Back to Top
#TAGS Αιγιάλεια Δελτίο Ειδήσεων Κορωνοϊός Πανελλήνιες Εξετάσεις 2020 Αγιά Σοφιά ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Εξάπλωση κορωνοϊού Χάρτης

ΒΙΒΛΙΟ

/

Ο Γιάννης Μουγγολιάς επιλέγει 10+1 βιβλία με ήλιο ή υπό σκιά

Ο Γιάννης Μουγγολιάς επιλέγει 10+1 βιβλί...

Αυγουστιάτικες αναγνώσεις

Λίγο πριν υποδεχτούμε τον Αύγουστο, τον κατεξοχήν μήνα του ελληνικού καλοκαιριού, τον μήνα για τα μπάνια του λαού, τον μήνα των αδειών, αυτή την ιδιότυπη χρονιά που ο κίνδυνος της μόλυνσης από άνθρωπο σε άνθρωπο καλά κρατεί, τα βιβλία αν και μιλούν για ανθρώπους, για στενές συναναστροφές, για ιστορίες ρεαλιστικές και ονειρικές, είναι το ιδανικό καταφύγιο και απάγκιο. Επιμένουμε λοιπόν μέσα από μυθιστορήματα και διηγήματα στις ιστορίες των ανθρώπων, αυτές που ζουν οι ήρωες των βιβλίων, αυτές που μας θυμίζουν κάτι ή που δεν μας θυμίζουν τίποτα αλλά τις ονειρευόμαστε.

 

Όλγκα Τοκάρτσουκ  «Πλάνητες» (μτφρ. Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2020)

Το όνομα της Πολωνής συγγραφέως έπεσε σαν κομήτης στην Ελλάδα το 2019 με τη βράβευσή της με Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2018. Εγώ προσωπικά αλλά νομίζω και άλλοι που το παραδέχτηκαν ή δεν το παραδέχτηκαν, δεν την ξέραμε. Ωστόσο οι εκδόσεις Καστανιώτη είχαν από το 2017 κυκλοφορήσει το εξαιρετικό μυθιστόρημά της «Το Αρχέγονο και άλλοι καιροί» (πρώτη παγκόσμια έκδοση στα μέσα της δεκαετίας του 1990), στο οποίο κατέφυγα ανακαλύπτοντας μια μοναδική γραφή που δικαιολογούσε την κορυφαία βράβευσή της.

Οι «Πλάνητες» γράφτηκαν το 2008 και στην αγγλική τους μετάφραση απέσπασαν και το βραβείο Booker 2018. Πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα – αιχμή για τη σύγχρονη λογοτεχνία που συνδέει τον προβληματισμό και τις ιστορίες της για την αξία του ταξιδιού με μια εξόχως πρωτότυπη ανίχνευση του σώματος του ανθρώπου. Ξεκινώντας από τον 17ο  αιώνα και φτάνοντας έως σήμερα, η Τοκάρτσουκ με συγκεκριμένα δείγματα – σταθμούς κάνει μαζί μας ένα συναρπαστικό ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο που σιγά σιγά χάνει την έννοια του χωροχρόνου, αποσπάται βίαια από την σύγχρονη εποχή και ουσιαστικά στρέφεται μέσα μας αναμοχλεύοντας και αναδεικνύοντας ποικίλες όψεις της ίδιας μας της ύπαρξης. Οι ιδανικές αφηγήσεις και η υποδειγματική ανάπτυξη του θέματος αντλούν από τον ακαταμάχητο στοχασμό της και μετατρέπουν τους «Πλάνητες» σε ένα βαθύ και ταυτόχρονα απολαυστικό δοκιμιακό μυθιστόρημα – ποταμό. Από τα βιβλία απάγκια στο δύσκολο παρόν μας και στην αγωνία του μέλλοντος, οι «Πλάνητες» είναι από τις ιδιαίτερες εκείνες περιπτώσεις που μπορείς να επιστρέψεις με ασφάλεια ανά πάσα στιγμή και να κοιτάξεις μέσα σου, αλλά και να ταξιδέψεις και να φύγεις.

Το μυθιστόρημα στη θαυμάσια αυτή έκδοση πλαισιώνεται από την εξαιρετική ομιλία της Τοκάρτσουκ κατά τη βράβευσή της με Νόμπελ.

Δείγμα γραφής:

Μέσα και έξω, με τον εαυτό σου και με τους άλλους να διηγηθείς κάθε περίπτωση, να ονομάσεις κάθε κατάσταση, να βρεις τα λόγια, να τα δοκιμάσεις, αυτό το παπούτσι που με θαυμαστό τρόπο μεταμορφώνει τη Σταχτοπούτα σε πριγκίπισσα. Να σπρώχνεις τις λέξεις αποδώ κι αποκεί σαν τις μάρκες που βάζεις πάνω στα νούμερα στη ρουλέτα. Κι αν πετύχω αυτή τη φορά; Αν κερδίσω;

Να μιλάς, να πιάνεις τον κόσμο από το μανίκι, να προσπαθείς να τους πείσεις να καθίσουν, να σε ακούσουν προσεκτικά. Ύστερα να μεταμορφώνεσαι κι εσύ σε ακροατή τους για το δικό τους «Να μιλήσω! Να μιλήσω!». Δεν το έχουν πει άλλωστε «μιλώ, άρα υπάρχω»; Μιλώ και άρα υπάρχω; Να χρησιμοποιείς γι΄ αυτό κάθε λογής μέσο, μεταφορές, παραβολές, τραυλίσματα, ατελείς προτάσεις, να μη δίνεις σημασία που η πρότασή σου κόβεται στη μέση σαν να ανοίχτηκε ξαφνικά μια άβυσσος μετά το ρήμα.

Να μην αφήνεις καμιά κατάσταση χωρίς εξήγηση, χωρίς διήγηση, να μην αφήνεις καμιά κλειστή πόρτα, να την ανοίγεις με την κλοτσιά μιας βλαστήμιας, ακόμα και αν αυτή οδηγήσει σε δύσκολους και ντροπιαστικούς διαδρόμους που ευχαρίστως θα ξεχνούσες. Να μην ντρέπεσαι για καμία επιτυχία, για καμία αμαρτία. Η εξομολογημένη αμαρτία παίρνει άφεση. Η εξομολογημένη ζωή απαλλάσσεται. Αυτό δεν μας μαθαίνουν οι άγιοι Ζίγκουντ, Καρλ και Γιάκομπ; Όποιος δεν έμαθε ποτέ να μιλά θα παραμείνει για πάντα πιασμένος στη φάκα.

 

Γκράχαμ Γκρην  «Ο ανθρώπινος παράγοντας» (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2020)

Ένα μνημειώδες μυθιστόρημα που ο κορυφαίος συγγραφέας βουτά στον κόσμο των μυστικών υπηρεσιών, των κατασκόπων, της προδοσίας παρακολουθώντας μοναχικούς ανθρώπους των οποίων οι ζωές κινούνται σε ένα νεφελώδες πέπλο καχυποψίας και ανασφάλειας.

Μέσα από την υποδειγματική αφηγηματική ροή που επιδέξια ο Γκρην τροφοδοτεί με ένα μωσαϊκό το οποίο χρωματίζεται με ευαισθησία, χιούμορ, ειρωνεία, τρυφερότητα, θέρμη, σαρκασμό, ο «Ανθρώπινος Παράγοντας» αποδεικνύεται ως το εμβληματικό μυθιστόρημα όπου οι «στρεβλοί» ήρωές του μετατρέπονται σε πρότυπα ανθρωπιάς. Μιας ανθρωπιάς που αντιβαίνει την τυφλή υποταγή στην έννοια της εδραίωσης του εθνικού συμφέροντος. Το βιβλίο που πρωτοεκδόθηκε το 1978 αλλά εδώ έχουμε μια εξαιρετική εκδοχή του με την εμπνευσμένη μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, μας αποκαλύπτει έναν Γκρην να μεγαλουργεί πατώντας σε έναν κόσμο γεμάτο αμφιβολίες, αβεβαιότητες και ανατροπές. Ο ανθρώπινος παράγοντας που αγνοείται είναι η αιτία που η επερχόμενη τραγωδία βρίσκει πρόσφορο έδαφος.

Δείγμα γραφής:

"Γιατί πιάσαμε αυτή την παλιά ιστορία;"

"Επειδή είναι άρρωστος ο Σαμ. Κι επειδή εσύ ανησυχείς. Όταν δεν αισθάνομαι ασφάλεια, θυμάμαι πώς αισθάνθηκα όταν συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να σου μιλήσω γι΄ αυτόν. Εκείνη την πρώτη νύχτα μετά τα σύνορα, στο Λοουρένσο Μάρκες. Ξενοδοχείο Polana. "Θα ξανασυναντηθεί και θα φύγει για πάντα", είχα σκεφτεί. Αλλά δεν έφυγες. Έμεινες. Και κάναμε έρωτα κι εγώ είχα μέσα μου τον Σαμ".

Ήταν ξαπλωμένοι ήσυχα, μαζί, τόσα χρόνια αργότερα, και μόνο ο ώμος του άγγιζε τον ώμο του άλλου. Ο Κάσελ αναρωτήθηκε αν αυτή είναι η ευτυχία στα γηρατειά που την παρατηρούσε μερικές φορές στο πρόσωπο κάποιου αγνώστου, όμως θα πέθαινε πολύ πριν γεράσει κι εκείνη. Τα γηρατειά ήταν κάτι που δεν θα μπορούσαν να το μοιραστούν.

"Δεν στενοχωριέσαι που ποτέ δεν κάναμε παιδί;" τον ρώτησε.

"Αρκετός μπελάς είναι ο Σαμ".

"Δεν αστειεύομαι. Δεν θα ΄θελες ένα δικό μας παιδί;"

Ήξερε πως αυτή η ερώτηση ήταν αναπόφευκτη.

"Όχι" είπε.

"Γιατί όχι;"

"Πολύ σ΄ αρέσει να τα σκαλίζεις, Σάρα. Αγαπάω τον Σαμ επειδή είναι παιδί σου. Επειδή δεν είναι δικό μου. Επειδή δε βλέπω κάτι δικό μου πάνω του όταν τον κοιτάζω. Βλέπω μόνο κάτι δικό σου. Δε θέλω να έχω συνέχεια. Θέλω αυτή η ιστορία να τελειώσει εδώ".

 

Isaak Bashevits Singer  «Σώσα» (μτφρ. Μιχάλης Πάγκαλος. Εκδ. Κίχλη, Αθήνα 2019)

Ένας από τους αγαπημένους του υποψιασμένου ελληνικού και όχι μόνο αναγνωστικού κοινού, ο βραβευμένος με Νόμπελ το 1978 εβραϊκής καταγωγής, γεννημένος στην Πολωνία διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ είναι η εγγύηση για μια ξεχωριστή απολαυστική εμπειρία, από αυτές που μόνο η λογοτεχνία μπορεί να προσφέρει.

Στο βιβλίο του «Σώσα», γραμμένο το 1978, αλλά δοσμένο πρόσφατα για μας σε μια έξοχη έκδοση της «Κίχλης» με επιμέτρους των Σταύρου Ζουμπουλάκη και Μιχάλη Πάγκαλου, έχουμε τον συγκλονιστικό τρόπο που ένας συγγραφέας σαφώς επηρεασμένος από την εβραϊκή παράδοση μάς καταθέτει, μέσω της υποδειγματικής ικανότητάς του να διηγείται ιστορίες, έναν οικουμενικό ύμνο για την αγάπη και τον τρόπο που μπορεί αυτή να αλλάξει τη ζωή του ανθρώπου ανοίγοντας δρόμους και μονοπάτια συνάντησης με μεταφυσικές και ηθικές αναζητήσεις: τον βαθμό σύνδεσης της θυσίας με την αγάπη, τα όρια που μπορεί να φτάσουν η ατομική ευθύνη και οι προσωπικές επιλογές, τον καταλυτικό ρόλο στην επανένταξη των ανθρώπων στην κοινωνία και τη ζωή της από την οποία είχε απομακρυνθεί.

Ο Άρελε, συγγραφέας μέσα στο μυθιστόρημα, έχει κορεστεί από τις επαφές με τους διανοούμενους και από την ερωτική του θητεία με «ολοκληρωμένες», κοσμικές, καλλιεργημένες, προσωρινές γυναίκες που ξέρουν τι θέλουν από τη ζωή και βρισκόμενος σε ένα υπαρξιακό τέλμα αλλά και στην εφιαλτική αγωνία από την επερχόμενη επέλαση των στρατευμάτων του Χίτλερ στην Πολωνία, συναντά τη Σώσα, μια μικροκαμωμένη μάλλον άσχημη κοπέλα που όμως διαθέτει μια ακαταμάχητη παιδική αθωότητα γεμάτη αινίγματα. Ο έρωτάς του ακαριαίος και βαθύς τον οδηγεί στην παραμονή του στην Πολωνία μια ανάσα πριν από τη ναζιστική είσοδο και την αντισημιτική φρενίτιδα η οποία απειλεί να τον κατασπαράξει.

 Δείγμα γραφής:

Το βράδυ στο κρεβάτι η Σώσα δεν συζητούσε πια για κούκλες, παιχνίδια ή γειτονόπουλα που είχε γνωρίσει είκοσι χρόνια πριν, αλλά συχνά μιλούσε για πράγματα που μ΄ ενδιέφεραν. Υπήρχε στ΄ αλήθεια ένας Θεός ψηλά στον ουρανό; Γνώριζε πράγματι τις σκέψεις του καθενός; Αγαπούσε όντως τους Εβραίους περισσότερο απ΄ όλους τους άλλους λαούς; Είχε δημιουργήσει και τους Εθνικούς ή μόνο τους Εβραίους; Μερικές φορές με ρωτούσε για το μυθιστόρημά μου. Πώς μπορούσα να μιλάω με τόση βεβαιότητα για γεγονότα που είχαν συμβεί πολλούς αιώνες πριν; Τα είχα διαβάσει στα βιβλία ή ήταν επινοήματα της φαντασίας μου; Μου ζητούσε να της αποκαλύψω τι θα γινόταν στο αυριανό και στα επόμενα επεισόδια. Άρχισα να της αφηγούμαι πράγματα που δεν είχα ακόμη γράψει…

… «Ω Άρελε, είναι τόσο ωραία να είμαι μαζί σου. Τι θα κάνουμε όταν έρθουν οι ναζί;»

«Θα πεθάνουμε».

«Μαζί;»

«Ναι Σώσελε».

«Δεν θα έρθει ο Μεσσίας;»

«Όχι τόσο γρήγορα».

«Άρελε, μόλις θυμήθηκα ένα τραγούδι»

«Ποιο τραγούδι;»

Η Σώσα άρχισε να τραγουδάει με τη λεπτή της φωνή:

Εκείνον τον λέγαν Φασουλή,

χυλοπίτα ήταν το όνομα αυτής,

παντρεύτηκαν μια Παρασκευή,

μα στον γάμο τους δεν πήγε κανείς.

Σφίχτηκε πάνω μου και είπε:

«Ω Άρελε, μ΄ αρέσει να είμαι ξαπλωμένη πλάι σου, ακόμα κι αν πεθάνουμε».

 

Fleur Jaeggy  «Είμαι ο αδελφός της ΧΧ» (μτφρ. Σταύρος Παπασταύρου, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2020)

Το πιο πρόσφατο βιβλίο 142 σελίδων της Ελβετίδας Φλερ Γιέγκυ μας αποκαλύπτει 21 σύντομα ιδιόμορφα και απαιτητικά διηγήματα που ισορροπούν με περίσσεια επιδεξιότητα ανάμεσα στη φαντασία, στη λευκή παγερή ουδετερότητα και στη συγκινησιακή φόρτιση.

Ατμόσφαιρα επιβλητική, μαγευτική και συχνά μυστηριακή, σχεδόν υπερφυσική που σε βυθίζει σε μια άγρια όσο και παράξενη ομορφιά. Η μοναξιά, η απομόνωση, η μετάνοια τονίζονται μέσα από τα αφηγηματικά μοτίβα της αρρώστιας, της ανησυχίας, της αϋπνίας, της αυτοκτονίας, της εκδίκησης και της δολοφονίας και έχουν την τύχη να ευδοκιμήσουν θεματικά από μια σπουδαία αιρετική πένα. Πρωταγωνιστές των έξοχων διηγημάτων είναι σπουδαίοι συγγραφείς όπως οι Ίταλο Καλβίνο, Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, Ιωσήφ Μπρόντσκυ, Όλιβερ Σακς, ονειροπόλοι του 13ου αιώνα και άλλοι πολύ ενδιαφέροντες ήρωες.

Δείγμα γραφής:

Εκείνη, η αδελφή μου η ΧΧ, βγαίνει από το δωμάτιο. Και μένω μόνος μου με τα βιβλία, στο γραφείο και βλέπω τον εαυτό μου, τον αδελφό της φωνής που μιλούσε πριν από λίγο, με μια τρομερή επιθυμία να κρεμαστεί κάπου. Για να βοηθηθώ σκέφτομαι πάλι τη μοναξιά, τη μοναξιά που περιβάλλει την ύπαρξή μου. Κι αυτή η σκέψη, που πάντοτε ήταν τόσο μακάβρια και αγχωτική, τώρα, με τη σπουδαιότητα του να πετύχω στη ζωή, καταντάει σχεδόν ανάλαφρη. Οι λέξεις έχουν ένα βάρος. Η σπουδαιότητα έχει μεγάλο βάρος. Η σπουδαιότητα έχει μεγαλύτερο βάρος από τη μοναξιά. Κι όμως ξέρω ότι η μοναξιά είναι πιο σοβαρή. Όμως η σπουδαιότητα του να πετύχεις στη ζωή είναι μια θηλιά στον λαιμό. Δεν είναι τίποτ΄ άλλο από μια θηλιά.

 

Ζαν Πωλ Ντυμπουά  «Δεν κατοικούν όλοι οι άνθρωποι τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο» (μτφρ. Μαρία Γαβαλά, εκδ. Δώμα, Αθήνα 2020)

Το βραβευμένο με το βραβείο Concourt 2019 μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα και δημοσιογράφου στη Nouvel Observateur είναι ένας ύμνος στην αγάπη, την έγνοια για τους ανθρώπους, την φροντίδα και την κατανόηση των ανθρώπινων σφαλμάτων και αδυναμιών αλλά και μια ασπίδα άμυνας στην απανθρωπιά χρωματισμένη από το αίσθημα δικαιοσύνης.

Ο Πολ είναι φυλακισμένος στις φυλακές του Μόντρεαλ και «συγκατοικεί» με τον ευέξαπτο και θηριώδη Πάτρικ. Στην απραξία της φυλακής το παρελθόν περνά κινηματογραφικά μπροστά από τα μάτια του Πολ: η αντισυμβατική μητέρα με τον πρωτοποριακό κινηματογράφο, ο πάστορας πατέρας, οι διαδοχικές δουλειές που έκανε ο Πολ στα ορυχεία και στο Excelsior ως κηπουρός και διαχειριστής. Ο Πολ μοιράζει τη ζωή του στη φροντίδα που παρέχει στους ενοίκους του Excelsior και στις πτήσεις με το υδροπλάνο. Η στιγμή της αντικατάστασής του από έναν νέο διαχειριστή θα είναι οριακή.

 Δείγμα γραφής:

Η ημέρα ήταν ιδανική. Ήταν προς το τέλος ενός καυτού μεσημεριού με υγρασία που προκαλούσε ίλιγγο, την ώρα που έρχονταν οι σφήκες να πιουν νερό και οι ιδιοκτήτες να δροσίσουν τις κακές τους σκέψεις, ψάχνοντας συγχρόνως αφορμές για να γεννήσουν νέες. Ήταν η ώρα όπου πίσω από κάθε μαγιό κρυβόταν ένας εν δυνάμει δαίμονας. Μια ώρα που μου ήταν απαγορευμένη όπως κι όλες οι άλλες άλλωστε. Γιατί; Γιατί έτσι. Η ώρα που χρησιμοποιούνταν οι αντιηλιακές κρέμες με τον υψηλότερο δείκτη προστασίας όπου τα Μαρτίνι έφεραν τη μυρωδιά του τέλους. Όπου οι πιο ηλικιωμένοι γαντζώνονταν στην τρεκλίζουσα ζωή τους.

 

Claude Mehdi  «Τίποτα δεν χάνεται» (μτφρ. Γιάννης Καυκιάς, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2020)

Μια γυναίκα συγγραφέας γράφει ένα νουάρ μυθιστόρημα και το αποτέλεσμα σε κάνει να κολλήσεις σελίδα – σελίδα στον γοητευτικό κόσμο της. Στο πολυβραβευμένο βιβλίο της η 28χρονη Γαλλίδα κάνει πρωταγωνιστή της τον 11χρονο Ματιά που προσπαθεί να ξεδιαλύνει τον φόνο του 15χρονου φίλου του, του μουσουλμάνου Σαϊντ από έναν αστυνομικό στη Γαλλία που του έκανε εξακρίβωση στοιχείων. Ο αστυνομικός αθωώνεται. Την ίδια βραδιά ο Ματιά έχασε και τον πατέρα του. Μέσα από τα μάτια του Ματιά βλέπουμε έναν άλλο κόσμο, αυτόν που αναπνέει με βαριές ανάσες στο σχολείο, στην πόλη, στην κοινωνία, αυτόν των ισλαμόφωνων, αυτόν ενός γονέα που έχει υιοθετήσει ένα παιδί και χτίζεται σταδιακά από την εμπιστοσύνη στην αγάπη, αυτόν που υπάρχει στην ψυχική ασθένεια.

Η Mehdi ξεδιπλώνει επιδέξια τον κόσμο γύρω μας υπογραμμίζοντας σε όλους τους τόνους ότι «τίποτα δεν χάνεται» αλλά και ότι τίποτα δεν είναι όπως μοιάζει να είναι. Έχοντας ως εκφραστικό όχημα μια σπάνια γραφή σκιαγραφεί μοναδικά τους χαρακτήρες και φτιάχνει μια συγκλονιστική ατμόσφαιρα. Με τις λέξεις που σπάνε τη σιωπή όπως κάνουν και οι άνθρωποι της γειτονιάς. Συναρπαστικό βιβλίο που σε κρατά σε εγρήγορση μέχρι την τελευταία του σελίδα.

 Δείγμα γραφής:

Αυτό ήταν, τον βρήκατε. Νά τος. Περπατάει με τα χέρια χωμένα στις τσέπες, το κεφάλι σκυφτό, σαν να νιώθει ενστικτωδώς την απειλή. Δεν είναι ασφαλής εδώ. Το ξέρει. Δεν έπρεπε να ξαναπατήσει το πόδι του σ΄ αυτή την πόλη. Δεν είναι σπίτι του. Είναι θέμα εκδίκησης και μνήμης.

Προχωράτε πίσω του, η μία δίπλα στην άλλη, με το βλέμμα καρφωμένο στον αυχένα του. Στα χείλη σας ένα ερώτημα που καμιά δεν αποφασίζει να προφέρει. Και τώρα, τι κάνουμε; Δεν ξέρετε. Δεν το είχατε σκεφτεί. Τον βρήκατε. Κι αυτό είναι όλο…

…Τίποτα δεν θα τον φέρει πίσω, το ξέρετε. Οπότε, τι γυρεύετε; Να αποκαταστήσετε τις ισορροπίες;

Κάντε μεταβολή. Αν αρνηθείτε να παίξετε το παιχνίδι, δεν θα σας κάνουν να το πληρώσετε στο εκατονταπλάσιο. Αυτοί έχουν το δικαίωμα να κλέβουν στα χαρτιά, εσείς, όχι, και κανένας δεν είπε ότι αυτό είναι δίκαιο.

Εκείνος χώνεται στο λεωφορείο. Κι εσείς το ίδιο. Η νύχτα σας καταπίνει.

 

Εντουάρ Λουί  «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου» (μτφρ. Στέλα Ζουμπουλακη, εκδ. Αντίποδες, Αθήνα 2020)

Ο Εντουάρ Λουί είχε συγκλονίσει με το ντεμπούτο του στο χώρο του μυθιστορήματος «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ», που μας τον σύστησε ως έναν από τους πιο άμεσους, ωμούς αλλά και πολλά υποσχόμενους σύγχρονους συγγραφείς. Ακολούθησε το εξαιρετικό βιβλίο του «Η Ιστορία της Βίας», ενώ κατά την περίοδο της πρόσφατης καραντίνας έγινε η επιμέλεια της έκδοσης του τρίτου του βιβλίου που κυκλοφόρησε μετά τη λήξη της καραντίνας.

Ο Λουί με την πολεμική του είναι σίγουρος για την απάντηση του τίτλου του βιβλίου του και δεν ρωτά. Ξέρει την απάντηση. Υπεύθυνες για τον θάνατο του πατέρα του από εργατικό ατύχημα είναι όλες οι γαλλικές κυβερνήσεις. Κατονομάζει ως δολοφόνους και αποδίδει τις ευθύνες στους κυβερνώντες Σιράκ, Σαρκοζί, Ολάντ, Μακρόν. Ο Λουί δεν υπαινίσσεται, αντιθέτως γράφει και μιλά με πολύ έντονο και ηχηρό τρόπο στις 62 σελίδες του βιβλίου του. Με γλώσσα απαλλαγμένη από καλλωπισμούς, άκρως αληθινή και αιχμηρή, αλλά ταυτόχρονα αυθεντικά συναισθηματική, ο Λουί ξεδιπλώνει τη δριμύτητα της ζωής του «κοιτώντας» τον πατέρα του. Και έρχεται η λογοτεχνία να αγκαλιάσει αυτή τη δριμύτητα και αντί να τη μαλακώσει, την καθαγιάζει βγάζοντάς την στο προσκήνιο. Ποντάρετε στον παραληρηματικό και εμπνευσμένο αυτό μονόλογο ζωής.

Δείγμα γραφής:

Σηκωνόσουν νωρίς το πρωί και άναβες την τηλεόραση μαζί με το πρώτο σου τσιγάρο. Ήμουν στο διπλανό δωμάτιο, η μυρωδιά του καπνού και ο θόρυβος έφταναν σε μένα, η μυρωδιά και ο θόρυβος της ύπαρξής σου. Οι άνθρωποι που αποκαλούσες φιλαράκια έρχονταν να πιουν παστίς στο σπίτι αργά το απόγευμα, βλέπατε τηλεόραση όλοι μαζί, πήγαινες να τον δεις πότε πότε αλλά πιο συχνά, επειδή πονούσες στη μέση, η μέση σου είχε τσακιστεί από τη ζωή που σε είχαν αναγκάσει να ζεις, όχι από τη ζωή σου, δεν ήταν δική σου ζωή, τη δική σου ζωή απλώς δεν την έζησες ποτέ, έζησες έξω από τη ζωή σου, για όλα αυτά έμεινες στο σπίτι, και έρχονταν περισσότερο εκείνοι, εσύ δεν μπορούσες πια να κουνηθείς, το σώμα σου πονούσε πολύ.

 

Joseph Roth  «Φράουλες» (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2020)

Ό,τι διαβάσεις γραμμένο από τη σπάνια πένα του Joseph Roth, από τα «Βερολινέζικα Χρονικά» και το «Hotel Savoy» έως την «Κρύπτη των Καπουτσίνων» και από το «Εμβατήριο του Ραντέτσκυ» έως «Τα Χρόνια των Ξενοδοχείων» είναι σίγουρο ότι θα σε αποζημιώσει με το παραπάνω ξεδιπλώνοντας τον μαγικό του κόσμο. Στις 93 σελίδες της σύντομης νουβέλας του μάς προσφέρει μια εξόχως μυθική Γαλικία που σε σαγηνεύει, μια ουτοπική πόλη που βρίσκεται στο «περιθώριο» της πραγματικής πατρίδας του Ροθ, της ανατολικής Γαλικίας. Βλέπουμε τον τόπο με τα μάτια της εξαίσιας γραφής του μέσα από τους κατοίκους του – γηγενείς και μετανάστες, σοφούς και τρελούς – παγιδευμένους ανάμεσα στο διαρκές πάρε – δώσε της ακλόνητης παράδοσης και του σύγχρονου, δυτικά εκμοντερνισμένου κόσμου. Η Φύση όμως με τους λυρικούς τόνους και τις μελαγχολικές αποχρώσεις της, σε μια συνεχή κίνηση απανωτών αλλαγών μένει εδώ η σταθερή και κινητήρια δύναμη η οποία τροφοδοτεί το σπουδαίο αυτό έργο που η ποίηση, η ατμόσφαιρα, η μαγεία του αποδεικνύουν ότι η λογοτεχνία είναι απολύτως κραταιά. Βιβλίο συμβολικό, αλληγορικό για έναν κόσμο που απέρχεται και μέσα από τη σκόνη που σηκώνει η φυγή του αναγεννιέται ένας νέος κόσμος που όμως σε τίποτα δεν θυμίζει τον προηγούμενο.

Δείγμα γραφής:

Εδώ έβγαιναν οι ωραιότερες φράουλες. Δεν κοίταζαν να κρυφτούν διακριτικά, όπως το συνηθίζουν αλλού. Έκοβαν το δρόμο αυτών που τις έψαχναν. Έτρεμαν βαριές απ’ τα λεπτά αλλά ανθεκτικά κοτσανάκια τους. Ήταν μεγάλες και φύτρωναν τόσο χαμηλά, τόσο κοντά στο χώμα, όχι από ταπεινοσύνη αλλά από περηφάνια. Έπρεπε να σκύψεις για να τις μαζέψεις. Τα μήλα, τα κεράσια και τ’ αχλάδια τεντώνεσαι για να τα φτάσεις. Σε αναγκάζουν να σκαρφαλώσεις.

Μικρά σβολαράκια χώμα ήταν κολλημένα στις φράουλες, τόσο μικρά που δεν φαίνονταν με γυμνό μάτι – κι έτσι τα ‘βαζες στο στόμα σου. Έτριζαν ανάμεσα στα δόντια, αλλά ο χυμός της φράουλας τα παράσερνε και η απαλή ψίχα του φρούτου σου χάιδευε τον ουρανίσκο.

Όλοι μάζευαν φράουλες, κι ας απαγορευόταν. Ο δασοφύλακας, άμα τύχαινε να περάσει, έπαιρνε τα καλάθια από τα χέρια των γυναικών, άδειαζε καταγής τις όμορφες κόκκινες φράουλες και τις ποδοπατούσε.

Τί μπορούσε όμως να κάνει σ’ εμάς που τρώγαμε τις φράουλες εκεί, επιτόπου; Μας κοίταζε αγριεμένος και σφύριζε στο σκυλί του.

Κανένας δεν φοβόταν τον δασοφύλακα. Όσο περισσότερες φράουλες ποδοπατούσε τόσο περισσότερες έβγαιναν στο δάσος…

…Τώρα δεν είμαι πουθενά γεννημένος, πουθενά δεν είμαι σπίτι μου. Είναι αλλόκοτο και τρομερό, κι εγώ ο ίδιος νιώθω σαν πλάσμα του ονείρου, πού δεν έχει ούτε ρίζα ούτε σκοπό, που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, μόνο πάει κι έρχεται χωρίς να ξέρει καν πούθε έρχεται, πού πάει. Έτσι είναι όλοι οι συντοπίτες μου. Ζούνε σκορπισμένοι στον απέραντο κόσμο, γαντζώνονται μ’ αδύναμες ρίζες σε ξένα χώματα, κάνουν παιδιά τα οποία δεν ξέρουν πού γεννήθηκε ο πατέρας τους, για τα οποία ο παππούς τους είναι κιόλας παραμύθι.

  

John Edgar Wideman  «Γράφοντας για να σώσω μια ζωή. Ο Φάκελος Λούις Τιλ» (μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2020)

Θα μπορούσε να είναι ένας καθρέφτης των πρόσφατων θυελωδών γεγονότων που συγκλόνισαν τις ΗΠΑ, διατυπώνοντας ένα αιχμηρό σχόλιο για την αμερικάνικη κοινωνία και τα ρατσιστικά, βίαια και άδικα αντανακλαστικά της.

Ο Wideman ξανανοίγει τον φάκελο του Λούις Τιλ που είχε συνταράξει στην εποχή του. Τα γεγονότα διαδραματίστηκαν το 1955 όταν ο 14χρονος Αφροαμερικανός Έμετ Τιλ εξέφρασε τον θαυμασμό του για ένα λευκό κορίτσι με ένα σφύριγμα. Για το παράπτωμα αυτό δρομολογούν την απαγωγή του, τον βασανίζουν και τον σκοτώνουν, ωστόσο οι λευκοί φονιάδες αθωώνονται μετά από δίκη στην οποία, προκειμένου να τεκμηριωθεί επιχείρημα αθωότητας και να αποδειχτεί η κληρονομικότητα των προθέσεων, κινητοποιείται η περίπτωση του νεκρού πατέρα του, του Λούις Τιλ που είχε καταδικαστεί σε θάνατο για βιασμό. Ο Wideman γράφει ένα συγκλονιστικό βιβλίο με γερές δόσεις αυθεντικού λυρισμού, σχεδόν ασφυκτικό και αδυσώπητο στην αλήθεια του. Ωστόσο η εξαιρετική αφηγηματική του μέθοδος ισορροπεί ανάμεσα στα στοιχεία μυθοπλασίας και στα πραγματικά γεγονότα που δίνουν στο βιβλίο τη μορφή ενός ψυχρού, ρεαλιστικού ντοκιμαντέρ με λυρική όμως φωνή.

Δείγμα γραφής:

Είναι νύχτα, δεν έχει αστέρια. Κάπου κάπου μια αστραπή μακριά, πολύ μακριά, η απροσδόκητη λευκή στιλπνότητα στην ανταύγεια ενός κύματος φευγαλέα ορατή προτού την καταπιεί το επόμενο κύμα, μαύρο κατάμαυρο κι ύστερα το επόμενο, αόρατο, αν δεν σπιθίζει εδώ κι εκεί, αν δεν βλεφαρίζει εδώ κι εκεί σαν κάποιον που κάτι γυρεύει, που χτενίζει τη μαύρη θάλασσα με τη δέσμη του φακού…

…Ένα πρωί είδα με τα μάτια μου κάμποσα πιτσιρίκια με τις σχολικές τους στολές να επιτίθενται σε μια ψόφια ή μισοψόφια μέδουσα. Ορατός φόβος και αποστροφή αποτυπώνονται στο πρόσωπο του αγοριού που τη βλέπει πρώτο. Οι συμμαθητές του μαζεύονται ολόγυρά του και αντιλαμβάνονται ότι αυτό το φρικτό πράγμα δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αρχίζει βήμα το βήμα η προβλέψιμη κλιμάκωση από τη γενναιότητα και την έξαψη σε μια φρενιτιώδη ρυθμική επανάληψη στίχων και βημάτων χιπ – χοπ. Το τσιγκλάνε με τα παπούτσια τους, το σκαλίζουν με ξύλα, το πετροβολάνε, το λιώνουν με λιθάρια όσο πιο βαριά μπορούν να σηκώσουν. Γιατί δεν τους φώναξα. Ε, παιδιά, σταματήστε. Συγγενολόι οι μέδουσες. Δικό σας. Δικό μου. Δικό μας.

 

Ντένις Τζόνσον  «Η γενναιοδωρία της γοργόνας» (μτφρ. Κώστας Σπαθαράκης, εκδ. Αντίποδες, Αθήνα 2019)

 

Στην τελευταία συλλογή διηγημάτων του που κυκλοφόρησε το 2018, ένα χρόνο μετά τον θάνατό του, ο Γερμανός Ντένις Τζόνσον ρίχνει άπλετο φως στα κατάμαυρα τοπία της αμερικάνικης ζωής και του αμερικάνικου ονείρου. Η συλλογή δανείζεται τον τίτλο της από το όνομα του πρώτου συγκλονιστικού διηγήματος που μπορείς να διαβάσεις αν έχεις ανοιχτά μάτια και ψυχή τόσο δίπλα στη θάλασσα όσο και υπό σκιά στο σπίτι. Ο Τζόνσον γράφει με λιτότητα, χειρουργική σαφήνεια, χιούμορ, αυθεντική δύναμη, ρεαλισμό. Έχει σαφείς επιρροές από τον δάσκαλό του και κορυφαίο διηγηματογράφο Ρέιμοντ Κάρβερ, αλλά η μεγαλοσύνη της γραφής του δεν αντιγράφει και τείνει να είναι αμίμητη. Η ζωή για τον Τζόνσον περνά μέσα από διαρκή λάθη, απώλειες, σκιές, φθορά, σύννεφα, ωστόσο κάπου εκεί στην άκρη αρχίζει να φωτίζει ένα ανεπαίσθητο υπέροχο φως, το χαμόγελο που αρχίζει δειλά – δειλά να διαγράφεται στις καρδιές των απελπισμένων του ηρώων, Σε αυτή τη λυτρωτική πρόσληψη φτάνουμε διαβάζοντας το συγκλονιστικό διήγημα «Θρίαμβος επί του τάφου». Σε αυτό ο Τζόνσον σε μια προφητική του διατύπωση σημειώνει: «Καταλαβαίνετε προφανώς ότι, την ώρα που τα γράφω αυτά, δεν έχω πεθάνει. Μπορεί όμως να έχω, μέχρι να τα διαβάσετε».

Δείγμα γραφής:

Και όπως ακριβώς τον είχε αιφνιδιάσει μια απρόσμενη οικειότητα με τον καταδικασμένο δολοφόνο, ο φίλος μου ένιωσε πολύ κοντά στη χήρα έτσι που μιλούσαν για τη ζωή και τον θάνατο, ενώ εκείνη επιδείκνυε τη γύμνια της, καθισμένη στο σκαμνί με τα ορθάνοιχτα πόδια της φορώντας τις κόκκινες ψηλοτάκουνες γόβες. Τον ρώτησα αν κατέληξαν να κάνουν έρωτα και είπε όχι, αλλά το ήθελε, σίγουρα το ήθελε, και ήταν πεπεισμένος ότι η γυμνή χήρα είχε νιώσει το ίδιο, παρόλο που σε τέτοια μέρη δεν επιτρέπεται να αγγίζεις τις γυναίκες, και αυτός ο διάλογος, όπως ακριβώς και ο προηγούμενος – η συνέντευξη με τον θανατοποινίτη – είχαν γίνει μέσα από γυάλινα διαχωριστικά που είναι φτιαγμένα για να αντιστέκονται σε κάθε χειρονομία πάθους.

Εκείνη τη στιγμή, η ιδέα πως θα μπορούσε να της πει αυτό που ήθελε του είχε φανεί απαίσια. Τώρα ο Τομ μετάνιωσε που είχε ντραπεί. Στο θεατρικό, όπως μου το περιέγραψε, η δεύτερη πράξη θα τελείωνε διαφορετικά.

 

Πέλα Σουλτάτου  «Ανάποδες Στροφές» (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2018)

Το βιβλίο της αυτό (τρίτο μετά τη συλλογή διηγημάτων «Τα φώτα στο βάθος» και το μυθιστόρημα «Ανκόρ») ήταν η ευχάριστη έκπληξη γιατί προέρχεται από Ελληνίδα και παρότι η ελληνική πεζογραφία δεν είναι προτεραιότητά μου με νίκησε κατά κράτος καταφέρνοντας να το διαβάσω πρόσφατα και δεύτερη φορά. Αυτό που μπορώ να σας υποσχεθώ είναι ότι και τις δυο φορές δεν το άφησα από τα χέρια μου γιατί πολύ απλά ο ξέφρενος, πυρετικός ρυθμός της αφήγησης είναι κάτι που ρέει και σε παρασύρει, ειδικά όταν έχεις και άλλα πράγματα να κάνεις.

Η ιστορία που μας αφηγείται θα μπορούσε να είναι μια αρχαία τραγωδία που λοξοδρόμησε και βούτηξε στην εποχή της ελληνικής οικονομικής κρίσης. Το πρότυπο της πιο άδολης, ιερής και αγνής αγάπης, αυτής της μητέρας και του γιού αποκτά ένα άλλο παθιασμένο πρόσωπο όταν ο γιός ανοίγοντας το πορτοφόλι και το ημερολόγιό της για να βρει λεφτά, ανακαλύπτει τις ανομολόγητες πτυχές της ως γυναίκα. Από εκεί και πέρα ξεδιπλώνεται το κουβάρι που θα τυλίξει και τους δυο τους σε μια αναπόφευκτη οριακή σύγκρουση μέσα από τα μονοπάτια της βίας, της απώλειας του ελέγχου, των χαμένων προσδοκιών, των οδυνηρών ονείρων, της αποκοπής που γίνεται μόνιμη συμπόρευση.

Το πιο συγκλονιστικό είναι ότι η συγγραφέας ξετυλίγει το νήμα της αφήγησης χωρίς στιγμή να προσπέσει σε εύκολες μελοδραματικές λύσεις ή να ηθικολογήσει, αντιθέτως το εκφραστικό της λεξιλόγιο περιέχει χιούμορ, γήινο σαρκασμό, γλώσσα ξυράφι, αυθεντική ευαισθησία, φυσικότητα, αμεσότητα, αγάπη για τους ήρωες. Γράφει με πάθος, ξύνει πληγές και τις αφήνει να κακοφορμίσουν για αυτό και εν τέλει αυτή η αγάπη των ηρώων της προστατεύεται, θωρακίζεται και μένει αμόλυντη. Η ιστορία σε αγγίζει, σαν να συμβαίνει δίπλα σου, αφού η γραφή φροντίζει να φέρει τα περιστατικά στο ύψος των ματιών σου, στα μέτρα σου. Η συγγραφέας δεν κουνά το δάκτυλο και παρότι, μέσα από τα σπαράγματα των κατά μόνας συλλογισμών των πρωταγωνιστών, γνωρίζει πολύ καλά τα αδιέξοδα και τις χαμένες ευκαιρίες τους, γνωρίζει πολύ καλά και τα καταπιεσμένα κτηνώδη ένστικτα της σεξουαλικότητας και της βίας όπως αντικατοπτρίζονται σε μάνα και γιό αντίστοιχα. Αγκαλιάζει τους ήρωές της χωρίς ίχνος συμπόνοιας, αντιθέτως σαν να τους χαίρεται και να μας τους συστήνει. Και ίσως μέσα από τις 141 σελίδες της να τους αγαπήσετε και ίσως να τους ζηλέψετε. Καθετί άλλωστε που θα διαβάσετε εδώ είναι της ζωής, της καθημερινότητας, σαν τις σταγόνες που ρέουν από μια ελαττωματική βρύση που ακούς από την κουζίνα ενώ κάθεσαι στον καναπέ σου.

Δείγμα γραφής:

Οι ρόδες οχτάρια στην άσφαλτο, τα φώτα της πόλης θολό φράκταλ, βούισμα από τρεις χιλιάδες μέλισσες στ΄ αυτιά του, στο στομάχι οχτώ μποφόρ θαλασσοταραχή, φρενάρει, σταματάει στο ρείθρο του πεζοδρομίου, ξεπεζεύει, ξερνάει σε μια βιτρίνα στολισμένη με γκρι και γιρλάντες. Στην τζαμαρία λευκό στένσιλ «Ευτυχισμένο το Νέο Έτος». Σκουπίζει το στόμα του στο μανίκι του μπουφάν, καβαλάει το μηχανάκι και οδηγεί για το σπίτι…

…Γιατί είναι πολύ σκληρό να φεύγουν οι άνθρωποι χωρίς εξήγηση. Μόνο ο θάνατος έχει αυτό το δικαίωμα, να θερίζει χωρίς να δίνει λογαριασμό. Ποτέ μου δεν τελείωσα σχέση χωρίς να εξηγηθώ. Ακόμα και με τον ψυχοπαθή τον Αντώνη, που φτάσανε να με κατηγορήσουνε ότι εξαιτίας μου φούνταρε, δεν το μετάνιωσα που παραδέχτηκα πως την έβρισκα και με τον φίλο του ξεχωριστά. Δεν ξέρω πόση αλήθεια μπορεί να αντέξει κανείς, μια υπερβολική δόση μπορεί να σε στείλει στον αγύριστο. Τι θέλω και τα σκαλίζω πάλι; Τρελό σκαπέτι είναι το γράψιμο, σκάβει εκεί που θέλει, δεν ορίζεις τα χέρια σου, μόνο άμα αρχίσει να τρέχει αίμα απ΄ τις παλάμες σου μπορείς να κόψεις. Για λίγο…

 

 

 

Ο Γιάννης Μουγγολιάς είναι δημοσιογράφος. 

Culture