Back to Top
#TAGS Αιγιάλεια Κορωνοϊός 200 Χρόνια Από Την Ελληνική Επανάσταση Νάσος Νασόπουλος ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Αγγελίες
Μην ψάχνεις, βρες στο
THE BEST

ΒΙΒΛΙΟ

/

Ο Ωρολογοποιός : Μέρος Ενδέκατο

Ο Ωρολογοποιός : Μέρος Ενδέκατο

του Στάθη Θ. Πολίτη

Κάθε Κυριακή, το thebest.gr φιλοξενεί σε συνέχειες τη νουβeλα του Στάθη Θ. Πολίτη, «Ο Ωρολογοποιός».

Διαβάστε εδώ το Δέκατο Μέρος

_

#21

Οι ασβεστόλιθοι του Σανατορίου ασφυκτιούσαν κάτω από την αποπνικτική ζέστη.

Ο Μάρκος έφτασε ακριβώς την στιγμή που η υπομονή του Ηλία είχε αρχίσει να εξαντλείται.

«Γιατί άργησες; Αν ερχόσουν πέντε λεπτά αργότερα θα είχαμε φύγει.»

Ο Μάρκος έφτυσε στο χώμα που έμοιαζε να κοχλάζει.

«Αυτό ήρθες να με ρωτήσεις;» αποκρίθηκε με μία νωχελική έκφραση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.

Ο Ηλίας πετάχτηκε να του απαντήσει όπως έπρεπε, αλλά τον πρόλαβε ο Στέφανος. Πάντα τους προλάβαινε ο Στέφανος.

«Δε νομίζω πως ήρθαμε εδώ για να αναπαραστήσουμε αυτά που κάναμε ως δεκάχρονα. Πάμε να κάτσουμε εκεί πέρα στον ίσκιο και να τα πούμε ήρεμα και καλά.»

Κατευθύνθηκαν προς τα χαλάσματα του Σανατορίου. Κάποια σημεία τους ήταν τόσο ψηλά, που ακόμα και το καταμεσήμερο κατόρθωναν να ρίξουν την ανακουφιστική τους σκιά.

«Ωραία λοιπόν, ακούω. Προς τι αυτή η συνάντηση;» ξεκίνησε ο Μάρκος.

«Δεν θεωρείς πως υπήρχε λόγος να συναντηθούμε;» απάντησε κάπως πικρόχολα ο Ηλίας.

«Δεν έχουμε βρεθεί πάνω από ενάμισι χρόνο τώρα. Άλλαξε κάτι και δεν το ξέρω; Εκτός αν έπαθε κάτι η Βασιλική –πείτε μου ρε, αυτό είναι; Έγινε κάτι με το παιδί; Πείτε μου ανάθεμά σας, έχω πολύ καιρό να τις δω!»

«Όχι, όχι, καμία σχέση. Αν είχε γίνει οτιδήποτε τέτοιο θα στο είχα παραγγείλει με τον γνωστό τρόπο. Δεν το ξέρεις αυτό;»

«Το ξέρω Στέφανε και σε ευχαριστώ. Θα στο χρωστάω για μια ζωή.»

Πήρε ανάσα βαθιά και σκούπισε τον ιδρώτα που έτρεχε ακατάπαυστα στο μέτωπό του.

«Εγώ ζήτησα να βρεθούμε.» είπε με φόρα ο Ηλίας. «Και ξέρεις γιατί; Γιατί δεν είμαι σαν κι εσένα. Εγώ τους φίλους μου τους υπολογίζω και τους τιμώ. Ήθελα λοιπόν να σου πω από κοντά πως σε πέντε μέρες κατατάσσομαι στον στρατό. Δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο, ο θείος μου μου είπε πως δεν χωρούσε άλλη αναβολή.»

Νεκρική σιγή έπεσε στο Σανατόριο. Ούτε ανάσα δεν ακουγόταν πια.

«Μια χαρά. Καλή θητεία να έχεις. Αυτό ήταν όλο;»

«Ναι αυτό ήταν. Δεν το θεωρείς κάτι σημαντικό;»

«Σημαντικό; Να θεωρώ σημαντικό που άλλο ένα ντουφέκι θα προστεθεί στη δύναμη των φασιστών; Όχι δα. Έχετε ήδη υπεροπλία, κάτι που δε μας νοιάζει ούτε στο ελάχιστο σε πληροφορώ.»

Ο Στέφανος είχε χώσει το κεφάλι του μέσα στις δύο υπερμεγέθεις παλάμες του. Έβλεπε προς τα πού πήγαινε το πράγμα.

«Ρε συ, σου λέω πως θα είμαστε σε αντίπαλα στρατόπεδα, μπορεί και να βρεθούμε σε κάποια μάχη, το πιο πιθανό είναι πως σε λίγο καιρό θα με στείλουν κάπου εδώ κοντά να υπηρετήσω, και δεν σου καίγεται καρφί; Τόσο πολύ λοιπόν κατάφεραν να σε αλλοιώσουν μέσα σε ένα χρόνο οι σύντροφοί σου; Έγινες άλλος άνθρωπος;» ξέσπασε ο Ηλίας.

Ο Στέφανος σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μέρος του Ηλία. Ο Μάρκος καθόταν σε έναν πεσμένο κορμό παραπέρα.

«Ηλία ήρεμα σε παρακαλώ, μη λέμε τέτοιες κουβέντες.»

Ο Ηλίας όμως είχε βγει πλέον εκτός εαυτού.

«Άσε μας κι εσύ μωρέ. Ωραία τη γλύτωσες εσύ και μιλάς τώρα με την ασφάλεια του κουτσού. Κοιτάξτε έναν κουτσό ρε παιδιά που δεν μπορεί να υπηρετήσει την πατρίδα του!»

Ο Μάρκος χίμηξε να τον φάει.

Πιάστηκαν στα χέρια. Δύο άγρια, ματωμένα θηρία που κυλιόνταν στο καυτό χώμα της πατρικής γης.

Ο Στέφανος προσπάθησε να τους χωρίσει.

Κόπος μάταιος. Το θέαμα στην αρένα θα λάμβανε τέλος μόνο όταν οι δύο μονομάχοι το αποφάσιζαν.

Μετά από αρκετή ώρα, κείτονταν κι οι δύο αποκαμωμένοι, κάτω από τον αυγουστιάτικο ήλιο.

Πρώτος σηκώθηκε με τα χίλια ζόρια ο Ηλίας.

Μάζεψε το κουρελιασμένο του πουκάμισο και ξεκίνησε να αποχωρεί κουτσαίνοντας.

«Να ξέρετε κι οι δύο πως σας είπα ψέματα. Δεν δίστασα στιγμή να καταταγώ. Ίσα-ίσα που είμαι περήφανος που σε αυτήν την ιστορική συγκυρία θα υπηρετήσω την πατρίδα μου, στέλνοντας όσο το δυνατόν περισσότερα κομμούνια στον διάολο!»

Δεν αποκρίθηκε κανείς.

Μοναχά κάποιο εκπαιδευμένο αυτί θα μπορούσε να αφουγκραστεί ένα πνιχτό, σχεδόν βουβό, θρήνο.

Οι ψυχές του Σανατορίου θρηνούσαν για τα τρία παλικάρια.

Για τη χαμένη νιότη, τη χαμένη φιλία, τη χαμένη ανθρωπιά τους.

 

#22

Πελοπόννησος, Ελλάδα, 18 Νοεμβρίου 1996

Μικρή μου Σοφούλα,

Συνεχίζω από εκεί που σταμάτησα στο προηγούμενο γράμμα μου –εσύ βέβαια μαζί θα τα λάβεις οπότε δεν σου κάνει διαφορά.

Υπόσχομαι να μην ξεφύγω ξανά από όσα μου έχεις ζητήσει και να μη σε μπερδεύω με τις αναζητήσεις ενός γέρικου μυαλού.

Οι γονείς σου λοιπόν, ο Μάρκος και η Βασιλική.

Όπως σου έχω ήδη πει, με τον Μάρκο και τον Ηλία περάσαμε μαζί τα ανέμελα παιδικά και εφηβικά μας χρόνια.

Δεν ήταν πάντα ανέφελα βέβαια. Ακόμα και μεταξύ μας, είχαμε φαγωμάρες. Ειδικά οι δυο τους τρώγονταν πάντα, τις περισσότερες φορές για ψύλλου πήδημα. Παρά το ότι ήταν διαφορετικοί χαρακτήρες, είχαν σίγουρα ένα κοινό –έπαιρναν φωτιά με το παραμικρό.

Κι εγώ προσπαθούσα συνέχεια να τη σβήσω, παίζοντας με αρκετή επιτυχία οφείλω να ομολογήσω το ρόλο του πυροσβέστη.

Δεν ήμουν πάντα δίκαιος, πρέπει κι αυτό να το πω. Βλέπεις, όσο κι αν τους αγαπούσα και τους δύο, η αδυναμία που είχα στον Μάρκο έγερνε τις περισσότερες φορές τη ζυγαριά υπέρ του.

Θες επειδή ο Ηλίας ήταν πιο ισχυρός και δομημένος χαρακτήρας, θες επειδή ο Μάρκος ήταν ο πιο ευαίσθητος από όλους μας –παρά τις συνεχείς προσπάθειές του να δείχνει το αντίθετο-, τον είχα πάντα σαν τον μικρό μου αδερφό που έπρεπε να προστατεύω. Είχαμε μόλις δυο μήνες διαφορά, αλλά έτσι ένοιωθα από μικρός κι έτσι φερόμουν.

Βέβαια, η πηγαία διπλωματική μου καπατσοσύνη είχε ως αποτέλεσμα τις περισσότερες φορές να επιτυγχάνει την ισορροπία κι ένα αίσθημα δικαιοσύνης στην παρέα.

Αν το καλοσκεφτείς άλλωστε, αυτό έκανα μια ολόκληρη ζωή. Κρατούσα τα κομμάτια ενωμένα, ώστε να μπορεί να δουλεύει άρτια το σύνολο. Είτε αυτά ήταν ρολόγια είτε άνθρωποι. Αυτή είναι η ουσία της τέχνης του ωρολογοποιού –να φροντίζει ώστε το κάθε κομμάτι του μηχανισμού, όσο μικρό και ασήμαντο κι αν είναι, να παίζει τον κρίσιμο ρόλο του στη λειτουργία του συνόλου.

Πάλι ξεφεύγω όμως Σοφούλα και υποσχέθηκα πως δεν θα το ξανακάνω.

Ο Μάρκος άρχισε να ηρεμεί μόνο όταν γνώρισε τη Βασιλική.

Η οικογένειά της ήρθε όταν πηγαίναμε στην προτελευταία τάξη του Γυμνασίου. Ο πατέρας της ήταν καθηγητής φυσικής και είχε πάρει μετάθεση για το σχολείο μας.

Η Βασιλική ήταν ένα ξωτικό.

Ακόμα θυμάμαι σαν να ήταν χθες την πρώτη μέρα που ήρθε στο σχολείο –το θηλέων στεγαζόταν σε διπλανό κτίριο από το αρρένων, οπότε ήταν σα να πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο. Δεν πρέπει να υπήρξε αγόρι που να μην την ερωτεύτηκε εκείνη τη μέρα. Δεν είχε αυτό που λέμε κλασική ομορφιά, είχε όμως μια αύρα μοναδική που μαγνήτιζε όποιον βρισκόταν γύρω της. Με τις ξανθιές τις κοτσίδες και τα λουλουδιστά της φορεματάκια, με εκείνα τα καταγάλανα μάτια που πετούσαν σπινθήρες, με μια φωνή βελούδινη που απλά ήθελες να κάθεσαι να την ακούς με κλειστά τα μάτια και να ταξιδεύεις.

Με τον Μάρκο είχαν εξαρχής μία σχεδόν αφύσικη χημεία. Ενώ εκείνος μέχρι τότε, ελάχιστο ενδιαφέρον έδειχνε για τον θηλυκό πληθυσμό του χωριού, η Βασιλική τον είχε μαγέψει από την πρώτη στιγμή.

Δεν χώρισαν ποτέ.

Κι όταν λίγους μήνες αφότου είχαμε τελειώσει το σχολείο, έγινε το μοιραίο, ο Μάρκος δεν δίστασε ούτε στιγμή. Πήγε και τη ζήτησε από τον πατέρα της. Εκείνος ξαφνιάστηκε, νευρίασε, έβρισε θεούς και δαίμονες, αλλά στο τέλος δεν είχε άλλη επιλογή από το να τους δώσει την ευχή του.

Και κάπως έτσι, λίγο καιρό μετά την απελευθέρωση της πατρίδας, ήρθες στο κόσμο εσύ Σοφούλα. Ένα στρουμπουλό και χαμογελαστό πλασματάκι που άλλαξε τις ζωές μας.

Όμως, το σαράκι στην ψυχή του Μάρκου, δεν είχε τελικά εξοντωθεί. Μπορεί να είχε μπει σε χειμερία νάρκη για μεγάλο διάστημα, αλλά δεν είχε αφανισθεί. Καραδοκούσε ψάχνοντας την ευκαιρία να βγει πάλι στην επιφάνεια και να κυριαρχήσει.

Τα νέα που μας έρχονταν από την Αθήνα δεν ήταν καλά. Η συμφωνία της Βάρκιζας που είχε κάνει η κυβέρνηση με τους κομμουνιστές μετά τα αίσχη των Δεκεμβριανών, ήταν σχεδόν βέβαιο πως θα κατέρρεε. Όλα έδειχναν πως τούτος ο τόπος δεν θα έβρισκε ακόμα την ηρεμία του.

Τα πάθη οξύνονταν μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο. Το χωριό ήταν χωρισμένο στα δύο, φιλίες δεκαετιών είχαν μέσα σε λίγο καιρό σμπαραλιαστεί. Έβλεπες γείτονες που ζούσαν μια ζωή μαζί, να γυρίζουν την πλάτη ο ένας στον άλλο.

Κι όλα αυτά για τη ρημάδα την πολιτική. Ποτέ μου δεν μπόρεσα να χωνέψω πώς μπορούσε αδερφός να στραφεί εναντίον του αδερφού επειδή έτσι έλεγε το κόμμα. Κι όμως, μου έμελλε να ζήσω πολύ χειρότερα από αυτά.

Ο Μάρκος ασφυκτιούσε, έβραζε, δεν μπορούσε να βρει ησυχία.

Ένα βράδυ ήρθε και με βρήκε στο ωρολογοποιείο. Θυμάμαι ήμουν συννεφιασμένος γιατί είχα φάει όλη τη μέρα πάνω από ένα vacheron constantin του 1921, ένα μοναδικό κομμάτι που μου είχε εμπιστευτεί ένας πελάτης από την πρωτεύουσα. Κι ενώ συνήθως από τα πρώτα λεπτά που έπιανα ένα ρολόι στα χέρια μου, καταλάβαινα τι έπρεπε να κάνω, με εκείνο τον διάολο δεν μπορούσα να βγάλω άκρη.

Αγνόησε τις δικές μου τις σκοτούρες και κάθισε απέναντι μου συννεφιασμένος.

«Αυτό ήταν. Επιτέλους την πήραν την απόφαση. Θα βγούμε στο βουνό. Δεν θα αφήσουμε τους φασίστες να κλέψουν για μία ακόμα φορά την πατρίδα μας.»

Δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια και στα αυτιά μου. Προσπάθησα να συγκεντρώσω όλη μου την ηρεμία και την ικανότητα πειθούς ώστε να αποτρέψω το αναπότρεπτο.

«Φίλε αυτά που λες δε γίνονται. Καταλαβαίνω, όσο μπορώ, τις πεποιθήσεις σου, κατανοώ το πάθος σου. Αλλά ξεχνάς κάτι πολύ σημαντικό. Πλέον, δεν είσαι μόνος. Έχεις οικογένεια. Έχεις μια γυναίκα που σε λατρεύει κι ένα κοριτσάκι που δεν έχει καν κλείσει τον πρώτο χρόνο της ζωής του. Θα τις εγκαταλείψεις έτσι απλά;»

«Τίποτα δεν είναι απλό Στέφανε, πίστεψέ με. Βασανίζομαι μήνες τώρα. Αλλά δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Αν κάνω πίσω θα προδώσω όλα όσα πιστεύω, θα προδώσω τον ίδιο μου τον εαυτό. Δεν θα ζω εγώ μαζί τους μετά, αλλά το φάντασμά μου.

Έπειτα, η νίκη δεν θα αργήσει να έρθει. Δεν τις εγκαταλείπω. Τις αφήνω μόνο για ένα διάστημα, για να πετύχουμε τον μεγάλο σκοπό. Και μετά θα ζήσουμε πάλι όλοι μαζί, κι όλα θα είναι διαφορετικά, ανθρώπινα.

Απλά δε γίνεται αλλιώς.»

Δεν κατάφερα να του αλλάξω γνώμη Σοφούλα. Η φλόγα που έκαιγε μέσα του ήταν ασίγαστη, δεν μπορούσε να νικηθεί από δύναμη ανθρώπινη.

Εκείνο το βράδυ με έβαλε να ορκιστώ πως, για όσο καιρό λείπει, θα σας προσέχω σα δική μου οικογένεια. Και πως θα φρόντιζε αυτός να έχουμε οι δυο μας ένα κανάλι επικοινωνίας για να μαθαίνει νέα τους.

Του το υποσχέθηκα, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Γι’ αυτόν τον άνθρωπο θα έκανα τα πάντα.

Αυτά για την ώρα.

Σε ασπάζομαι,

Στέφανος

Διαβάστε εδώ το Δωδέκατο Μέρος

Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr

Culture