Ο δείκτης γονιμότητας βρίσκεται περίπου στο 1,24 παιδιά ανά γυναίκα, ενώ ο πληθυσμός 65 ετών και άνω αντιστοιχεί στο 23,7%.
Η συζήτηση για το δημογραφικό επιστρέφει με επιτακτικότητα στο δημόσιο διάλογο, καθώς τα δεδομένα σκιαγραφούν μια πραγματικότητα που δύσκολα επιδέχεται παρερμηνείες.
Η Ελλάδα καταγράφει σταθερά μείωση πληθυσμού, με τις γεννήσεις να υποχωρούν και τον μέσο όρο ηλικίας να αυξάνεται, διαμορφώνοντας ένα περιβάλλον έντονης δημογραφικής πίεσης. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν αφορά μόνο τους αριθμούς, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της κοινωνικής και οικονομικής συνοχής.
Ανησυχητικά τα δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ για το δημογραφικό
Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας. Το φυσικό ισοζύγιο παραμένει αρνητικό, με τους θανάτους να υπερβαίνουν συστηματικά τις γεννήσεις, ενώ η πληθυσμιακή γήρανση επιταχύνεται.
Πίσω από τους δείκτες αποτυπώνεται μια κοινωνία που αλλάζει ραγδαία. Λιγότερα παιδιά στα σχολεία, δημογραφική συρρίκνωση σε πολλές περιοχές της χώρας, μεταβαλλόμενες τοπικές κοινότητες και μια αγορά εργασίας που καλείται να προσαρμοστεί σε νέα δεδομένα.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ (18 Δεκεμβρίου 2025), ο μόνιμος πληθυσμός της Ελλάδας την 1η Ιανουαρίου 2025 ανερχόταν σε 10.372.335 άτομα, καταγράφοντας οριακή μείωση 0,03% σε σχέση με το 2024, όταν ο πληθυσμός είχε αναθεωρηθεί σε 10.375.764.
Η πτωτική αυτή τάση οφειλόταν κυρίως στη φυσική μείωση του πληθυσμού, καθώς οι θάνατοι υπερείχαν σημαντικά των γεννήσεων. Η φυσική μείωση το 2024 ανήλθε σε 57.564 άτομα, αριθμός που ισοδυναμούσε με το μέγεθος ολόκληρης πόλης.
Παράλληλα, εξίσου ανησυχητικά είναι και τα δημογραφικά χαρακτηριστικά: Την 1η Ιανουαρίου του 2025 ο πληθυσμός ηλικίας 65 ετών και άνω αντιστοιχούσε στο 23,7%, ενώ τα παιδιά 0–14 ετών μόλις στο 12,8%.

Μπορεί αυτή η πορεία να αναστραφεί; Οι αριθμοί, πάντως, δείχνουν ότι το ζήτημα δεν προσφέρεται για αναβολές.
Ο Κωνσταντίνος Ζαφείρης, καθηγητής Δημογραφίας στο Τμήμα Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και μέλος του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, επιχειρεί να ξεκαθαρίσει τι πραγματικά κρύβουν οι αριθμοί, ποιοι παράγοντες οδηγούν στη συνεχιζόμενη πτώση των γεννήσεων και κατά πόσο υπάρχει ρεαλιστική δυνατότητα να αναστραφεί η τάση που φέρνει τη χώρα αντιμέτωπη με μια νέα δημογραφική πραγματικότητα.
«Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου η γονιμότητα στη χώρα μας είναι εξαιρετικά χαμηλή. Είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη», σημειώνει αρχικά ο κ. Ζαφείρης, διευκρινίζοντας ότι η πτώση της γονιμότητας αποτελεί ευρύτερο ευρωπαϊκό φαινόμενο. Ωστόσο, στην ελληνική περίπτωση, η εικόνα είναι ακόμη πιο επιβαρυμένη.
«Ο δείκτης γονιμότητας βρίσκεται περίπου στο 1,24 παιδιά ανά γυναίκα, αριθμός ιδιαίτερα χαμηλός», αναφέρει, επισημαίνοντας ότι το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι «οι γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία είναι πλέον λιγότερες».
Αυτό, όπως εξηγεί, σημαίνει πως «ακόμη και αν η γονιμότητα αυξηθεί, ο συνολικός αριθμός γεννήσεων θα παραμένει χαμηλός».
Την ίδια ώρα, όπως αναφέρει, «η μέση ηλικία απόκτησης παιδιού έχει ανέλθει περίπου στα 32 έτη, αριθμός που θεωρείται πολύ υψηλός σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο».
Το «εκρηκτικό κοκτέιλ» της γήρανσης
Το δημογραφικό ζήτημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη χαμηλή γεννητικότητα. Ο καθηγητής περιγράφει μια χώρα που γερνά με ταχύ ρυθμό.
«Η Ελλάδα είναι ήδη μια ιδιαίτερα γερασμένη χώρα και οι προβλέψεις δείχνουν ότι η γήρανση θα συνεχιστεί τις επόμενες δεκαετίες», υπογραμμίζει. Παράλληλα, αν και το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται, «δεν εξελίσσεται με τον ίδιο ρυθμό όπως σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες».
Συνοψίζοντας, κάνει λόγο για ένα «εκρηκτικό κοκτέιλ»: «Χαμηλή γονιμότητα, λίγες γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και έντονη γήρανση οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε μείωση και περαιτέρω γήρανση του πληθυσμού μέσα στα επόμενα 20 - 30 χρόνια».

Η Ελλάδα του 2050
Ο κ. Ζαφείρης εμφανίζεται ρεαλιστής ως προς τα περιθώρια αναστροφής της κατάστασης. «Οι δημογραφικές εξελίξεις μέχρι το 2050 είναι σε μεγάλο βαθμό προδιαγεγραμμένες», επισημαίνει, τονίζοντας ότι ακόμη και αν ληφθούν μέτρα, «το πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί πλήρως, αλλά μπορεί να γίνει λιγότερο επαχθές».
Το κρίσιμο, όπως υπογραμμίζει, δεν είναι μόνο η αριθμητική μείωση. «Το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η μείωση του πληθυσμού, αλλά κυρίως η γήρανσή του».
Αναφερόμενος στα 3 σενάρια για τις επόμενες δεκαετίες, ο κ. Ζαφείρης σημείωσε:
-Χωρίς μέτρα, οι γεννήσεις μπορεί να πέσουν στις 40.000 το 2053.
-Με περιορισμένα μέτρα, να διαμορφωθούν περίπου στις 55.000.
-Με πολύ ισχυρές και συντονισμένες πολιτικές, να φτάσουν περίπου τις 72.000.
«Ακόμη και με το πιο αισιόδοξο σενάριο που και πάλι οι γεννήσεις δεν είναι αρκετές, η μείωση του πληθυσμού θεωρείται βέβαιη. Το ερώτημα δεν είναι αν θα μειωθεί, αλλά πόσο και με ποια δυναμική», υπογράμμισε.
Περιφέρεια: Μια σιωπηλή ερημοποίηση
Την ίδια ώρα, ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις γεωγραφικές ανισότητες. Σε ερώτηση για την εικόνα στην περιφέρεια, ανέφερε: «Ο πλούτος και οι ευκαιρίες συγκεντρώνονται σε ένα-δύο μεγάλα αστικά κέντρα, ενώ η περιφέρεια φθίνει».
Όπως είπε, το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στη Βόρεια Ελλάδα, στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, στην Ήπειρο, αλλά και ορισμένες περιοχές της Πελοποννήσου.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Βόρειος Έβρος.
«Στην περιοχή μια γέννηση αντιστοιχεί περίπου σε 50 θανάτους, ενώ το 75% των γεννήσεων στον Έβρο πραγματοποιείται σε δύο πόλεις, την Αλεξανδρούπολη και την Ορεστιάδα, ενώ το υπόλοιπό 25% στα χωριά», τονίζει ο καθηγητής και συμπληρώνει πως «όλα αυτά συνιστούν συνθήκες ερημοποίησης της υπαίθρου. Δεν μπορούμε να έχουμε μια χώρα με μια υπερμεγέθη πρωτεύουσα, μια συμπρωτεύουσα που τείνει να γίνει το ίδιο, δύο-τρεις ακόμη μεγάλες πόλεις και από εκεί και πέρα τίποτα».
Ειδικά για τη Βόρεια Ελλάδα, ο καθηγητής επισημαίνει ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τη χαμηλή γονιμότητα και τις λίγες γεννήσεις, αλλά και τη μετανάστευση του πληθυσμού.
«Ο κόσμος φεύγει για μια καλύτερη ζωή κάπου αλλού. Στην ύπαιθρο της χώρας είναι τόσο λίγοι οι άνθρωποι, που όσα παιδιά και να κάνουν, πάλι λίγες θα είναι οι γεννήσεις», καταλήγει.
Απεναντίας, μικρότερο πρόβλημα αντιμετωπίζουν τα νησιά του νότιου Αιγαίου και η Κρήτη.

Γεμίζουν τα αστικά κέντρα, αλλά οι γεννήσεις παραμένουν χαμηλές
Στο ερώτημα γιατί τα μεγάλα αστικά κέντρα συνεχίζουν να προσελκύουν νέους, αλλά ταυτόχρονα παρουσιάζουν χαμηλή γονιμότητα ο καθηγητής σημειώνει μεταξύ άλλων πως οι ίδιες πόλεις δημιουργούν συνθήκες που λειτουργούν ανασταλτικά στην απόφαση για τεκνοποίηση.
«Το υψηλό κόστος στέγασης, οι πιεστικοί ρυθμοί εργασίας, η ανασφάλεια για το μέλλον, η δυσκολία συνδυασμού επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής και η έλλειψη υποστηρικτικών δομών όπως επαρκείς παιδικοί σταθμοί διαμορφώνουν ένα περιβάλλον όπου η απόφαση για παιδί μετατίθεται διαρκώς», σημειώνει ο κ. Ζαφείρης,
Την ίδια ώρα, εμφανίστηκε ιδιαίτερα αιχμηρός ως προς τη μονοδιάστατη προσέγγιση των επιδομάτων.
«Τα επιδόματα αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για τη στήριξη της οικογένειας, αλλά δεν επαρκούν για την επίλυση του δημογραφικού προβλήματος», ξεκαθαρίζει. Όπως σημειώνει, «η δημογραφία είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας και της οικονομίας» και συνεπώς «δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποσπασματικά, επιδοματικού χαρακτήρα μέτρα».

Μετανάστευση
Όσον αφορά το ζήτημα της μετανάστευσης και εάν αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει μια από τις λύσεις για το δημογραφικό ο καθηγητής υιοθετεί μια ρεαλιστική προσέγγιση.
«Καμία δυτική κοινωνία δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς μετανάστευση», τονίζει. Ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι απαιτείται οργανωμένο σχέδιο. «Καθορισμός πραγματικών αναγκών, ένταξη στο κοινωνικό και οικονομικό σύστημα, εκμάθηση γλώσσας και στοχευμένη κάλυψη ελλείψεων στην αγορά εργασίας».
«Η μετανάστευση μπορεί να συμβάλει, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της λύση», σημειώνει.
Συνέπειες
Οι συνέπειες της δημογραφικής συρρίκνωσης θα είναι πολυεπίπεδες και βαθιές, επηρεάζοντας το εκπαιδευτικό σύστημα, τα πανεπιστήμια, την αγορά εργασίας και το ασφαλιστικό.
«Ο ενεργός πληθυσμός θα κληθεί να στηρίξει έναν αυξανόμενο αριθμό ηλικιωμένων», επισημαίνει ο κ. Ζαφείρης και διερωτάται: «Αν συνεχιστεί αυτή η τάση μείωσης των παιδιών που γεννιούνται κάθε χρόνο, σε 20 χρόνια ποια παιδιά θα πάνε στα ελληνικά πανεπιστήμια; Πού θα τα βρούμε αυτά τα παιδιά;».
Παράλληλα, υπογραμμίζει την ανάγκη πολιτικών που προάγουν την ενεργό γήρανση και την αξιοπρεπή διαβίωση των ηλικιωμένων.
«Η Ελλάδα θα συνεχίσει να μειώνεται δημογραφικά τα επόμενα 20–30 χρόνια, ό,τι κι αν κάνουμε. Το ζητούμενο είναι να μετριαστούν οι επιπτώσεις και να δημιουργηθούν συνθήκες καλής και αξιοπρεπούς ζωής».
Εθνικό σχέδιο για το δημογραφικό με έμφαση στην Περιφέρεια
Η αντιμετώπιση του προβλήματος, σύμφωνα με τον ίδιο, απαιτεί συνολική στρατηγική: οικονομική ανάπτυξη, καλές θέσεις εργασίας για νέους, αξιοπρεπείς μισθούς, στεγαστική πολιτική και κοινωνική κατοικία με χαμηλό ενοίκιο για νέα ζευγάρια.
«Χωρίς σταθερή εργασία, αξιοπρεπές εισόδημα και πρόσβαση σε κατοικία, τα νέα ζευγάρια δυσκολεύονται να κάνουν το επόμενο βήμα», επισημαίνει, δίνοντας έμφαση στη στήριξη της οικογένειας «από την αρχή της δημιουργίας της».
Όπως καταλήγει «έχουμε μεγάλη δουλειά να κάνουμε. Το δημογραφικό δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποσπασματικά μέτρα ή βραχυπρόθεσμες πολιτικές. Απαιτείται ένα εθνικό σχέδιο μακροπρόθεσμου ορίζοντα, πολιτική συναίνεση και έμφαση στην αποκέντρωση και την περιφερειακή ανάπτυξη. Πρόκειται για πολιτικές που δεν θα δούμε τα αποτελέσματά τους σε 1-2 χρόνια. Το τι θα δούμε σε 20-30 χρόνια θα είναι αποτέλεσμα σημερινών αποφάσεων. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια φάση μεταβολής του πληθυσμού. Είναι ένα βαθύ πρόβλημα για το οποίο για να αντιμετωπιστεί χρειάζεται μια ολιστική προσέγγιση».
πηγη protothema
Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr












