Κριτική για τη «Φθινοπωρινή ιστορία»
Ο Αλεξέι Αρμπούζωφ (1908-1986), αν και ως δραματουργός ανδρώθηκε στα χρόνια του σκληρού Σοβιετικού καθεστώτος και υπηρέτησε με συνέπεια τον σοβιετικό ρεαλισμό, κατάφερε στα θεατρικά του έργα να παραμείνει εξαιρετικά ανθρώπινος, πράος, λυρικός και συναισθηματικός σ’ ένα περιβάλλον γεμάτο περιφρόνηση για τον άνθρωπο.
Ιδιαίτερα στο «Καημένε μου Μάρικ» και στο κύκνειο άσμα του, την «Φθινοπωρινή ιστορία» (1975) έχει μετακινηθεί σε ένα ρεαλισμό ποιητικών διαστάσεων, που χειρίζεται με λεπτότητα και ευαισθησία τη δοκιμασία του ανθρώπου από το χρόνο. Ίσως αυτή να είναι και μία εξήγηση για την επίμονα αισθητή, αν και άπιαστη συγγένεια, ανάμεσα στο ίδιο και τον Τσέχωφ.
Η δημοφιλία του Αρμπούζωφ και της «Φθινοπωρινής ιστορίας» του στην Ελλάδα είναι μεγάλη, αφού το έργο έχει δει το φως της σκηνής έξι φορές και οι δύο σόλο ρόλοι του έχουν υποστηριχθεί από ηθοποιούς κύρους (για πρώτη φορά από την Έλλη Λαμπέτη και το Μάνο Κατράκη, αλλά και την Κάκια Αναλυτή και τον Κώστα Ρηγόπουλο, την Αντιγόνη Βαλάκου και τον Άγγελο Αντωνόπουλο, την Άννα Φόνσου και τον Γιάννη Καρατζογιάννη).
Η υπόθεση του έργου εκτυλίσσεται σε ένα παραθεριστικό θεραπευτήριο στη Ρίγα της Λετονίας στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’70, με ήρωες δύο μοναχικούς ανθρώπους στην ώριμη ηλικία τους, τον γιατρό Ροντιόν Νικολάγιεβιτς και την άλλοτε θεατρίνα Λίντια Βασίλιεβνα. Ο χρόνος έχει αφήσει πάνω τους και μέσα τους ανεξίτηλα τα σημάδια του. Και οι δύο βαραίνονται από την απουσία και την απώλεια αγαπημένων τους προσώπων, που «λιγόστεψαν τόσο απότομα μες στη ζωή τους». Οι αναδρομές στο παρελθόν πολλές και ως επί το πλείστον βασανιστικές και επώδυνες στοιχειώνουν την ύπαρξή τους.
Το παρόν τους όμως το διαχειρίζονται εντελώς διαφορετικά. Εκείνος επιφυλακτικός, μετρημένος, λιγόλογος αλλά και επιθετικός και είρων. Εκείνη γεμάτη όρεξη για τη ζωή, ακατάβλητη παρά τις σκιές και τις οδύνες του παρελθόντος, νεανικά επιπόλαιη και αφελής, αντιστέκεται στο χρόνο και αρνείται να παραδοθεί στα γηρατειά. Μια σχέση αλληλοκατανόησης, συνύπαρξης και συντροφικότητας σταδιακά αναπτύσσεται μεταξύ τους, που δεν έχει πάθος και πόθο ερωτικό, μεταδίδει όμως ανθρώπινη συγκίνηση, καθώς υπερασπίζεται το δικαίωμα στη χαρά, ανεξαρτήτως ηλικίας.
Το έργο, γραμμένο με μέτρο και επιδεξιότητα, συγκρατεί το ενδιαφέρον του θεατού μέσα από την αντιθετικότητα των χαρακτήρων και τον «λεκτικό τους αγώνα», που καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο λυτρωτικό χιούμορ και το δάκρυ, αφήνοντας μια αδιόρατη αίσθηση μελαγχολίας, χωρίς να περιπέσει τελικά στο μελοδραματισμό.
Η αφαιρετικότητα του σκηνικού του Γιώργου Λυντζέρη, αν και κόντρα στη διάχυτη συγκίνηση, την ελπίδα και τη νοσταλγία που αναδύεται από το έργο, δεν επηρέασε την ιδιαίτερα ταιριαστή σκηνική συνύπαρξη, που δημιούργησαν η Πέμη Ζούνη και ο Σταύρος Ζαλμάς. Αναζητώντας διεισδυτικά το επώδυνο παρελθόν των ηρώων, με τη συνετή και μετρημένη σκηνοθετική καθοδήγηση της Βάνας Πεφάνη, οι δύο ηθοποιοί ξεκλείδωσαν σε διαφορετικούς χρόνους και με διαφορετικούς ρυθμούς τον πόνο και τις πληγές του αδάμαστου χρόνου, χωρίς να χάνουν την αίσθηση του παρόντος, ισορροπώντας ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία.
Ο φαινομενικά αυτάρκης και αρχικά συγκρατημένος και επιφυλακτικός Ροντιόν του Σταύρου Ζαλμά ανοίχθηκε σταδιακά, με κινητήριο δύναμη την ενσυναίσθηση της παρτενέρ του, σε αντίθεση με την ενθουσιώδη και ακατάβλητη Λίντια της Πέμης Ζούνη, που κέντησε το ρόλο με χάρη και φινέτσα γεμάτη από λαχτάρα για τη ζωή.
Η εύθυμων τόνων τρομπέτα του Στέφανου Δαφνή διέκοπτε ευχάριστα την ατμόσφαιρα, σκεπάζοντας επιμελώς το δάκρυ, όπως οι ήρωες του έργου σκεπάζουν τη διάθεσή τους με την ακριβώς αντίθετή της.
Μια ανθρώπινη, τρυφερή και συγκινητική παράσταση, που κράτησε το αναγκαίο μέτρο, χωρίς να διολισθήσει σε περιττές γλυκερότητες και μελοδραματικές κορώνες.
13/11/2025

Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr










