθημερινά από τα γραφεία για ένα γεια πριν καθίσουν να γράψουν.
Η αποχώρησή του είναι το τέλος μιας ολόκληρης εποχής.
Ούτε μια πολεμική ανταποκρίτρια δεν γλίτωσε.
«Μόλις απολύθηκα από τη Washington Post ενώ βρισκόμουν στη μέση μιας εμπόλεμης ζώνης», έγραψε στο X η ανταποκρίτρια στην Ουκρανία Λίζι Τζόνσον. «Δεν έχω λόγια. Είμαι συντετριμμένη».
Η «στρατηγική επανεκκίνηση» και οι αντιδράσεις
Σε εσωτερική σύσκεψη, ο Ματ Μάρεϊ μίλησε για «στρατηγική επανεκκίνηση» και ανάγκη προσαρμογής σε μια κορεσμένη αγορά. Η Post, είπε, πρέπει να γίνει «πιο απαραίτητη στη ζωή των ανθρώπων».
Παραδέχθηκε ότι οι αποφάσεις θα είναι οδυνηρές. Οι απολυμένοι θα παραμείνουν τυπικά στο προσωπικό έως τον Απρίλιο, με κάλυψη υγείας για έξι μήνες.
Ο πρώην εκτελεστικός διευθυντής σύνταξης, Μάρτιν Μπάρον, χαρακτήρισε τη μέρα «μία από τις πιο σκοτεινές στην ιστορία ενός από τους σπουδαιότερους ειδησεογραφικούς οργανισμούς στον κόσμο».
Προειδοποίησε ότι οι φιλοδοξίες της Post θα μειωθούν και το κοινό θα στερηθεί τη δημοσιογραφία πεδίου.
Οι αντιδράσεις ήταν έντονες. Δημοσιογράφοι κατηγόρησαν τη διοίκηση και τον εκδότη Γουίλ Λιούις, ενώ άλλοι στόχευσαν ευθέως τον Τζεφ Μπέζος.
«Η κληρονομιά του θα είναι ότι επέτρεψε να καταστραφεί ένας αμερικανικός θεσμός», είπε απολυμένος συντάκτης.
Το σωματείο εργαζομένων υποστήριξε ότι οι περικοπές δεν ήταν αναπόφευκτες και προειδοποίησε: μια αίθουσα σύνταξης που αποψιλώνεται δεν μπορεί να διατηρήσει την αξιοπιστία και την αποστολή της.
Τα τελευταία χρόνια είχαν ήδη προηγηθεί εθελούσιες έξοδοι και μικρότερα κύματα απολύσεων.
Όμως τώρα είναι διαφορετικά. Δεν επρόκειτο μόνο για θέσεις, αλλά για εμπειρία, για τα πρόσωπα που έχτισαν την ταυτότητα της Post.
Εργαζόμενοι υπέγραψαν επιστολές, έκαναν αναρτήσεις, ζήτησαν από τον Μπέζος να σταματήσει τις περικοπές. Δεν έλαβαν καμία απάντηση.
Στην αίθουσα σύνταξης, το κλίμα είναι βαρύ. Όχι μόνο για εκείνους έφυγαν, αλλά και για όσους μένουν. Γιατί κάθε κενή καρέκλα θυμίζει ότι η δημοσιογραφία δεν είναι απλώς περιεχόμενο - είναι οι άνθρωποι.
πηγη newsit
Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr












