Back to Top
#TAGS Αιγιάλεια Κορωνοϊός 200 Χρόνια Από Την Ελληνική Επανάσταση Νάσος Νασόπουλος ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Αγγελίες
Μην ψάχνεις, βρες στο
THE BEST

ΒΙΒΛΙΟ

/

Ο Ωρολογοποιός

Ο Ωρολογοποιός

Μία νουβeλα του Στάθη Θ. Πολίτη

#1

Από την πρώτη στιγμή που τα γεγονότα εκείνης της απίθανης χρονιάς τον οδήγησαν στο πετρόχτιστο ξενοδοχείο, είχε μία έντονη διαίσθηση πως κάτι προσωπικό τον συνέδεε με αυτό το μέρος. 'Η πάλι, μπορεί και να του θύμιζε κάτι συγκεκριμένο, αδυνατούσε όμως να εντοπίσει τι.

Ξύπνησε νωρίς, μόλις είχε χαράξει. Κατέβηκε νωχελικά την εξωτερική ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στην ευρύχωρη βεράντα της αίθουσας όπου, σύμφωνα με τα όσα τον είχε πληροφορήσει το προηγούμενο βράδυ η πρασινομάτα ρεσεψιονίστ, θα μπορούσε να απολαύσει το πρωινό του.

Καθώς το σέρβις ακόμα αργούσε, είχε λίγα λεπτά στη διάθεσή του για το πρώτο τσιγάρο της ημέρας. Τράβηξε μία από τις καρέκλες που ήταν στοιβαγμένες στη γωνία. Κάθισε αναπαυτικά και άπλωσε τα πόδια του στην κορυφή του ξύλινου μπαλκονιού.

Μετά από δύο αποτυχημένες απόπειρες εύρεσης του αναπτήρα που είχε δανειστεί κατά την άφιξή του, κατάφερε τελικά να ανάψει το μάλμπορο που ανέμενε ήδη στο τασάκι. Τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά. Η Άννα είχε δίκιο -παρά το ότι ήταν αρχές Αυγούστου, αυτό το περίεργο μέρος έμοιαζε ανέγγιχτο από το περίφημο, θερμό ελληνικό καλοκαίρι.

Τα μαύρα έλατα στην πλαγιά που δέσποζε απέναντι, συνηγορούσαν μαζί του, καθώς ανακλαδίζονταν τινάζοντας από πάνω τους την πρωινή δροσιά. Τελείωσε το τσιγάρο πιο γρήγορα απ' ότι συνήθιζε. Το κοντομάνικο μπλουζάκι που φορούσε δεν είχε τύχη κόντρα στην παγωνιά της χαραυγής.

Άνοιξε τη βαριά πόρτα που συνέδεε τη βεράντα με την αίθουσα του πρωινού.  Πολυέλαιοι μίας άλλης εποχής κρέμονταν από τα ψηλά ταβάνια της, πίνακες γνωστών ζωγράφων –μέτριες απομιμήσεις- κοσμούσαν τους ξύλινους τοίχους της, μακριά –δρύινα μάλλον- τραπέζια απλώνονταν σε όλο το μήκος της.

Ευτυχώς για την πνευματική και σωματική του υγεία, στο ξενοδοχείο τηρούσαν όλα τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης κατά του ιού. Όλοι ανεξαιρέτως φορούσαν τις μάσκες και τα γάντια τους.

Ήταν κι αυτό μια κάποια παρηγοριά, διότι από την ώρα που πάτησε το πόδι του σε αυτήν την παράξενη χώρα -κάτι που ποτέ δεν είχε φανταστεί μέχρι τότε- τίποτε δεν έμοιαζε να λειτουργεί όπως θα έπρεπε. Η σύντομη στάση του στην πρωτεύουσα υπήρξε κανονικό σοκ. Έμοιαζε λες κι ο πληθυσμός αυτής της χώρας ζούσε σε κάποιο δικό του, παράλληλο σύμπαν με την υπόλοιπη ανθρωπότητα, που είχε πληγεί ανεπανόρθωτα από τον καινοφανή ιό, ο οποίος συνέχιζε να τρομοκρατεί τον πλανήτη στο πέρασμά του.

Τι σχέση μπορεί να είχε ο Μαρκ Μάκενρο με αυτούς εδώ τους ανθρώπους;

 

#2

Το πρωινό ήταν ιδιαίτερα βαρύ για τις λιτοδίαιτες συνήθειές του. Τι του ήρθε και τα δοκίμασε όλα αυτά; Φαίνονταν θελκτικά βέβαια, γι' αυτό άλλωστε και παρασύρθηκε. Να που όμως, ενώ δεν είχε περάσει παρά μόλις μισή ώρα από την τελευταία φέτα ζυμωτού ψωμιού με μαρμελάδα που έφαγε, ήδη το στομάχι υπενθύμιζε τα όρια και τις αντοχές του.

Δεν ήθελε να χάσει τη μέρα, άλλωστε το πρόγραμμα της επίσκεψής του στην χώρα ήταν συγκεκριμένο. Σε σαράντα ώρες θα είχε ήδη πάρει το αεροπλάνο της επιστροφής. Βγήκε από την κεντρική είσοδο και ακολούθησε τον ανηφορικό δρόμο που, όπως είχε δει στην εφαρμογή του κινητού, οδηγούσε στο χωριό -το επιβλητικό ξενοδοχείο ήταν χτισμένο στις παρυφές του και απ' ότι είχε δει στην σελίδα του στο facebook, το brand του ήταν δημιουργημένο με βασική στόχευση τους επισκέπτες της χειμερινής περιόδου, που συνέρρεαν για το κοντινό χιονοδρομικό κέντρο.

Η επαγγελματική διαστροφή σπάνια τον άφηνε ήσυχο, ακόμα και σε καταστάσεις που ήταν τελείως έξω από τα νερά του, όπως η συγκεκριμένη. Έτσι, προτού επιβεβαιώσει την κράτησή του και εγκρίνει την προκαταβολή, είχε κάνει ένα σύντομο μεν, εξονυχιστικό δε, πέρασμα από την ιστοσελίδα του ξενοδοχείου, ώστε να αξιολογήσει την εταιρική εικόνα της επιχείρησης. Είχε απογοητευτεί -όπως και στις περισσότερες περιπτώσεις που η δουλειά που έκρινε δεν ήταν δική του, ή έστω κάποιου εκ των μαθητών του.

Ίσως το πρώτο πράγμα που τον κέρδισε σε αυτό τον τόπο, τον σκαρφαλωμένο στα χίλια και βάλε μέτρα πάνω από τη θάλασσα, ήταν η φύση. Οργίαζε. Παρά το ότι ήταν Αύγουστος, μήνας που από τα ελάχιστα που ήξερε, δεν ευνοεί την βλάστηση, εκεί, εκτός από τους ανθρώπους, έμοιαζε και η ίδια η Φύση να αγνοεί τους κανόνες του Χρόνου.

Ο ήλιος είχε κάνει την εμφάνισή του πάνω από την ελατόφυτη βουνοπλαγιά, αλλά ο περίπατος δεν του επέτρεπε ιδιαίτερη επαφή μαζί του. Το δρομάκι που συνέδεε το ξενοδοχείο με το χωριό ήταν λες και βρισκόταν κάτω από ένα φυσικό θόλο, σχηματισμένο από τις φυλλωσιές θεόρατων δέντρων, τα οποία σαν κάποιου είδους αιωνόβια φρουρά, βρίσκονταν παρατεταγμένα στις δύο πλευρές.

Προς το τέλος του, είδε μια ταμπέλα που πληροφορούσε τους περιπατητές για το όνομά του –ήταν "ο δρόμος της αγάπης".

¨Σε όλα τους υπερβολικοί αυτοί οι Έλληνες¨ σκέφτηκε, καθώς το βρετανικό φλέγμα που είχε αποκτήσει μετά από δεκατέσσερα χρόνια παραμονής στην Αγγλία, δεν του επέτρεπε να εκτιμήσει την απαράμιλλης ομορφιάς ρομαντική διαδρομή που είχε επάξια κερδίσει τον τίτλο της, καθώς για δεκαετίες ολόκληρες αποτελούσε αγαπημένη βόλτα ερωτευμένων ζευγαριών -νόμιμων και παράνομων- από όλη την περιοχή.

Έφτασε στα πρώτα σπίτια του χωριού, με τον δρόμο να συνεχίζει να είναι ανηφορικός. Σύμφωνα με τη διεύθυνση που είχε, ο προορισμός του βρισκόταν λίγο μετά την κεντρική πλατεία.

Όσο συνέχιζε προς τα ενδότερα, τόσο περισσότερους ανθρώπους έμοιαζε να συναντά. Κάποιοι φαίνονταν πως ήταν επισκέπτες ή τουρίστες, από τον τρόπο που κοίταζαν γύρω τους, σηκώνοντας κάθε λίγο το κεφάλι και παρατηρώντας τα καλοδιατηρημένα σπίτια, χτισμένα στην πλειονότητα τους κι αυτά από πέτρα.

Δεν μπορούσε παρά να παραδεχτεί πως ο τόπος αυτός έμοιαζε να έχει μία ξεχωριστή ταυτότητα, ένα χαρακτήρα σμιλευμένο και διατηρημένο αναλλοίωτο στο πέρασμα του Χρόνου.

«Καλημέρα!» του απευθύνθηκε ένας γεράκος βγάζοντάς του το καπέλο καθώς πέρασε από δίπλα του. «Καλημέρα» αντέτεινε με την άθλια, σπαστή προφορά του.

Προτού οδηγηθεί στον τελικό του προορισμό, είχε ραντεβού στο καφενείο της πλατείας με ένα διερμηνέα που με αρκετή δυσκολία αλήθεια είναι, είχε καταφέρει να εξασφαλίσει τις υπηρεσίες του για να μπορέσει να συνεννοηθεί με τον άνθρωπο ο οποίος ήταν ο σκοπός του ταξιδιού του.

Του έκανε θετική εντύπωση το ότι με το που έφτασε στο καφενείο, εκείνος τον περίμενε ήδη απέξω. Η ακρίβεια ήταν ένα χαρακτηριστικό που εκτιμούσε ιδιαίτερα στους ανθρώπους.

Αφού χαιρετήθηκαν και συστήθηκαν και από κοντά, ο διερμηνέας του πρότεινε να πιουν ένα καφεδάκι πρώτα και μετά να πάνε στο ραντεβού τους.

«Δεν θέλω να αργήσουμε. Πάμε τώρα κι αν θέλετε μπορούμε να καθίσουμε στη συνέχεια.»

Ο  προορισμός τους ήταν όντως σε ένα δρομάκι πίσω από την πλατεία -δεν δυσκολεύτηκαν να το βρουν.

Ήταν μια παλιά, δίπατη κατοικία. Παρά το γεγονός πως δεν έμοιαζε τόσο καλοδιατηρημένη όσο οι περισσότερες στο χωριό, έβγαζε ακόμα μία αρχοντιά που πρόδιδε τα περασμένα μεγαλεία της. Στην αριστερή πλευρά του ισογείου υπήρχε μια σιδερένια πόρτα.

Χτύπησαν.

Μια σκουριασμένη ταμπέλα έγραφε με καλλιγραφικά γράμματα που αχνοφαίνονταν:

"Ωρολογοποιείον Κωνσταντίνου Στ. Μακρίδη"

 

#3

«Μάρκο!»

Πίσω από την σιδερένια πόρτα που είχε ανοίξει μετά από αρκετή ώρα, εμφανίστηκε, αχνά μέσα στο σκοτάδι, η ζαρωμένη φιγούρα ενός υπερήλικα που μετά βίας κατόρθωνε να σταθεί, στηριζόμενος σε μια ξύλινη μαγκούρα.

«Μάρκο, Μάρκο, εσύ είσαι;» φώναξε με όση δύναμη του περίσσευε, κάνοντας μία απροσδιόριστη κίνηση με το ελεύθερο χέρι του προς τους επισκέπτες.

Αφού ο διερμηνέας τον καλημέρισε και του εξήγησε πως ήταν το ραντεβού που είχαν συνεννοηθεί από την προηγούμενη εβδομάδα, ο γέρος τελικά υπαναχώρησε και παραμέρισε για να περάσουν στο εσωτερικό του χώρου.

Σκύβοντας ενστικτωδώς το κεφάλι του για να αποτρέψει τυχόν ατυχήματα από το πέρασμα της πόρτας, ο Μαρκ Μάκενρο έριξε μια πρώτη ματιά στο ωρολογοποιείο. Δυσκολεύτηκε αρκετά, γιατί στο μαγαζί επικρατούσε σχεδόν απόλυτο σκοτάδι -μόνο μια γέρικη λάμπα πάλευε με τις ισχνές της δυνάμεις να διαχύσει λίγες αχτίδες φωτός.

Όταν τα μάτια του τελικά συνήθισαν, το σοκ ήταν μεγάλο. Η ακαταστασία ήταν μία από τις συνθήκες που του προκαλούσαν πόνο, σχεδόν φυσικό. Παντού ολόγυρα στο δωμάτιο, υπήρχαν κάθε λογής αντικείμενα ατάκτως ειρημένα. Εργαλεία -τανάλιες, κατσαβίδια, λεπίδες- φακοί, ρολόγια, θήκες, κουτιά, γενικότερα ότι μπορούσε να χωρέσει ανθρώπου νους, βρίσκονταν σε γραφεία, σε ράφια, σε καρέκλες, διασκορπισμένα ακόμα και στο πάτωμα.

Οι τοίχοι δεν πήγαιναν πίσω. Ουσιαστικά τοίχος δε διακρινόταν, παντού ήταν κρεμασμένα ρολόγια κάθε είδους. Παλιά κυρίως, αλλά και κάποια που έμοιαζαν πιο σύγχρονα, μεγάλα και μικρά, μικροσκοπικά και υπερμεγέθη -ένα συγκεκριμένο, λευκό με ένα τεράστιο καντράν του είχε τραβήξει θέλοντας και μη την προσοχή- τοίχου και επιδαπέδια.

Πάντως, παρά τα αναρίθμητα ρολόγια που βρίσκονταν στον χώρο, ο Χρόνος έμοιαζε να έχει ξεχάσει να επισκεφτεί τόσο το μαγαζάκι, όσο και τον ιδιοκτήτη του.

Ο γέρος με ένα νεύμα τους κάλεσε να προχωρήσουν προς το πίσω μέρος του δωματίου όπου έμοιαζε να βρίσκεται κάτι σα γραφείο. Δεξιά καθώς προχωρούσαν, αντιλήφθηκαν την ύπαρξη ενός δεύτερου χώρου, στον οποίο κανείς για να εισέλθει έπρεπε να παραμερίσει μία σκουρόχρωμη κουρτίνα με κρόσια.

Αφού κάθισαν, έμαθε από τον διερμηνέα πως ο γέρος ήθελε να τους ζητήσει συγγνώμη τόσο για την ακαταστασία -την είχε συνηθίσει ο ίδιος τόσα χρόνια- όσο και γιατί δεν είχε τίποτα να τους φιλέψει.

Καθώς δεν ξαφνιάστηκε ιδιαίτερα από αυτά που άκουσε, ο Μαρκ θέλησε να ανοίξει την συζήτηση παρουσιάζοντας αμέσως τον λόγο που τον είχε φέρει ως εκεί. Όμως, υπήρχε κάτι που τον εμπόδιζε. Η σκέψη του είχε κολλήσει στην αντίδραση του γέρου όταν άνοιξε την πόρτα -και κυρίως στην φράση που είχε πει.

Χωρίς να είναι απολύτως σίγουρος αν ήθελε να κάνει αυτήν την ερώτηση, τελικά είπε στον διερμηνέα:

«Ρωτήστε τον αν θέλετε, τι ήταν αυτό που είπε όταν μας υποδέχτηκε. Γιατί αν δεν κάνω λάθος, φάνηκε να είναι αρκετά φορτισμένος.»

Όταν άκουσε την ερώτηση του μεταφραστή, ο γέρος δίστασε. Έκρυψε το πρόσωπό του σε δύο παλάμες τεράστιες, απολύτα παράταιρες με το ζαρωμένο κορμί του.

«Συχώρα με παιδί μου, δεν ήταν σωστή η αντίδρασή μου. Όμως βλέπεις, ο Χρόνος έχει περάσει πολύ πλέον για εμένα. Βέβαια, είναι από την άλλη και αυτή η ομοιότητα.

«Ομοιότητα, ποια ομοιότητα; Μήπως δεν μεταφράσατε σωστά;»

«Όχι παιδί μου, μια χαρά στα λέει ο δασκαλάκος. Όσο κι αν μου φαίνεται απίθανο, σχεδόν εξωπραγματικό, νοιώθω σα να έχω εδώ μπροστά μου, μετά από πάνω από εβδομήντα χρόνια, τον φίλο μου τον Μάρκο.»

Ο γέρος σηκώθηκε και σύρθηκε σε μια σκονισμένη συρταριέρα πίσω από το γραφείο. Αφού έψαξε για λίγη ώρα, επέστρεψε με τα εύρετρα.

«Να παιδί μου. Εγώ κι ο Μάρκος. Ο Μάρκος, εκτός από φίλος μου καρδιακός ήταν, όπως αποδεικνύεται περίτρανα μπροστά στα ίδια μου τα μάτια, και παππούς σου.»

Ο Μαρκ θέλησε να απλώσει το χέρι και να πιάσει την ασπρόμαυρη φωτογραφία που είχε αποθέσει ο γέρος μπροστά του.

Μάταια. Αυτό αρνιόταν να ακολουθήσει την εντολή που του έδινε ο εγκέφαλός του.

Είχε παγώσει.

    

#4

«Στέφανε! Άνοιξε γρήγορα, είναι ανάγκη!

Στέφανε άνοιξε εγώ είμαι!»

Οι κραυγές απελπισίας ανατάραξαν μία κατά τα φαινόμενα ήρεμη βραδιά. Συνοδεύονταν από ένα χτύπημα πόρτας που μάταια προσπαθούσε να μην ακουστεί δυνατά.

Λίγες στιγμές αργότερα, η σιδερένια πόρτα άνοιξε και δύο άντρες και μια γυναίκα μπήκαν στο ωρολογοποιείο του Κωνσταντίνου Μακρίδη. Η γυναίκα βέβαια δεν εισήλθε αυτοβούλως, την κουβαλούσαν οι συνοδοί της.

«Καλά, γιατί έκανες τόση ώρα να ανοίξεις;»

«Σε παρακαλώ σταμάτα να φωνάζεις και πηγαίνετε στο πίσω μέρος τώρα!»

Οι δύο άντρες προχώρησαν και ξάπλωσαν την κοπέλα σε ένα ράντζο που βρέθηκε μπροστά τους.

«Μπορείς να μου εξηγήσεις επιτέλους τι είναι όλα αυτά;»

Ο άντρας προσπαθούσε να ηρεμήσει.

«Ξέρεις πολύ καλά τι είναι Στέφανε. Μας είχαν στήσει ενέδρα. Την πατήσαμε. Το λάθος δικό μου. Καταφέραμε και ξεφύγαμε από τα παλιόσκυλα, αλλά η Καίτη έχει τραυματιστεί.

Δεν είχα κάπου αλλού να πάω. Το ξέρεις καλά πως αν δεν ήταν απόλυτη ανάγκη, δεν θα ερχόμουν.

Όμως δεν είχα άλλη επιλογή.

Πρέπει να μας κρύψεις στο υπόγειο φίλε. Μια-δυο μέρες μέχρι να σταματήσουν να μας ψάχνουν οι κερατάδες. Και μετά θα φύγουμε.»

«Υπόγειο, ποιο υπόγειο; Δεν καταλαβαίνω τι λες. Τα 'χεις χαμένα μου φαίνεται.»

«Στέφανε λίγες μέρες μόνο. Μετά ξέρω πού θα πάμε. Αλλά δεν μπορούμε να πάμε τώρα εκεί. Θα μας φάνε λάχανο.

Μια-δυο μέρες στο υπόγειο φίλε.

Θα στο χρωστάω μια ζωή.»

Ο νεαρός άντρας μπορεί να παραληρούσε, αλλά ήξερε πολύ καλά τι ζητούσε από τον παιδικό του φίλο.

Ο Στέφανος κάθισε βουβός.

«Αητέ πάμε να φύγουμε. Δε γίνεται να το ρισκάρουμε. Τον βλέπεις, δεν θέλει να βοηθήσει!» είπε αποφασιστικά ο δεύτερος άντρας. Σε αντίθεση με τον πρώτο, ήταν μικρού αναστήματος, γεροδεμένος όμως, με ένα τσιγγελωτό μουστάκι να γεμίζει το ολοστρόγγυλο πρόσωπό του. Πρέπει να είχε τα διπλάσια χρόνια από τον άλλο, κι όμως, έμοιαζε πως δεν ήταν αυτός που έκανε κουμάντο.

«Ο Στέφανος θα μας βοηθήσει γιατί είναι φίλος καλός και ξέρει πως αν είχα άλλη επιλογή, δεν θα βρισκόμουν εδώ αυτή την ώρα. Έτσι Στέφανε; Δεν το ξέρεις αυτό;»

«Το ξέρω.»

«Και θα βοηθήσεις;»

«Θα βοηθήσω.»

«Είσαι παλικάρι! Θα στο χρωστάω μια ζωή! Πάμε δίπλα να ανοίξεις την καταπακτή.»

Ο Στέφανος σηκώθηκε διστακτικά είναι η αλήθεια και πήγε πίσω από ένα σκονισμένο γραφείο, άνοιξε ένα συρτάρι κι έβγαλε μια αρμαθιά κλειδιά.

Στη συνέχεια παραμέρισε μια κουρτίνα και οδήγησε τους δύο άντρες σε ένα διπλανό δωμάτιο. Έκανε στην άκρη ένα τραπέζι και σήκωσε μια κουρελού που βρισκόταν στο πάτωμα.

Φανερώθηκε μια καταπακτή.

Διάλεξε ένα από τα μεγάλα σιδερένια κλειδιά και την άνοιξε.

«Τραβάτε φέρτε την κοπέλα να την κατεβάσετε κάτω. Υπάρχει ένα κρεβάτι. Πάρτε και τούτη τη λυχνία. Εγώ θα επιστρέψω με ότι καταφέρω να βρω για να της περιποιηθούμε το τραύμα. Ελπίζω μόνο να μην έχει ξυπνήσει ο πατέρας.»

Το χέρι του νεαρού άντρα έσφιξε τον ώμο του Στέφανου. Ένα δάκρυ κυλούσε στο μάγουλό του.

«Ε τι νόμιζες, γίνεται να μη φροντίσουμε ολόκληρο Αητό;» του αποκρίθηκε εκείνος με ένα μειδίαμα ζωγραφισμένο στα χείλη του, καθώς τους άφηνε πίσω του κλείνοντας την καταπακτή.

 

#5

Το υπεραιωνόβιο επιδαπέδιο ρολόι στεκόταν εκεί στη γωνία και τους κοιτούσε, σαν ξεχασμένος φρουρός. Θύμιζε επίτιμο αξιωματικό της Φρουράς του Χρόνου.

«Η μητέρα σου άφησε ένα γράμμα μετά τον θάνατό της, σωστά;»

«Σωστά.»

«Σε αυτό το γράμμα πρέπει να σου εξηγούσε για εμένα και για τον λόγο που ήθελε να έρθεις να με βρεις.»

«Όχι ακριβώς. Το μόνο που έλεγε ήταν πως υπήρχαν γεγονότα από την ζωή της που αφορούσαν κι εμένα, τα οποία δεν πρόλαβε να μου πει. Και πως έτσι όπως έγιναν τα πράγματα, τώρα έπρεπε να τα ανακαλύψω μόνος μου. Επέμενε δε σε αυτό -παρ' όλο που έγραφε ότι είχε μετανιώσει που δεν μου τα είχε πει νωρίτερα, με παρακαλούσε να κάνω αυτό το ταξίδι για "να ανακαλύψεις την αλήθεια μου παιδί μου -που είναι και δική σου αλήθεια".»

Ο γέρος πήρε ένα σκυθρωπό, φουρτουνιασμένο ύφος. Το μέτωπό του χωρίστηκε σε δεκάδες αυλάκια που σε λίγο θα γέμιζαν με το αλμυρό υγρό που γεννά η αγωνία.

«Πανάθεμά την -καλή της ώρα εκεί που βρίσκεται. Ίδια μια ζωή. Ποτέ δεν έκανε τα σημαντικά στον σωστό τους Χρόνο.»

Στρέφοντας το βλέμμα του στον Μαρκ, είπε με μια βαθιά και γλυκιά, ταυτόχρονα, φωνή: «Εγώ αγόρι μου νόμιζα πως τα ήξερες αυτά. Έτσι μου είχε πει τουλάχιστον στο τελευταίο της γράμμα, πως αν τελικά δεν σας έμελλε να ξαναβρεθείτε, θα στα έγραφε να τα ξέρεις. Αλλά προφανώς πήρε άλλη απόφαση.»

«Δεν καταλαβαίνω τίποτα από όλα αυτά. Είχατε επικοινωνία με τη μητέρα μου; Πώς; Πότε; Δεν ξέρω. Δε νομίζω πως είμαι σε θέση να συνεχίσω αυτή την κουβέντα.»

Είχε βγει πλέον εκτός εαυτού. Όντας άνθρωπος που παθολογικά σιχαινόταν τις εκπλήξεις, όλα αυτά τον είχαν οδηγήσει σε όρια που σπάνια προσέγγιζε.

Πετάχτηκε ξαφνικά από την καρέκλα και βγήκε έξω.

Έβγαλε το πακέτο από την τσέπη του τζιν κι άναψε αλαφιασμένος ένα τσιγάρο. ¨Συνήθεια κι αυτή. Όταν φύγω απ’ αυτό το μέρος, το πρώτο πράγμα που θα κάνω θα είναι να το κόψω μαχαίρι¨.

Έστρεψε το βλέμμα του ψηλά. Ο ουρανός ήταν καταγάλανος, ούτε το παραμικρό σύννεφο δεν τολμούσε να χαλάσει την τελειότητά του.

Τι είδους παγίδα ήταν αυτή στην οποία είχε οδηγηθεί; Και μάλιστα από την ίδια του τη μητέρα! Τι ήταν αυτό το παράξενο μέρος που τον είχε στείλει; Και επιτέλους, ποιος ήταν αυτός ο γέρος που είχε το θράσος να του μιλά λες και τον ήξερε και να του λέει για παππούδες και φθαρμένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες;

Ξαφνικά, το απόλυτο γαλάζιο σκίστηκε από το πέταγμα ενός εντυπωσιακού πουλιού. Πετούσε πάνω από το κεφάλι του.

Aquila Heliaca. Imperial Eagle.

Ναι, ήταν βέβαιος. Βασιλαετός. Ένα από τα λίγα πανέμορφα πράγματα που ήθελε να επιδιώξει να συναντήσει σε αυτό τον περίεργο τόπο, είχε έρθει να τον βρει μόνο του.

Δεν είχε μαζί του τα επαγγελματικά κιάλια που τον συντρόφευαν στους ατελείωτους περιπάτους που έκανε όταν είχε χρόνο στην αγγλική εξοχή, για να απολαμβάνει το αγαπημένο του χόμπι –την παρακολούθηση πτηνών.

Ξαφνικά, το πουλί έκανε μια απότομη βουτιά προς τα κάτω και μετά το ίδιο απότομα, εξαφανίστηκε.

Στα λίγα εκατοστά του δευτερολέπτου που τον πλησίασε, ο Μαρκ θα ορκιζόταν πως ο επιβλητικός Βασιλαετός τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια.

 

#6

Ο Αητός ήταν από τους πρώτους στους οποίους σε τόσο μικρή ηλικία ανατέθηκε η ηγεσία της δικής του ομάδας. Απολάμβανε μάλιστα και μία σχετική ανεξαρτησία κινήσεων που του είχε παραχωρηθεί από τη Διοίκηση, γεγονός που οι άλλοι καπεταναίοι της περιοχής -πολλοί εκ των οποίων είχαν τα διπλά του χρόνια- το είχαν πάρει εξαρχής με στραβό μάτι.

Γεγονός είναι πάντως πως τίποτα δεν του είχε χαριστεί. Αποφασιστικός, παράτολμος -τον έλεγες και ατίθασο-, από την στιγμή που βγήκε στο βουνό ήταν από τους πρώτους που έπεφταν στην μάχη κι από τους τελευταίους που οπισθοχωρούσαν όταν η περίσταση το καλούσε.

Σε αυτή του την παρουσία τον βοηθούσε τόσο το ότι ήταν μεγαλωμένος σε εκείνο τον τόπο και ήξερε κάθε σπιθαμή του, κάθε πλαγιά και κάθε χωριό, κάθε ρέμα και κάθε δρομάκι, σαν την παλάμη του χεριού του, όσο κι η απαράμιλλη φυσική δύναμη που τον χαρακτήριζε. Την οποία σε καμία περίπτωση δεν την αντιλαμβανόταν κανείς με την πρώτη ματιά. Ήταν μεν ψηλός, αλλά αρκετά ξερακιανός για να δικαιολογείται η τόση δύναμη που έκρυβε το κορμί του.

Θαρρείς και επρόκειτο για κάτι που ανέβλυζε από βαθιά μέσα του, από μια πηγή άγνωστη, έναν άλλο εαυτό. Από μικρός έτσι ήταν. Στο σχολειό τα παιδιά τον έλεγαν Ηρακλή και το πιο συχνό παιχνίδι στη γειτονιά ήταν να του ζητούν να κάνει μικρούς άθλους -να σηκώσει μια θεόρατη πέτρα ή να κουβαλήσει σάκους με σιτάρι.

Ο ίδιος καμωνόταν στη μάνα του πως δεν του άρεσαν όλα αυτά, μέσα του όμως το απολάμβανε -του άρεσε που όλοι τον θαύμαζαν, ένοιωθε ξεχωριστός, πως ήταν κάτι το διαφορετικό για τη μικρή τους κοινωνία.

Οι μόνες στιγμές που δεν αισθανόταν έτσι, ήταν όταν βρισκόταν μαζί με τους δύο παιδικούς του φίλους. Ο Ηλίας κι ο Στέφανος ήταν μια ζωή μαζί του. Κυριολεκτικά σχεδόν, καθώς είχαν γεννηθεί και οι τρείς σε απόσταση ενάμισι μόλις μήνα, το καλοκαίρι του 1925.

Από φτωχές οικογένειες αυτός με τον Ηλία, από μεσοαστική ο Στέφανος.

Οι γονείς του Στέφανου ήταν μικρασιάτες από την Σμύρνη και είχαν καταλήξει στην περιοχή μετά από μία μικρή οδύσσεια που ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή. Όντας ο πρώτος ωρολογοποιός της περιοχής, κατάφερε σύντομα να φτιάξει μαγαζί στον κεντρικό δρόμο της πρωτεύουσας του νομού και να ανοίξει καλές παρτίδες με τον αστικό κόσμο, καθώς ήταν ιδιαίτερα αγαπητός αλλά και καπάτσος πωλητής.

Μέχρι που για λόγους που ποτέ η οικογένεια δεν έμαθε, τη χρονιά που γεννήθηκε ο Στέφανος, ο Κωνσταντίνος Μακρίδης αποφάσισε να πάνε να ζήσουν σε ένα χωριό όχι πολύ μακριά από την πόλη, μέσα στα έλατα που κατέκλυζαν τον ορεινό όγκο που δέσποζε στην περιοχή. Μετέφερε εκεί και την τέχνη του -ως τέτοια την αντιμετώπιζε μια ζωή- και μάλιστα, κάτι τελείως απροσδόκητο για τα δεδομένα της εποχής, τον ακολούθησε εκεί και το μεγαλύτερο μέρος της πελατείας του. Κάπως έτσι ο κύριος Μακρίδης και η οικογένειά του, παρά το ότι είχαν ξεκινήσει ως αποσυνάγωγοι "τουρκόσποροι", είχαν καταφέρει να ανέλθουν την κοινωνική σκάλα και να γίνουν εκλεκτά μέλη της κλειστής τοπικής κοινότητας.

Οι πατεράδες των δύο άλλων παιδιών ήταν κτηνοτρόφοι. Φίλοι από παιδιά, μαζί πάλευαν από μικροί για να αυγατίσουν το βιος τους. Δεν τα 'χαν καταφέρει και άσχημα, το γεγονός όμως πως είχαν πέντε παιδιά ο ένας και τέσσερα ο άλλος, δεν τους επέτρεπε να πάρουν ανάσα.

Τα τρία παιδιά μεγαλώνοντας από μικρά στην ίδια γειτονιά του χωριού, είχαν γίνει αχώριστα. Ο Στέφανος ήταν η συγκολλητική ουσία που κρατούσε ενωμένους και τους τρεις, καθώς οι άλλοι δύο ήταν από χαρακτήρα πιο ζωηροί κι ατίθασοι, με αποτέλεσμα συχνά να καβγαδίζουν, ακόμα και για ψύλλου πήδημα. Εκείνος όμως, πάντα πράος και πανέξυπνος ταυτόχρονα, κατόρθωνε να σβήνει τα πάθη και να μονιάζει την παρέα.

Όπως αργότερα -όταν μαγεύτηκαν από το σχετικό κόμικ που είχε πέσει στα χέρια τους- θα τιτλοφορούσαν εαυτούς, ήταν σαν τους τρεις σωματοφύλακες, ένας για όλους και όλοι για έναν.

Κι έτσι πίστευαν πως θα 'ναι για μια ολόκληρη ζωή.

 

#7

Άνοιξε τη βαριά σιδερένια πόρτα του ωρολογοποιείου και μπήκε πάλι μέσα. Ο γέρος κι ο διερμηνέας δεν είχαν κουνηθεί από την θέση τους.

«Συγγνώμη για την αντίδρασή μου, ήμουν αγενής. Όμως, καταλαβαίνετε φαντάζομαι, πως όλα αυτά που μου λέτε, δεν μπορεί παρά να μου ακούγονται εξωφρενικά».

Outrageous ήταν η λέξη που χρησιμοποίησε, αν και δεν ήταν καθόλου βέβαιος για το αν περιέγραφε με σχετική έστω ακρίβεια αυτό που ένοιωθε. Στην πραγματικότητα, είχε κατακλυστεί από ένα πρωτοφανές για τον ίδιο μείγμα ετερόκλητων συναισθημάτων. Ένοιωθε ξαφνιασμένος, προδομένος, έως και οργισμένος, όμως ταυτόχρονα, από βαθιά μέσα του, αναδυόταν κι ένα γλυκό αίσθημα προσμονής για όσα πίστευε πως θα μάθαινε τις επόμενες ώρες, τα επόμενα λεπτά.

«Το καταλαβαίνω παιδί μου πως αυτό που σου είπα, καθώς η μητέρα σου σε είχε αφήσει στο σκοτάδι, δεν μπορεί παρά να είναι μια μεγάλη ανατροπή στην ζωή σου. Έτσι όμως λειτουργεί η αλήθεια -όταν την ανακαλύπτουμε, κρύβει εκπλήξεις οι οποίες άλλες φορές έρχονται να απαλύνουν πληγές, άλλες πάλι να στρίψουν ακόμα πιο βαθιά το μαχαίρι.  Συχνά όμως, η πρώτη μας αντίδραση, δεν αντικατοπτρίζει τα πραγματικά αισθήματα που θα χτίσουμε για αυτήν την αλήθεια στη συνέχεια. Γι' αυτό φροντίζει πάντα ο γερο-Χρόνος -και πίστεψέ με, τον ξέρω καλά δα, αυτός δεν πέφτει έξω ποτέ».

Ήταν πολύ παράξενος άνθρωπος αυτός ο γέρος. Είχε ένα πρόσωπο σκαμμένο και θαρρείς μόνιμα σκυθρωπό, που με κάποιον περίεργο τρόπο όμως, μετέδιδε μια γλυκύτητα και μια ζεστασιά, σχεδόν πρωτόγνωρες για τον Μαρκ. Μόνο αυτό που ένοιωθε πιτσιρικάς στην αγκαλιά του παππού Τζακ, μπορούσε να πει πως προσέγγιζε αυτό το αίσθημα.

Παρέμεινε χαμένος στις σκέψεις του για αρκετή ώρα.

«Είστε καλά;» τον ρώτησε ο μεταφραστής. «Μήπως θα θέλατε να φύγουμε; Μπορώ να κανονίσω να επαναλάβουμε την επίσκεψη κάποια άλλη στιγμή».

Δεν τον άκουσε καν. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στους δείκτες του ξύλινου επιδαπέδιου ρολογιού.

«Πώς μπορώ όμως εγώ να ξέρω ότι αυτά που μου λέτε είναι αλήθεια;»

Ο γέρος δεν αποκρίθηκε. Σηκώθηκε με δυσκολία από τη φθαρμένη από τα χρόνια, δερμάτινη καρέκλα του γραφείου του και κατευθύνθηκε αργόσυρτα προς το διπλανό δωμάτιο.

Όταν επέστρεψε, τα ρυτιδιασμένα του χέρια κρατούσαν ένα αρκετά μεγάλο δέμα με γράμματα. Τα απόθεσε πάνω στο γραφείο, πήρε ένα χαρτοκόπτη κι έκοψε την κορδέλα που τα κρατούσε όλα μαζί.

Οι φάκελοι ήταν κιτρινισμένοι, αλλά παρά την προφανή φθορά, ξεχώριζαν πάνω τους γράμματα καλλιγραφικά που μαρτυρούσαν μία άλλη εποχή. Μια εποχή που ο κόσμος ακόμα επικοινωνούσε με αυτόν τον τρόπο.

«Εδώ θα βρεις όλη την αλήθεια. Δεν χρειάζεται να σου πω εγώ τίποτα. Δίκιο έχεις άλλωστε –γιατί να πιστέψεις έναν παράξενο γεροξεκούτη που μόλις γνώρισες; Αυτά εδώ όμως δεν μπορείς να μην τα πιστέψεις. Χάρισμά σου λοιπόν η αλήθεια. Πρόσεξε μόνο πως θα την ξετυλίξεις, γιατί είπαμε –δίκοπο μαχαίρι η αλήθεια παιδί μου».

Ο Μαρκ είχε σταματήσει να ακούει τον γέρο. Το βλέμμα του είχε καρφωθεί στα ξεθωριασμένα καλλιγραφικά γράμματα των φακέλων που είχε μπροστά του.

Τα ήξερε αυτά τα γράμματα. Έμοιαζαν άλλωστε πολύ με τα δικά του, για την ομορφιά των οποίων ένοιωθε πάντα περήφανος.

Ήταν τα γράμματα της μητέρας του.

 

#8

Εκείνο το υγρό καλοκαιρινό βράδυ, τίποτα δεν έγινε τυχαία. Ούτε το ότι ο Αητός έμεινε μόνος του με δύο μόλις συντρόφους, ούτε ότι η μία ήταν γυναίκα, ούτε ότι τραυματίστηκε, ούτε βέβαια πως αναζήτησαν καταφύγιο στο ωρολογοποιείο του Στέφανου.

Ο Αητός είχε έρθει σε μεγάλο αδιέξοδο πλέον, από το οποίο μόνο με μία απελπισμένα τολμηρή κίνηση θα είχε πιθανότητες να ξεφύγει -κι αυτό ακριβώς ήταν που έκανε πράξη εκείνη τη νύχτα.

Τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά για εκείνον και τους συντρόφους του. Ειδικά μετά τη μεγάλη χαμένη μάχη που είχαν δώσει για να πάρουν το κεφαλοχώρι στα χέρια τους, όλα έμοιαζαν να έχουν πάρει τον κατήφορο -έναν κατήφορο που φαινόταν να μην έχει τελειωμό.

Τη μάχη την έχασαν τσάμπα και βερεσέ. Παρά το ότι είχαν πετύχει εξαρχής τον βασικό τους στόχο να αιφνιδιάσουν και να καταστρέψουν το μεγαλύτερο φυλάκιο του εχθρού μέσα στο χωριό, στην συνέχεια ακολούθησαν παιδαριώδη λάθη από τους δικούς τους, που επέτρεψαν στον εχθρό να αναδιπλωθεί, προξενώντας τους μεγάλες απώλειες.

Τελικά, μετά από ώρες αιματοβαμμένης μάχης, αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν.

Ο Αητός, παρά το νεαρό της ηλικίας και τη σχετική απειρία σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις, τα λάθη τα έβλεπε. Και σκεφτόταν πως, αφού μπορούσε να τα καταλάβει αυτός, δεν μπορούσαν ολόκληροι αξιωματικοί με τόσα χρόνια εμπειρία στον πόλεμο και τώρα στην επανάσταση;

Δεν το χωρούσε το μυαλό του.

"Μα να στηριζόμαστε αποκλειστικά στα ρημαδιασμένα τα πάτζερ;" σκεφτόταν συνεχώς. Όλοι ήξεραν πως στη μάχη των χαρακωμάτων, στη μάχη σώμα με σώμα ήταν που είχαν πάντα τα καλύτερα αποτελέσματα. Γιατί δε βασίστηκαν και τώρα εκεί, παρά αφέθηκαν στα πάτζερ;

Είχε ένα κακό -ότι σκεφτόταν το έλεγε. Ήταν αυθόρμητος, δεν μπορούσε να κρατάει πράγματα για τον εαυτό του, να λειτουργεί λίγο πιο μεθοδικά.

Μετά τη μάχη ήταν που πήρε προαγωγή και του έδωσαν τη δική του ομάδα. Είχε προβεί σε ηρωικές πράξεις, όπως τον ενημέρωσαν, κοτσάροντάς του κι ένα παράσημο. Ο ίδιος σκεφτόταν πως με τόσους νεκρούς, ακόμα κι αν ήταν ο χειρότερος στην μάχη, πάλι θα αναγκάζονταν να του δώσουν δική του ομάδα.

"Έτσι όπως πάμε, σε λίγο δεν θα 'χουμε ανθρώπους να φτιάχνουμε ομάδες" σκεφτόταν πικρόχολα.

Δεν άντεξε για πολλές μέρες. Έκατσε κι έπιασε ένα λοχαγό που υποτίθεται πως του' χε εμπιστοσύνη και του έβγαλε ένα χειμαρρώδη λόγο, αναλύοντας του όλες του τις ενστάσεις για το πώς λειτούργησαν στη μάχη, αλλά και γενικότερα για την εξέλιξη των πραγμάτων, για την ομόνοια που λείπει πλέον από τον λόχο, για την εγκατάλειψη από το στρατηγείο και άλλα πολλά παρόμοια και ειπωμένα με ύφος χιλίων καρδιναλίων.

Ο λοχαγός δεν του είπε τίποτα. Σηκώθηκε, τον χτύπησε συγκαταβατικά δυο φορές στον ώμο και έφυγε.

Είχε απόλυτη γνώση πως είχε κάνει το μοιραίο λάθος.

Μετά από αυτό, τίποτα δεν θα ήταν για αυτόν ξανά το ίδιο.

 

#9

Είχε αφήσει με φούρια πίσω του το περίεργο εκείνο μέρος, το θαρρείς ξεχασμένο από το Χρόνο.

Σχεδόν δεν τους χαιρέτησε.

Πήρε τα γράμματα και σηκώθηκε κι έφυγε.

Δεύτερη φορά μέσα σε ένα πρωινό που συμπεριφερόταν τελείως εκτός των δικών του κωδικών συμπεριφοράς και ευγένειας.

Η συνάντηση με αυτόν τον τόσο παράξενο γέρο τον είχε αναστατώσει για τα καλά, τον είχε βγάλει εκτός εαυτού.

Χάθηκε μέσα στα στενά δρομάκια του χωριού. Αφέθηκε να τον οδηγούν τα βήματά του. Προχωρούσε μουδιασμένος.

Από τη μια στιγμή στην άλλη, η νοικοκυρεμένη ζωή του Μαρκ Μάκενρο έμοιαζε να έχει γυρίσει ανάποδα. Απροσδόκητα. Βίαια.

Το πρώτο πράγμα που πέρασε από το μυαλό του όταν αυτό άρχισε να ανακτά τη λειτουργία του, ήταν να σηκωθεί και να φύγει από αυτόν τον τόπο. Να μην περιμένει καν την επόμενη μέρα που ήταν προγραμματισμένη η πτήση της επιστροφής. Δεν μπορεί όλο και κάποια αεροπορική θα έφευγε νωρίτερα –κι ας μην πετούσε για Λονδίνο, ας πήγαινε οπουδήποτε, αρκεί να βρισκόταν γρήγορα μακριά από τούτο το καταραμένο μέρος.

Ναι, αυτό θα έκανε. Θα διέγραφε μονομιάς εκείνη τη μέρα από τη ζωή του. Τι σημασία έχουν άλλωστε 24 φτωχές ωρίτσες –μπα, λιγότερες θα ήταν αν έβρισκε γρήγορα μια πτήση- μπροστά σε μια ολόκληρη ζωή; Κόκκος άμμου.

Κι αυτός ήταν χαρούμενος με τη ζωή του, ήταν μια χαρά, δεν ήθελε απροσδόκητες εκπλήξεις σε μέρη που δεν είχε ξαναπατήσει το πόδι του.

"Α ρε μαμά, γιατί μου τα κάνεις όλα αυτά; Με τιμωρείς άραγε που δεν πρόλαβα να σε δω; Δεν έφταιγα εγώ όμως μαμά, στο είπα, δεν έφταιγα εγώ. Ο αναθεματισμένος ο ιός δεν με άφησε να τρέξω δίπλα σου."

Κάθισε σε ένα παλιακό, ξύλινο παγκάκι που βρέθηκε μπροστά του και άνοιξε την εφαρμογή στο κινητό για να κλείσει τα εισιτήρια της άμεσης επιστροφής, τα εισιτήρια του ξανακερδισμένου παραδείσου του.

Δίπλα στο παγκάκι βρισκόταν μια πετρόχτιστη βρύση, από την οποία έτρεχε γάργαρο νερό. Το χρειαζόταν. Πλησίασε και έσκυψε το κεφάλι του να δροσιστεί.

Ξαφνικά, ένοιωσε πίσω του έναν απόκοσμο θόρυβο. Ένα πουλί τίναζε τα πελώρια φτερά του πάνω από το κεφάλι του.

Πετάχτηκε από την τρομάρα κι έτσι όπως γύρισε απότομα, γλίστρησε κι έπεσε μέσα στη μικρή λιμνούλα που σχημάτιζαν τα νερά της βρύσης. Σηκώθηκε αλαφιασμένος, προσπαθώντας να δει τι ήταν αυτό που τον τρόμαξε.

Ο Βασιλαετός είχε ήδη ανοίξει τα φτερά του κι απομακρυνόταν στο γαλάζιο απέραντο.

Κάθισε στο παγκάκι. Είχε γίνει μούσκεμα. Το χειρότερο όμως δεν ήταν αυτό. Μαζί του είχε πέσει και το κινητό του, κάνοντας μία μοιραία βουτιά στα παγωμένα νερά. Είχε κλείσει κι ότι κι αν έκανε δεν έδειχνε σημάδια πως θα μπορούσε να επιστρέψει στη ζωή.

Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Τι άλλο θα του συνέβαινε πια; Άπλωσε το μουσκεμένο κορμί του στο παγκάκι, προσπαθώντας μάταια να ανακτήσει την παροιμιώδη ψυχραιμία του.

Τέλος, τα κατάλαβε όλα. Δεν είχε κανένα νόημα να αντιστέκεται. Έμοιαζε λες και όλη η πλάση του έστελνε σημάδια για να μη φύγει. Να μείνει εκεί και να αντιμετωπίσει τους δαίμονές του.

Άνοιξε το δεματάκι με τα γράμματα, έβγαλε το πρώτο, το άνοιξε με τρεμάμενα χέρια και ξεκίνησε να διαβάζει.

 

#10

Νιου Τζέρσι, Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, 12 Μαρτίου 1996

Αγαπητέ κύριε Μακρίδη,

Το όνομα είναι Σόφι Μάκενρο-Μπόλτον.

Είμαι βέβαιη πως αυτό δεν σας λέει τίποτα και πως ήδη απορείτε με το γράμμα που λάβατε από μία άγνωστή σας Αμερικανίδα.

Εάν όμως οι πληροφορίες που πρόσφατα έμαθα είναι σωστές, τότε σε λίγο θα καταλάβετε ποια είμαι κι ελπίζω να χαρείτε με αυτό.

Πριν λίγο καιρό, οι γέροντες γονείς μου, αποφάσισαν να μου αποκαλύψουν μία αλήθεια η οποία, ακόμα και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, κάνει τα χέρια μου να τρέμουν και την καρδιά μου να σκιρτά. Μια αλήθεια με την οποία ακόμα δεν έχω συμβιβαστεί και στην προσπάθειά μου αυτή, σύμφωνα με τους γονείς μου πάντα, μονάχα εσείς μπορείτε να βοηθήσετε.

Είναι η αλήθεια της ζωής μου, την οποία έφτασα πενηνταένα ετών -ναι, δεν είμαι πια καμιά παιδούλα- για να την μάθω.

Το όνομά μου, το αληθινό μου όνομα, είναι Σοφία Πετροπούλου.

Δεν είμαι Αμερικανίδα, είμαι Ελληνίδα.

Οι γονείς μου -οι Αμερικανοί γονείς μου εννοώ- με υιοθέτησαν όταν ήμουν μόλις τριών ετών.

Ο πατέρας μου ήταν διπλωμάτης και τότε εργαζόταν για κάποια χρόνια στην Πρεσβεία των ΗΠΑ στην Ελλάδα.

Οι γονείς μου δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά κι έτσι, όταν ήρθε η ώρα να γυρίσουν στην Αμερική και παρουσιάστηκε η ευκαιρία αποφάσισαν να υιοθετήσουν το "κατάξανθο κοριτσάκι που τους έκλεψε την καρδιά" -όπως μου είπαν χαρακτηριστικά.

Την αποκάλυψη αυτή μου την έκαναν μόλις πριν τρεις εβδομάδες. Μετά την αρχική μου άρνηση από το σοκ των όσων μου είχαν εκμυστηρευτεί, τους πίεσα να μου πουν όλα όσα ήξεραν για την αληθινή μου ύπαρξη -για το πού γεννήθηκα, για τους πραγματικούς μου γονείς, τα πάντα.

Παρά όμως τις συνεχείς πιέσεις μου, επιμένουν να μου λένε πως τα μόνα πράγματα που ήξεραν ήταν το αληθινό μου όνομα και πως ήμουν ορφανή από γονείς -χωρίς να ξέρουν το πώς και το γιατί. Και πως η μοναδική επιπλέον πληροφορία που είχαν ήταν ένα όνομα και μία διεύθυνση που βρίσκονταν σε ένα καλά διπλωμένο χαρτάκι στην τσέπη της ζακέτας που φορούσα την ημέρα που έγινε η υιοθεσία.

Είναι το δικό σας όνομα και -ελπίζω να είναι ακόμα- η δική σας διεύθυνση.

Αγαπητέ κύριε Μακρίδη.

Όπως φαντάζομαι καταλαβαίνετε, το σοκ που έχω υποστεί είναι μεγάλο. Όμως πλέον, πιστεύω πως η ιστορία που μου είπαν είναι αληθινή. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος οι γονείς μου, στη δύση της ζωής τους, να πουν ένα τόσο αδιανόητο ψέμα που φέρνει τα πάνω κάτω στην ύπαρξή μου.

Από τα λίγα που έχω μάθει, έχω καταλάβει πως η όλη υπόθεση της υιοθεσίας μου δεν μπορεί να ήταν ομαλή. Έχω αρχίσει να διαβάζω και για τις συνθήκες που επικρατούσαν εκείνα τα χρόνια στην Ελλάδα, τον εμφύλιο πόλεμο, την φτώχεια και όλα τα τραγικά γεγονότα που τα συνόδευαν.

Πήρα λοιπόν την απόφαση να ερευνήσω τι πραγματικά συνέβη τότε. Θέλω να μάθω ποια είμαι, πού γεννήθηκα, ποιοι ήταν οι γονείς μου -ή μήπως μπορεί να ζουν ακόμα και όλα να ήταν ένα μεγάλο ψέμα;

Ελπίζω και σας παρακαλώ μέσα από την καρδιά μου, το ίδιο να θελήσετε κι εσείς. Στη μνήμη των γονιών μου, των αληθινών μου γονιών -με τους οποίους δεν μπορεί, πρέπει να είχατε κάποιου είδους στενή σχέση για να είχα μαζί μου εκείνο το χαρτάκι-, να με βοηθήσετε να μάθω όλη την αλήθεια για τα τρία πρώτα χρόνια της ζωής μου.

Σας ασπάζομαι με αληθινή αγάπη και τρυφερότητα, που μπορεί να ακούγεται τρελό, αλλά έχω αρχίσει να νοιώθω, χωρίς καν να σας ξέρω!

Φιλικά,

Σόφι Μάκενρο-Μπόλτον

ΥΓ 1 - Επειδή δεν θεωρώ καθόλου αυτονόητο το να πιστέψετε δέκα παγωμένες αράδες σε ένα φύλλο χαρτί, εσωκλείω στο γράμμα φωτοτυπία από το χαρτάκι που μου έδωσαν οι γονείς μου με το όνομα και τη διεύθυνσή σας.

ΥΓ 2 - Εάν αυτό το γράμμα σας προκαλέσει στενοχώρια, θυμό ή οποιοδήποτε άλλο αρνητικό αίσθημα, παρακαλώ να το αγνοήσετε. Σε καμία περίπτωση δεν θέλω να γίνω η αιτία να αναστατωθούν οι ζωές και άλλων ανθρώπων.

ΥΓ 3 – Ελπίζω ο μεταφραστής που χρυσοπλήρωσα να έκανε καλή δουλειά και να είναι το γράμμα μου ευανάγνωστο στα ελληνικά –έχω αρχίσει να προσπαθώ να τα μάθω, τι παράξενη γλώσσα θεέ μου!

 

#11

Είχε γίνει αποσυνάγωγος.

Το γεγονός ότι δεν τον είχαν στείλει στρατοδικείο, το όφειλε στο ότι τον είχαν ανάγκη περισσότερο από ποτέ. Διότι, ξέχωρα από τις μοναδικές του ικανότητες στην μάχη, γνώριζε και την όλη περιοχή καλύτερα από τον καθένα, κάτι που σε εκείνη την συγκυρία ήταν κομβικό.

Παρ’ όλα αυτά, ένοιωθε όλο και πιο έντονα πως οι σύντροφοι, θαρρείς μονομιάς, μόνο συντροφικά δεν τον αντιμετώπιζαν.

Η απόδειξη της διαίσθησής του δεν άργησε να έρθει.

Δεν είχε καλά-καλά χαράξει όταν τους επιτέθηκαν εκείνη τη μέρα.

Τρεις ομάδες στο σύνολο, μία εκ των οποίων και αυτή του Αητού, είχαν λουφάξει για λίγο διάστημα στις σπηλιές, ένα σημείο βαθειά μέσα στο ελατόδασος, που λίγοι μόνο γνώριζαν την ύπαρξή του.

Τους είχε οδηγήσει εκεί, με στόχο να κερδίσουν λίγο χρόνο ώστε να ανασυνταχθούν, μπας και μπορέσουν να οργανώσουν κάποιο είδος απέλπιδας αντεπίθεσης.

Τις σπηλιές, πάνω από το παλιό Σανατόριο, ο Αητός τις ήξερε από την καλή κι από την ανάποδη. Οι περισσότερες καλοκαιρινές παιδικές του αναμνήσεις ήταν από αυτό το απόκοσμο μέρος, που έμοιαζε να παραμένει ξεχασμένο όχι μόνο από τους ανθρώπους, αλλά κι από τον ίδιο τον Χρόνο. Με τον Ηλία και τον Στέφανο περνούσαν ώρες ολόκληρες εκεί, χωρίς βέβαια να το γνωρίζει αυτό κανείς από τους γονείς τους.

Όταν έφερε την ομάδα και χώθηκαν βαθιά μέσα στην πρώτη σπηλιά, ένα σμήνος από νυχτερίδες τους υποδέχτηκε, προς αρνητική έκπληξη των συντρόφων.

Εκείνος το περίμενε, δεν είπε όμως λέξη, θέλοντας να σκάσει και λίγο το χειλάκι του από τις αντιδράσεις τους.

Αφού τακτοποιήθηκαν όπως-όπως και άνοιξαν μία από τις τελευταίες κονσέρβες που τους είχαν μείνει να μοιραστούν, εκείνος απομονώθηκε, έκλεισε τα μάτια κι έκανε πως κοιμόταν.

"Τον μπάσταρδο, μια ζωή μαζί, σε εύκολα και σε δύσκολα. Και να πάει να την χαραμίσει με τους φασίστες."

Όταν έβρισκε την ευκαιρία να ξαποστάσει, οι σκέψεις τον οδηγούσαν πάντα στο ίδιο σημείο, με τον ίδιο πρωταγωνιστή.

Ο παιδικός του φίλος ο Ηλίας, ο ένας από τους τρεις σωματοφύλακες, είχε ακολουθήσει αντίρροπη πορεία από τον ίδιο. Περισσότερο από έλλειψη διαφορετικών επιλογών αλήθεια είναι, παρά από δική του θέληση.

Κάπως έτσι είχαν άλλωστε τα πράγματα για τα περισσότερα αγόρια εκείνα τα χρόνια. Καθώς ερχόταν η ώρα τους να καταταγούν στον στρατό, μία μόνο εναλλακτική είχαν –το βουνό.

Κι ο Ηλίας δεν ήθελε να πάει με τους αντάρτες. Μεγαλώνοντας μέσα σε φιλοβασιλικό περιβάλλον, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να πει κανείς πως ήταν απολύτως αναμενόμενο.

Η γνώριμη βοή του οπλοπολυβόλου τον τίναξε από τον λήθαργο των σκέψεων στον οποίο είχε αφεθεί.

Με δυο τρεις δρασκελιές βρέθηκε στην άκρη της σπηλιάς. Το άψυχο κορμί του Κωστή κειτόταν στο άνοιγμά της, κατατρυπημένο με τουλάχιστον καμιά δεκαριά σφαίρες. Καυτό αίμα ανάβλυζε από τις ανοιχτές πληγές. Ο Κωστής κάπνιζε ολόκληρος.

Αυτήν τη μυρωδιά της νεκρής, κατακρεουργημένης σάρκας, δεν μπορούσε να την συνηθίσει με καμία δύναμη. Οι δυο μπουκιές της κονσέρβας που πριν λίγο είχαν φάει, ανέβηκαν εκδικητικά μέχρι τον οισοφάγο του.

Ο Μπάμπης φρόντισε άμεσα να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα, η οποία δεν ήταν και τόσο απλή για την ομάδα τους.

«Πρέπει να μας έχουν κυκλώσει από παντού.»

Έκανε να βγει δειλά-δειλά έξω από το στόμα της σπηλιάς για να μπορέσει να εκτιμήσει την κατάσταση στην οποία είχαν βρεθεί. Ήταν αδύνατο. Τα πυρά έρχονταν από κάθε κατεύθυνση του ορίζοντα.

Το βλέμμα του έτρεξε στις σπηλιές που βρίσκονταν οι άλλες δύο ομάδες. Ήταν απέναντί τους και είχε σχετικά καλό οπτικό πεδίο για να δει τις αντιδράσεις των συντρόφων του και να προσπαθήσει να συνεννοηθεί μαζί τους για το πώς θα προσπαθούσαν να διαφύγουν από την παγίδα.

Μόνο που σύντροφοι δεν υπήρχαν. Και οι δύο σπηλιές ήταν άδειες, καμία κίνηση δε μαρτυρούσε ανθρώπινη ύπαρξη κοντά τους.

Έφτυσε στο μουσκεμένο από την πρωινή υγρασία χώμα.

Γύρισε στον Μπάμπη.

«Είμαστε μόνοι μας.»

 

#12

Πελοπόννησος, Ελλάδα, 26 Μαΐου 1996

Μικρή μου Σοφούλα,

Να με συγχωρείς για την προσφώνηση, αλλά δεν ξέρω πώς αλλιώς να σε αποκαλέσω, παρά όπως την πρώτη φορά που -βρέφος εσύ- σε πήρα για λίγο από την αγκαλιά της μητέρας και του πατέρα σου.

Ήσουν η Σοφούλα μας.

Και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, μου φαίνεται αδιανόητο το ότι μπορώ να μιλώ μαζί σου, έστω και με αυτόν τον τρόπο.

Πόσο καιρό αλήθεια έχω να γράψω γράμμα σε κάποιον. Είναι πολλοί, ιδιαίτερα σε αυτή την περίεργη, την τρελή εποχή που ζούμε, που θεωρούν τα γράμματα ξεπερασμένη και απρόσωπη μορφή επικοινωνίας. Εγώ πάλι, πάντα τα λάτρευα. Πολύ πιο εύκολα ανοίγεις την ψυχή σου σε έναν άνθρωπο με ένα γράμμα, παρά με οτιδήποτε άλλο.

Ξέφυγα όμως. Την έχω αυτή την κακιά συνήθεια -να πλατειάζω, να λοξοδρομώ, συχνά έχω τάσεις ονειροπόλησης, φυγής από την πραγματικότητα. Πάντα το είχα -από τα μικράτα μου ονειροπαρμένο με φώναζαν.

Πίσω λοιπόν στο θέμα μας. Αλλά ποιο είναι όμως το θέμα μας Σοφούλα;

Οι τύψεις -αυτό είναι το θέμα μας.

Οι αρχαίες Ερινύες που βρίσκονταν στο κατόπι μου για χρόνια ολόκληρα αφότου σε έχασα. Γιατί δεν ήθελα να σε χάσω Σοφούλα, πρέπει να με πιστέψεις, το τελευταίο πράγμα που ήθελα ήταν να σε χάσω.

Δύσκολα χρόνια όμως Σοφούλα. Χρόνια σκληρά, τον αλλάζανε τον άνθρωπο.

Γι' αυτό Σοφούλα μου, θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι.

Φοβάμαι να τα αναμοχλεύω τα παλαιά. Είναι γεμάτα σκελετούς, αναδύουν μια δυσωδία που το ρυτιδιασμένο κορμί και το αποκαμωμένο μυαλό μου δεν αντέχουν πια.

Κι από την άλλη, θα θυμώσω και τον γερόφιλό μου τον Χρόνο -αυτού κι αν δεν του αρέσει να γυρίζουν οι άνθρωποι στα παλιά, αυτός θέλει να κοιτάζει μόνο μπροστά. Και τα 'χω βρει καλά μαζί του -μην τον θυμώσω τώρα που μπαίνω και στα τελευταία μου βρε Σοφούλα.

Εσύ βέβαια θα θέλεις να τα ακούσεις όλα αυτά που εγώ δεν θέλω να αγγίξω -και δεν σε κακίζω, έχεις όλα τα δίκια του κόσμου.

Σκέψου το όμως μία ακόμα φορά και μου λες. Γιατί μη νομίζεις, ούτε για εσένα θα είναι ευχάριστο όλο αυτό.

Σου λέω, ο φίλος μου ο γερο-Χρόνος κάτι ξέρει παραπάνω.

Ελπίζω το γράμμα μου να σε βρίσκει καλά στην υγεία σου.

Σε ασπάζομαι.

Στέφανος.

 

#13

«Είστε κυκλωμένοι από παντού. Πετάξτε τα όπλα σας έξω από την σπηλιά και βγείτε με τα χέρια σηκωμένα.»

Η φωνή από την καταραμένη ντουντούκα δεν τους άφηνε πολλά περιθώρια αντίδρασης.

Κι όμως. Δεν ήταν μια συνηθισμένη φωνή αυτή που τρυπούσε τα τύμπανά του. Δεν του προκαλούσε τη γνώριμη σιχασιά που είχε νοιώσει άλλες φορές.

Ήταν μια φωνή οικεία, είχε μια περίεργη γλυκάδα.

Ήταν η φωνή του Ηλία.

Ο Ηλίας ήταν και αυτός παιδί πολύτεκνης οικογένειας. Ο πατέρας του, ο Βασίλης Γερακάρης, ήταν κατά βάση κτηνοτρόφος, αλλά στην πραγματικότητα αποτελούσε τον άνθρωπο για όλες τις δουλειές στο χωριό, κανονικός πολυτεχνίτης –μαζί με τον πατέρα του Αητού.

Ήταν παιδικοί φίλοι και μαζί είχαν στήσει μια άτυπη συνεργασία για να προσθέτουν κάτι παραπάνω στο εισόδημά τους –τόσα στόματα είχαν να θρέψουν.

Σχεδόν σε όλα, τα χνώτα τους ταίριαζαν απόλυτα. Ένα θέμα μπορούσε μόνο να τους διχάσει –τα ¨ρημάδια¨ τα πολιτικά όπως έλεγε χαρακτηριστικά η μάνα του Ηλία.

Όλη η οικογένεια του Ηλία από πάππου προς πάππου ήταν με τη βασιλική παράταξη. Ο ίδιος, παρά το ότι είχε γεννηθεί σε χρόνια δύσκολα στην επαρχία, αγαπούσε από μικρό παιδί τα γράμματα. Και παρά το ότι ο πατέρας του και οι οικογενειακές υποχρεώσεις –τα ζώα ποιος θα τα αβγατίσει;- δεν του επέτρεψαν να σπουδάσει, εκμεταλλευόταν κάθε ευκαιρία που έβρισκε μπροστά του για να διαβάσει. Στο χωριό γελούσανε μαζί του, ¨μέχρι και τα πρόβατα, με ένα βιβλίο στο χέρι τα φυλάει¨ λέγανε, αλλά τον Ηλία δεν τον πείραζε. Άλλωστε, δεν ήταν και ψέμα.

Θερμός συμπαραστάτης και υποκινητής αυτής της τάσης του προς το διάβασμα ήταν ο θείος του ο Κωνσταντίνος, ο μεγαλύτερος αδερφός του πατέρα του.

Ο Κωνσταντίνος Γερακάρης ήταν δικηγόρος, από τους μεγαλύτερους στην επαρχιακή πρωτεύουσα και για πολλά χρόνια εκλεγμένος βουλευτής με το Λαϊκό Κόμμα. Άνθρωπος με ευρεία μόρφωση -περηφανευόταν πως είχε τη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη στην πόλη-, ήταν από τα γεννοφάσκια του φανατικός βασιλικός, ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση. Μέγας θαυμαστής του Ίωνα Δραγούμη, θεωρούσε πως το μεγαλύτερο επίτευγμα της πολιτικής του καριέρας ήταν η σχέση εμπιστοσύνης που είχε χτίσει με τον δολοφονημένο κατά τον Εθνικό Διχασμό πολιτικό.

Έτσι, το προσφιλές κρησφύγετο του Ηλία από τα παιδικά του χρόνια, ήταν η βιβλιοθήκη στο αρχοντικό του θείου Κωνσταντίνου στην πρωτεύουσα. Ιδιαίτερα τα δύσκολα χρόνια του πολέμου και της Κατοχής που συνέπιπταν με τα δικά του εφηβικά, το είχε κάνει δεύτερο σπίτι του, τον δε θείο του τον είχε από νωρίς τοποθετήσει πάνω σε βάθρο τόσο υψηλό που ούτε ο ίδιος ο πατέρας του δεν χωρούσε δίπλα.

Ο Κωνσταντίνος δεν είχε παιδιά, οπότε το μεταξύ τους δέσιμο είχε εξελιχθεί σε μια αληθινά βαθιά σχέση. Έβλεπε το μικρό Ηλία ως το διάδοχό του. Ήθελε να του μεταδώσει τα πάντα, να τον κάνει έναν εύελπι, μορφωμένο νέο με υψηλά ιδανικά και ανόθευτη αγάπη και αφοσίωση στην Πατρίδα.

Όταν ο πατέρας του Ηλία είχε αποφασίσει πως ο μικρός θα έμενε στο χωριό για να μάθει τη δουλειά δίπλα του, οι καβγάδες των δύο αδερφών ήταν ομηρικοί. Μπορεί να μην του είχε περάσει του Κωνσταντίνου που ήθελε οπωσδήποτε να στείλει τον μικρό στην Αθήνα να σπουδάσει, η πρόσκαιρη ήττα του όμως τον είχε πεισμώσει ακόμα περισσότερο.

Άλλωστε, έβλεπε τον Ηλία να ανθίζει, να έχει εξελιχθεί σε έναν αξιοζήλευτο νέο, με κοφτερό μυαλό και αγνό πνεύμα και κάπως έτσι τα όνειρα που έκανε για αυτόν, δεν είχαν τελειωμό. Ήταν βέβαιος πως ο ανιψιός του θα μπορούσε να γίνει πολιτικός, ένας άνθρωπος που θα άφηνε εποχή στην φτωχή πλην τίμια Ελλάδα.

 

#14

Νιου Τζέρσι, Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, 10 Ιουλίου 1996

Αγαπητέ κ. Μακρίδη,

Σας ευχαριστώ από καρδιάς για το γράμμα σας.

Πράγματι με βρίσκει καλά στην υγεία, τόσο εμένα όσο και την οικογένειά μου -τον άντρα μου τον Τζακ και τον γιο μας τον Μαρκ που κλείνει τα δεκαπέντε του χρόνια τον επόμενο μήνα.

Κύριε Μακρίδη δεν έχω να σκεφτώ τίποτε άλλο. Αρκετά σκέφτηκα τους τελευταίους μήνες. Και δεν είναι μόνο οι σκέψεις που με βασανίζουν.

Η πρώτη περίοδος της ζωής μου φαίνεται πως αποφάσισε να με επισκεφτεί στα όνειρά μου –δεν μπορώ να δώσω διαφορετική εξήγηση.

Το τελευταίο διάστημα, έρχεται και με συναντά συνεχώς στον ύπνο μου μια μικρούλα. Βλέπω διάφορα επεισόδια από την ζωή της και πιστέψτε με, κανένα δεν είναι ευχάριστο.

Τη βλέπω να κουβαλάει ξύλα, αρμαθιές ολόκληρες από ξύλα, να σκοντάφτει, να πέφτει και να έρχεται μία κυρία με κότσο και ύφος κακιάς μάγισσα, ουρλιάζοντας πάνω απ’ το κεφάλι της.

Τη βλέπω στοιβαγμένη στην καρότσα ενός φορτηγού, μαζί με πολλά άλλα παιδιά, που φορούν όλα την ίδια μπλε στολή. ¨Πού μας πηγαίνουν;¨ σκέφτεται η μικρούλα, αναζητώντας μάταια την απάντηση στα πρόσωπα των μικρών συντρόφων της.

Τη βλέπω να γονατίζει στα χαλίκια, κάτι κάτασπρα, αιχμηρά χαλίκια. Αλλά δεν το κάνει για να παίξει. Μένει έτσι ώρα πολλή, μέχρι που τα γονατάκια της αρχίζουν να ματώνουν.

Δεν μπορεί, όλα αυτά κάτι σημαίνουν. Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ, είναι πως το παρελθόν μου έχει έρθει να με συναντήσει, μασκαρεμένο σε εφιάλτη.

Αγαπητέ κύριε Μακρίδη.

Προσπαθήστε να καταλάβετε πως το μόνο που θέλω τώρα, είναι να μάθω. Να μάθω όλη την αλήθεια, όποια συνέπεια κι αν έχει κάτι τέτοιο.

Κι ο μόνος που μπορεί να μου κάνει αυτό το δώρο είστε εσείς.

Σας εκλιπαρώ από τα βάθη της καρδιάς μου.

Θα περιμένω με λαχτάρα το επόμενο γράμμα σας.

Με αγάπη,

Σοφούλα

 

#15

Ο Αητός είχε καταλάβει αμέσως πως ήταν σχεδόν αδύνατο να ξεφύγουν από εκείνη την παγίδα. Το μέρος των σπηλιών ήταν ιδανικό για τη δημιουργία του απόλυτου κλοιού πολιορκίας.

“Πώς δεν το σκέφτηκα αυτό” κάκιωνε απογοητευμένος. “Έχω χάσει το μυαλό μου. Έχω χάσει την πίστη μου.”

Κι όμως, εκεί που είχαν αρχίσει να σκέφτονται πως ουσιαστικά, η μόνη διέξοδος που τους είχε απομείνει ήταν το να παραδοθούν, ήρθε το αναπάντεχο να ανατρέψει την κατάσταση.

Έτσι, στα καλά καθούμενα, άνοιξαν οι ουρανοί!

Βέβαια, οι καλοκαιρινές νεροποντές δεν ήταν και τόσο σπάνιες για εκείνα τα ορεινά μέρη, όμως μόλις λίγη ώρα νωρίτερα, ο ουρανός ήταν καταγάλανος και τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα ακολουθούσε.

Με το που ξεκίνησε η καταιγίδα, ο Αητός δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Η ομάδα έγινε μία γροθιά, σαν αρχαία μακεδονική φάλαγγα κι άμεσα έκανε την απέλπιδα έξοδο του Μεσολογγίου.

Μόνο που η δική τους, είχε αίσιο τέλος.

Μέσα στον χαλασμό, η ορατότητα είχε ουσιαστικά εκμηδενιστεί, με αποτέλεσμα όλοι να βαράνε κυριολεκτικά στα τυφλά. Οι σφαίρες περνούσαν μαζί με τη βροχή από πάνω τους, από δίπλα τους, αλλά μοναχά μία πέτυχε τον σκοπό της.

Όταν κατάφεραν να απομακρυνθούν σε απόσταση ασφαλείας, αντιλήφθηκαν πως ο Γιώργης είχε μείνει πίσω. Δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα γι’ αυτό. Πήραν να ανεβαίνουν τη δύσβατη πλαγιά, σχεδόν βέβαιοι πως ο εχθρός δεν θα μπορούσε να τους ακολουθήσει από εκεί.

Πίσω στις σπηλιές, ο Ηλίας Γερακάρης σκεφτόταν με ένα γλυκόπικρο μειδίαμα στα χείλη του: “Από μηχανής… νεροποντή!”.

Τόσα χρόνια μαθητείας στην αρχαία τραγωδία δίπλα στο θείο Κωνσταντίνο, δεν είχαν πάει στράφι.

Αφού πέρασαν στην άλλη πλευρά του βουνού κι άρχισε να πέφτει το σούρουπο, σταμάτησαν επιτέλους την τρεχάλα. Έπεσαν όλοι καταγής στο υγρό χώμα και κοιμήθηκαν μετά από καιρό, με έναν ύπνο γλυκό.

Μόνο ο αρχηγός τους δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Όσο ανακουφισμένος κι αν ένοιωθε, το μυαλό του ήταν σφηνωμένο σε μία σκέψη.

Οι άλλες δύο ομάδες, ήταν κάτι παραπάνω από βέβαιο πως είχαν φύγει πριν να τους κυκλώσουν οι φασίστες. Είχαν μάθει για την παγίδα και την είχαν κάνει χωρίς να τους ειδοποιήσουν. Τους είχαν αφήσει βορά στα θηρία. Θυσία για να εξευμενιστούν οι θεοί της Αριστεράς που έμοιαζε τελευταία να τους έχουν ξεχάσει.

Πλέον, ήταν φανερό πως τον είχαν διαγράψει άπαξ και διά παντός.

Αν δεν έκανε άμεσα κάτι γι’ αυτό, το τέλος δεν θα αργούσε να τον βρει.

Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

 

#16

Πελοπόννησος, Ελλάδα, 25 Αυγούστου 1996

Μικρή μου Σοφούλα,

Ακόμα δυσκολεύομαι να πιστέψω πως παίρνω γράμματα από εσένα. Και σε λέω και μικρή, ενώ εσύ πλέον είσαι ολόκληρη κυρία, μητέρα μάλιστα.

Δεν μπορώ να μη στο ρωτήσω. Πώς και το είπατε το παλικάρι σας Μάρκο; Θα λένε κάποιον από τους παππούδες του ε; Τρομερή σύμπτωση –αν και ποτέ μου δεν πίστεψα σε αυτές.

Σοφούλα καταλαβαίνω την επιμονή σου να μάθεις την αλήθεια. Και παρ’ όλο που όπως σου είπα δεν μ’ αρέσει να αναμοχλεύω τα παλιά, έχω την αίσθηση πως μαζί σου, έχω ιερό καθήκον να το κάνω.

Ίσως είναι και μια ευκαιρία εξιλέωσης που μου έστειλε ο Θεός, για το κακό που σου κάναμε όλοι μας όταν ήσουν τόσο μικρή –έστω άθελά μας.

Θα τη μάθεις λοιπόν Σοφούλα την αλήθεια, θα γίνει αυτό που θέλεις. Ελπίζω μόνο να σε οδηγήσει σε ένα μέρος πιο φωτεινό από αυτό που είσαι τώρα, παρ’ όλο που η δικιά σου αλήθεια, η αλήθεια όλων μας, έχει μέσα της τα πιο πηχτά  σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής.

Οι νέοι σου γονείς δεν σου είπαν ψέματα. Είχες μείνει πεντάρφανη όταν σε υιοθέτησαν αυτοί.

Τα χρόνια εκείνα ήταν ζόρικα Σοφούλα –είχαμε βαλθεί να φάμε ο ένας τον άλλο. Λες και μετά τον πόλεμο, ο Χάρος δεν ήθελε να την αφήσει την Ελλάδα μας σε ησυχία.

Ο αληθινός σου πατέρας, ο καρδιακός μου φίλος ο Μάρκος, στρατολογήθηκε αμέσως με τη μία πλευρά. Από μικρός είχε μάθει να μην κάθεται στα αβγά του. Όχι πως είχε άδικο –ούτε και δίκιο βέβαια.

Έτσι ήταν τότε οι εποχές, δεν υπήρχε δίκιο και άδικο, δεν υπήρχε αλήθεια και ψέμα. Δεν υπήρχε φίλος και εχθρός. Όλοι είχαμε βουλιάξει στο βούρκο του εμφυλίου και τίποτα δεν ήταν όπως το γνωρίζαμε μέχρι τότε –κι ούτε θα ξαναγινόταν ποτέ.

Τέλος πάντων, πάλι χάθηκα στην πολυλογία. Τον πατέρα σου τον Μάρκο τον σκότωσαν οι αντίπαλοι του Σοφούλα μου. Ένα τέλος σχεδόν προδιαγεγραμμένο για όποιον είχε μπλέξει τόσο βαθιά όσο εκείνος.

Εκείνο που δεν ήταν αναμενόμενο ήταν αυτό που ακολούθησε με τη Βασιλική, τη μητέρα σου.

Ήταν τέτοιο το μένος τους για τον Μάρκο, που είχαν βαλθεί να εξοντώσουν ακόμα και το παραμικρό ίχνος του από προσώπου γης.

Η Βασιλική το είχε υποπτευθεί και φοβόταν –πανέξυπνη γυναίκα, διαόλου κάλτσα. Έτσι είχε έρθει και με είχε βρει ένα βράδυ, λίγες μέρες μόνο αφού είχαν σκοτώσει τον Μάρκο και με ξόρκισε να σε αφήσει σε εμένα, μέχρι να βρει έναν τρόπο να φύγετε από τον καταραμένο εκείνο τόπο.

Δέχθηκα. Δεν μπορούσα να κάνω και κάτι άλλο.

Λίγες μέρες μετά έμαθα πως σκότωσαν και τη Βασιλική.

Πανικοβλήθηκα.

Δεν ήξερα τι να κάνω.

Ήμουν βέβαιος πως θα έρχονταν και για εσένα.

Έτσι, το μόνο που ήθελα ήταν να βρω κάποιον τρόπο να σε σώσω.

Τότε ήταν που ένας φίλος μου καλός και έμπιστος, μου είπε για τις παιδουπόλεις της Βασίλισσας.

Ήταν χώροι που φιλοξενούσαν παιδιά που είχαν μείνει ορφανά από τον εμφύλιο. Το πρόγραμμα ήταν υπό την επίβλεψη της Φρειδερίκης μου είπε ο φίλος μου, οπότε ήταν βέβαιο πως οι συνθήκες θα ήταν άριστες και πως σίγουρα ήταν η καλύτερη επιλογή που θα μπορούσα να έχω.

Πριν λίγο καιρό είχε ανοίξει και η πρώτη παιδούπολη στην Αθήνα.

Καθώς ο Χρόνος πίεζε –αυτοί σίγουρα σε έψαχναν ήδη και δεν θα αργούσαν να σε ξετρυπώσουν- πήρα την απόφαση.

Στα διαδικαστικά με βοήθησε πολύ και ο φίλος μου κι έτσι μετά από διαμονή λίγων ημερών στην Αθήνα, σε δέχθηκαν τελικά στην παιδούπολη.

Δεν είχες κλείσει καν τα τέσσερα. Ήσουν όμως ένα τόσο έξυπνο παιδί. Είχες καταλάβει  εξαρχής πως ο μπαμπάς κι η μαμά δεν υπήρχαν πια και είχες γαντζωθεί από εμένα, τον θείο Στέφανο.

Με τα χίλια ζόρια κατάφερα να σε πείσω να μείνεις για λίγες ημέρες στην παιδούπολη. Δεν μπορούσα να σου πω και την αλήθεια. Τι να έλεγα σ’ ένα κοριτσάκι τρεισήμισι χρονών -πως πρέπει να μείνει μακριά μου γιατί διαφορετικά μπορεί να κινδύνευε η ζωή του;

Για χρόνια ολόκληρα τα κλαμένα σου μάτια όταν σε χαιρέτησα για τελευταία φορά, ήταν ο επαναλαμβανόμενος εφιάλτης μου, σύντροφος σταθερός που ακόμα δεν με έχει αποχωριστεί.

Πίστευα πως έκανα το σωστό. Δεν είχα άλλη επιλογή.

Η χαριστική βολή για εμένα, ήρθε λίγους μήνες μετά.

Καθώς τα πράγματα με τους αλληλοσκοτωμούς είχαν αρχίσει να ξεθυμαίνουν και δεν είχα κάποια ενόχληση σχετική με τον πατέρα σου, πήρα την απόφαση να έρθω να σε δω.

Όταν όμως πήγα στο ίδρυμα και έδωσα το όνομά σου στην υπεύθυνη, αυτή μου αποκρίθηκε με ένα βλέμμα παγερό -που ακόμα και τώρα είναι σα να το βλέπω μπροστά μου- πως δεν φιλοξενούσαν κάποιο κοριτσάκι με το δικό σου όνομα είτε με τα δικά σου χαρακτηριστικά.

Από το ίδρυμα με έβγαλαν σηκωτό οι αστυνομικοί. Δεν το θυμάμαι δηλαδή. Έτσι μου είπαν την επόμενη μέρα όταν ξύπνησα σε άθλια κατάσταση στο κρατητήριο, χωρίς καν να ξέρω πώς είχα βρεθεί εκεί.

Όταν ανέκτησα τις δυνάμεις μου και με άφησαν μετά από δυο μέρες να φύγω, δεν ήξερα τι να πιστέψω, δεν ήξερα τι να σκεφτώ.

Το πρώτο πράγμα που μου πέρασε από το μυαλό ήταν πως σε βρήκαν οι φονιάδες του Μάρκου. Αλλά όταν τα σκέφτηκα πιο ψύχραιμα τα πράγματα, κατάλαβα πως αυτό ήταν αδύνατο να είχε συμβεί σε ένα ίδρυμα που λειτουργούσε υπό την προστασία της ίδιας της Βασίλισσας.

Δεν ήξερα τι να κάνω. Για μέρες, γύριζα στην Αθήνα σαν τρελός. Πήγα και βρήκα πολιτικούς, βουλευτές, προσπάθησα να κάνω τα αδύνατα δυνατά, αλλά άκρη δεν έβγαλα.

Ήταν λες κι είχε ανοίξει η γη και σε είχε καταπιεί.

Κάποιοι είχαν αποφασίσει να σε διαγράψουν από τα κατάστιχα. Να σβήσουν την ύπαρξή σου μονοκοντυλιά.

Κι όσο κι αν κάθε κύτταρο μου επαναστατούσε σε αυτή την πραγματικότητα, ήμουν πολύ μόνος και πολύ αδύναμος για να μπορέσω να την ανατρέψω.

Σταθήκαμε λίγοι απέναντί σου Σοφούλα.

Σταθήκαμε λίγοι απέναντι σε όλα τα παιδιά της γενιάς σου, που μεγάλωσαν βουτηγμένα στο αίμα και στο ψέμα.

Κι αυτό ο γερόφιλός μου ο Χρόνος δεν μπορεί να το αλλάξει, όσα παρακάλια κι αν του κάνω, όσες συγγνώμες κι αν ζητήσω.

Με αγάπη,

Στέφανος

 

#17

Ο Ηλίας Γερακάρης δεν ήθελε να καταταγεί στον στρατό. Δεν ήθελε, αλλά την ίδια στιγμή, δεν μπορούσε να κάνει και διαφορετικά.

Σίγουρα, είχε μάτια ανοιχτά και κεραίες ευαίσθητες και έβλεπε πως, εάν όλοι οι υπόλοιποι έμεναν αμέτοχοι, το ενδεχόμενο η χώρα να ξυπνούσε μια ωραία πρωία ευρισκόμενη υπό κομμουνιστικό καθεστώς, ήταν πλέον κάτι καθόλου απίθανο.

Όμως, ο ίδιος σιχαινόταν τον πόλεμο. Πόσο μάλλον αυτόν τον πόλεμο. Έλληνες εναντίον Ελλήνων, γείτονες εναντίον γειτόνων, συγγενείς εναντίον συγγενών.

Αυτός το μόνο που ήθελε ήταν να συνεχίσει να διαβάζει τα βιβλία του.

Το είχε κουβεντιάσει κατά τη διάρκεια μίας σχεδόν ατελείωτης βραδιάς με τον θείο του. Είχαν καθίσει στις συνήθεις για τέτοιες συζητήσεις θέσεις τους. Ο Κωνσταντίνος Γερακάρης στη σκούρα καφέ, δερμάτινη πολυθρόνα του γραφείου του, κάτω από τον σκοτεινά μαγευτικό πίνακα του Τόμας Κόουλ που δέσποζε στη βόρεια πλευρά του δωματίου. Και ο Ηλίας απέναντί του και αριστερά, στην όχι και τόσο άνετη καρέκλα των επισκεπτών –ο θείος δεν άφηνε στην τύχη ούτε και την παραμικρή λεπτομέρεια. Ήθελε οι επισκέπτες του, που όλα εκείνα τα χρόνια, ήταν στην πλειονότητά τους ψηφοφόροι του με αιτήματα προς διευθέτηση, να μην αισθάνονται και τόσο ευχάριστα, ώστε να μειώνεται ο χρόνος των συναντήσεων.

Και τι δεν είχαν κουβεντιάσει σε αυτό το γραφείο. Είχε έρθει όμως η ώρα να παραμεριστούν οι φιλοσοφικές συζητήσεις και να έρθει στο προσκήνιο η ωμή πραγματικότητα και οι επιλογές που κάνουμε προσπαθώντας να χαράξουμε την πορεία μας ανάμεσα στη ζούγκλα των εμποδίων που αυτή μας επιφυλάσσει.

Ο Κωνσταντίνος Γερακάρης αποδείχτηκε τοίχος ακλόνητος πάνω στον οποίο προσέκρουσαν με μοιραία κατάληξη οι αμφιβολίες του Ηλία για την επικείμενη στράτευσή του.

Ήταν κατηγορηματικός. Κάθε γενιά Ελλήνων είναι ευλογημένη να της τυγχάνει ένα ιστορικό κάλεσμα από την πατρίδα. Προς υπεράσπιση των ιερών και των οσίων.

Ο ίδιος άλλωστε δεν είχε πάει, αμούστακο παιδί ακόμα, στους Βαλκανικούς; Και μετά στον Μεγάλο Πόλεμο, στο πλευρό του Κωνσταντίνου, δεν ήταν που μπήκε στη Θεσσαλονίκη, απελευθερώνοντας αυτό το σύμβολο του Ελληνισμού μια και για πάντα από την τουρκιά;

Αλλά ακόμα και πολίτες που είχαν τέτοια κοινωνική θέση που τους παρείχε την επιλογή να αγνοήσουν το κάλεσμα, μήπως ακόμα κι αυτοί δεν σφράγισαν τα αυτιά τους στις σειρήνες του ωχαδερφισμού και έκαναν χωρίς δεύτερες σκέψεις την σωστή επιλογή; Ο Ίων Δραγούμης αποτελούσε διαχρονικά κάτι σαν τρίτο πρόσωπο στις συζητήσεις τους.

Όχι, ο Ηλίας δεν είχε καμία επιλογή και όφειλε να μην έχει κανέναν απολύτως δισταγμό. Αυτό ήταν το κάλεσμα της δικής του γενιάς και σε αυτό έπρεπε να ανταποκριθεί με ψηλά το κεφάλι.

Όχι, δεν θα πολεμούσε Έλληνες, αυτοί που ο ελληνικός στρατός είχε απέναντί του δεν ήταν Έλληνες. Ήταν εθνοπροδότες, το χειρότερο είδος ανθρώπινης ύπαρξης.

Απέναντί τους, σύσσωμη η γενιά του όφειλε να σηκώσει τείχος προστασίας του Έθνους.

Η σωτηρία της Πατρίδας βρισκόταν στα χέρια του Ηλία Γερακάρη.

 

#18

Νιου Τζέρσι, Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, 10 Οκτωβρίου 1996

Αγαπητέ κύριε Μακρίδη.

Θα έπρεπε ίσως να σας αποκαλώ με μία προσφώνηση που να αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη οικειότητα, αλλά οφείλω να πω πως –ακόμα τουλάχιστον- κάτι τέτοιο δεν μου είναι εύκολο.

Θέλω πρώτα απ’ όλα να σας ευχαριστήσω από τα βάθη της καρδιάς μου για τη δύναμη που βρήκατε για να μου γράψετε την αλήθεια.

Τη δική μου αλήθεια.

Γιατί είμαι σίγουρη πως μόνο εύκολο δεν σας ήταν, πως σας ανάγκασα σε αυτήν την ηλικία να αναμοχλεύσετε αναμνήσεις διόλου ευχάριστες.

Σας είμαι αιώνια ευγνώμων για αυτό.

Ανακούφιση.

Αν με ρωτήσετε πώς νοιώθω λίγες μέρες αφότου διάβασα το γράμμα σας, αυτή είναι η πρώτη λέξη που μου έρχεται στο μυαλό.

Σίγουρα δεν ήταν το πρώτο αίσθημα που είχα μαθαίνοντας την αλήθεια μου.

Έκπληξη, θυμός, ανασφάλεια, οργή. Ένα πέπλο αρνητικών συναισθημάτων και σκέψεων με σκέπασε αρχικά.

Όμως, όσο καταλάγιαζε ο κουρνιαχτός της αποκάλυψης, όσο επεξεργαζόμουν μέσα μου όλα τα νέα δεδομένα, τόσο περισσότερο ηρεμούσα για να καταλήξω σιγά-σιγά στην ανακούφιση.

Ναι, είμαι ευγνώμων που έμαθα -έστω και μετά από τόσα χρόνια, έστω και με αυτόν τον παράδοξο τρόπο- την αλήθεια μου.

Είμαι βέβαιη πως υπάρχουν πολλοί σαν κι εμένα, παιδιά εκείνης της βάρβαρης εποχής όπως μου την περιγράφετε, που δεν θα σταθούν τόσο τυχεροί. Δεν θα μάθουν ποτέ τη δική τους αλήθεια.

Γι’ αυτό ευχαριστώ τον Θεό κι εσάς που μου κάνατε αυτό το μεγάλο δώρο.

Όμως τώρα, όπως θα φαντάζεστε, η όρεξή μου άνοιξε για τα καλά. Θέλω να μάθω τα πάντα για τα πρώτα χρόνια της ζωής μου, θέλω να μου περιγράψετε με κάθε δυνατή λεπτομέρεια τους γονείς μου –τους ξέρετε τόσο καλά άλλωστε- και τη δική τους την πορεία.

Το ξέρω, θα σας κουράσω λίγο παραπάνω. Αλλά θα μου το κάνετε το χατίρι κύριε Στέφανε.

Θα το κάνετε στο όνομα αυτών που έχουν χαθεί για πάντα –και που ελπίζω να τους έχει ο Φιλεύσπλαχνος στα δεξιά του.

Ανυπομονώ λοιπόν για το επόμενο γράμμα σας.

Σας ασπάζομαι με σεβασμό και αγάπη.

Η Σοφούλα σας.

 

#19

Λίγες μέρες πριν την ημερομηνία κατάταξής του, ο Ηλίας αποφάσισε πως έπρεπε να τους δει. Κυρίως εκείνον δηλαδή, που είχε κάνει πρώτος το βήμα, που είχε διαλέξει πρώτος πλευρά, χωρίς να ενημερώσει κανέναν, χωρίς να ρωτήσει τίποτε.

Ζήτησε από τον Στέφανο που ήξερε πως είχε ακόμα τον τρόπο να έρθει σε επαφή μαζί του, να κανονίσει τη συνάντηση. Να βρεθούν ξανά οι τρεις σωματοφύλακες -έστω για μία τελευταία φορά.

Κι αυτό γιατί ο ίδιος δεν ήταν σαν τον Μάρκο. Ήθελε να δώσει μια ευκαιρία στη φιλία τους. Κι ας μην την είχε σεβαστεί καθόλου ο άλλος. Αυτός δεν θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό του να γίνει έτσι.

Ο Στέφανος τα κατάφερε, πάντα είχε τον τρόπο του. Έτσι, δυο μέρες αργότερα, ορίστηκε να βρεθούν οι τρεις τους στο Σανατόριο, κάτω από τις σπηλιές, εκεί γύρω στο σούρουπο.

Η ζέστη ήταν αφόρητη εκείνη τη μέρα του καλοκαιριού του ’47.

Το παλιό Σανατόριο ήταν χωμένο μέσα στο πυκνό ελατοδάσος του βουνού που δέσποζε στην περιοχή. Ήταν πάνω από έξι χρόνια που είχε σταματήσει η λειτουργία του.

Για πολύ καιρό, η φιλόξενη αγκαλιά του είχε υποδεχθεί εκατοντάδες περιπτώσεις βαριά χτυπημένων από τη μοίρα, από την ευρύτερη περιοχή. Η βασική τους κοινή μάχη ήταν με το τέρας της φυματίωσης.

Το Σανατόριο τους καλωσόριζε με στοργή και φρόντιζε οι φυματικοί είτε να αναρρώνουν βοηθούμενοι από το ιδανικό κλίμα της περιοχής, είτε να βρίσκουν στη θαλπωρή του ένα γαλήνιο τέλος.

Οι ντόπιοι δεν είχαν υποδεχτεί τη λειτουργία του Σανατορίου με ιδιαίτερη θέρμη. Καθώς η εγγύτητά του στο χωριό ήταν μεγάλη, το μακάριο τείχος της απομόνωσής τους είχε αρχίσει να εμφανίζει ρωγμές. Δεν ήθελαν επαφές με τον έξω κόσμο, ο δικός τους, περίκλειστος μα απλοϊκός, έφτανε και περίσσευε.

Έτσι με τα χρόνια, τα δαιμόνια μυαλά τους ξεκίνησαν να γεννούν ιστορίες για το Σανατόριο που άρχισαν να ταξιδεύουν γρήγορα προς κάθε κατεύθυνση. Ήταν μεγάλο το βάρος των ψυχών που είχαν φύγει στον χώρο του κι εκείνο τις κρατούσε εγκλωβισμένες.

Το Σανατόριο ήταν στοιχειωμένο.

Δεν χρειάστηκε μεγάλο διάστημα μέχρι οι ψίθυροι να γίνουν κραυγές και οι κραυγές να καταλαγιάσουν στην σκέψη των ανθρώπων και να αρχίσουν να δένονται με το ευπροσάρμοστο κατασκεύασμα που λέγεται πραγματικότητα.

Κάπως έτσι, οι ασθενείς του Σανατορίου άρχισαν να λιγοστεύουν, μέχρι που μαζί με τις δοξασίες, το φάρμακο για τη φυματίωση έδωσε τη χαριστική βολή για τη λειτουργία του.

Το Σανατόριο έκλεισε. Και στη συνέχεια λεηλατήθηκε. Δεν άφησαν όρθιο τίποτα. Ότι μπορούσαν να πάρουν το πήραν –χρήσιμο ή άχρηστο δεν είχε σημασία.

Κι έτσι εκείνο το ζεστό σούρουπο του 1947, έχασκε γυμνό και αποκαμωμένο, νικημένο και ανήμπορο να υποδεχθεί στα χαλάσματά του τους τρεις φίλους.

Οι ψυχές όμως ήταν εκεί. Και είχαν νοιώσει την ένταση, είχαν αφουγκρασθεί τους παλμούς να ανεβαίνουν, είχαν αισθανθεί τα νεύρα να τεντώνουν.

Και παρακολουθούσαν κρατώντας την ανάσα τους.

 

#20

Πελοπόννησος, Ελλάδα, 14 Νοεμβρίου 1996

Μικρή μου Σοφούλα.

Αλήθεια είναι πως από την στιγμή που έφυγε από τα χέρια μου το τελευταίο γράμμα που σου έστειλα, νοιώθω άλλος άνθρωπος. Μαζί με το γράμμα, είναι λες κι έφυγε από πάνω μου ένα τεράστιο βάρος που με πλάκωνε όλα αυτά τα χρόνια.

Ξέρω καλά πως το κακό που σου έκανα δεν μπορεί να αλλάξει. Αυτό θα το κουβαλάω μια ολόκληρη ζωή.

Κάθομαι όμως και σκέφτομαι –όλο αυτό το διάστημα δεν κάνω και τίποτε άλλο. Όσο όλα αυτά τα χρόνια είχα προσπαθήσει να σβήσω όλα τα παλιά από τη μνήμη μου, να αφήσω τον γερο-Χρόνο να τα χώσει στο απύθμενο τσουβάλι της λήθης που κουβαλάει συνέχεια μαζί του, τόσο τώρα συνεχώς προσπαθώ να τα αναμοχλεύω όλο και πιο πολύ, μπας κι ανακαλύψω τα πώς και τα γιατί που μου λείπουν –που μας λείπουν.

Να μάθεις για τους γονείς σου λοιπόν Σοφούλα. Να μάθεις για τον Μάρκο και τη Βασιλική –τους δύο από τους τρεις καλύτερους μου φίλους σε αυτόν τον κόσμο.

Για να φτάσουμε όμως εκεί, πρέπει πρώτα να μάθεις κάποια πράγματα και για εμένα.

Εγώ ήμουν μοναχοπαίδι Σοφούλα. Οι γονείς μου, αντίθετα με τις περισσότερες οικογένειες της εποχής, δεν έκαναν άλλα παιδιά. Είχαν τους λόγους τους φαντάζομαι.

Δεν γεννήθηκα στο χωριό. Μετακομίσαμε σε αυτό από την πρωτεύουσα του νομού την χρονιά που γεννήθηκα. Κι εκεί πάλι, οι γονείς μου είχαν καταλήξει από κάπου πολύ πιο μακριά, χωρίς την θέλησή τους.

Βλέπεις, ήταν Μικρασιάτες, με καταγωγή από την Σαμψούντα του Πόντου. Ο πατέρας, που είχε πάντα αυξημένο πολιτικό αισθητήριο, από τις πρώτες κιόλας αψιμαχίες που είχαν ξεκινήσει οι Τούρκοι με τον ελληνικό πληθυσμό, είχε καταλάβει πως τα χειρότερα δεν θα αργούσαν να έρθουν.

Έτσι, με βαριά καρδιά, πήρε την απόφαση να ρευστοποιήσει ότι περιουσία είχε κατορθώσει να μαζέψει με την τέχνη του και να μεταναστεύσει με τη μητέρα μου στην Αθήνα. Ήταν φρεσκοπαντρεμένοι τότε.

Στην πρωτεύουσα όμως δεν τα βρήκαν τα πράγματα όπως τα περίμεναν. Ο πατέρας άνοιξε το ωρολογοποιείο του κι εκεί, αλλά σύντομα κατάλαβε πως δύσκολα θα κατόρθωνε να προκόψει με το “μαγαζί του τουρκόσπορου”.

Κάπως έτσι, όταν ανακάλυψε ένα μακρινό συγγενή σε μία πόλη της Πελοποννήσου που τον διαβεβαίωνε πως αν πήγαινε εκεί θα ήταν καλύτερα τα πράγματα, οι γονείς μου μετακόμισαν για δεύτερη φορά μέσα σε ένα χρόνο, ενώ θα ακολουθούσε και τρίτη, για τον τελικό προορισμό του χωριού που ζήσαμε τελικά.

Εκεί ήταν που γεννήθηκα κι εγώ, με δύο μόλις μήνες διαφορά από τον πατέρα σου τον Μάρκο.

Μεγαλώσαμε μαζί, οι δυο μας κι ο φίλος μας ο Ηλίας –οι τρεις σωματοφύλακες όπως λέγαμε τότε.

Εκείνες οι εποχές, τα παιδικά μας χρόνια, ήταν τα πιο ευτυχισμένα της ζωής μου. Μην κάνεις το λάθος και νομίσεις πως ήταν εύκολα χρόνια –ειδικά για οικογένειες πολυάριθμες σαν κι αυτήν του παππού σου. Υπήρχε φτώχεια, η Ελλάδα ήταν μια χώρα που μόλις είχε βγει από δέκα χρόνια πολέμου και μια ανυπολόγιστη καταστροφή, όλοι μετρούσαν πληγές –κάτι που δεν θα άλλαζε για αρκετές δεκαετίες ακόμα.

Και κάπως έτσι σκέφτομαι βρε Σοφούλα, έτσι τώρα που κάθομαι και βασανίζομαι καθώς τα κουβεντιάζω με τις κυρίες Ερινύες.

Μήπως για εσένα ήταν τελικά καλύτερα που έγιναν έτσι τα πράγματα;

Πήγες σε μια χώρα πλούσια, σε μεγάλωσαν δυο γονείς που απ’ ότι έχω καταλάβει σε αγάπησαν πολύ. Είχες τα πάντα, υλικά και άυλα, σε αφθονία.

Ενώ εάν έμενες στον καταραμένο τούτο τόπο, τι θα σε περίμενε; Τι τύχη μπορεί να είχε ένα πεντάρφανο κοριτσάκι σε μια χώρα διαλυμένη, σε έναν τόπο που δεν είχε καν ξεκινήσει να μαζεύει τα κομμάτια του;

Μήπως τελικά αυτό που λέει ο λαός πως «όλα για καλό γίνονται» είναι η μεγαλύτερη αλήθεια τούτης της ζωής;

Μήπως δεν πρέπει να πασχίζουμε να αλλάξουμε τη μοίρα μας, μήπως πρέπει να εναποθέτουμε τα πάντα σε αυτήν κι εμείς απλά να απολαμβάνουμε το ταξίδι;

Δεν ξέρω, δεν ξέρω. Συνέχεια, εκεί που νομίζω πως θα βρω απαντήσεις, όλο και πετάγονται νέα ερωτηματικά.

Νομίζω έχω κουραστεί.

Γι’ αυτό θα σε αφήσω τώρα Σοφούλα, δεν έχω βλέπεις τις αντοχές που είχα άλλοτε.

Θα συνεχίσω όμως για τους γονείς σου άλλη μέρα –ελπίζω σύντομα- που θα έχω πάλι καθαρό μυαλό.

Σε ασπάζομαι,

Στέφανος

 

#21

Οι ασβεστόλιθοι του Σανατορίου ασφυκτιούσαν κάτω από την αποπνικτική ζέστη.

Ο Μάρκος έφτασε ακριβώς την στιγμή που η υπομονή του Ηλία είχε αρχίσει να εξαντλείται.

«Γιατί άργησες; Αν ερχόσουν πέντε λεπτά αργότερα θα είχαμε φύγει.»

Ο Μάρκος έφτυσε στο χώμα που έμοιαζε να κοχλάζει.

«Αυτό ήρθες να με ρωτήσεις;» αποκρίθηκε με μία νωχελική έκφραση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.

Ο Ηλίας πετάχτηκε να του απαντήσει όπως έπρεπε, αλλά τον πρόλαβε ο Στέφανος. Πάντα τους προλάβαινε ο Στέφανος.

«Δε νομίζω πως ήρθαμε εδώ για να αναπαραστήσουμε αυτά που κάναμε ως δεκάχρονα. Πάμε να κάτσουμε εκεί πέρα στον ίσκιο και να τα πούμε ήρεμα και καλά.»

Κατευθύνθηκαν προς τα χαλάσματα του Σανατορίου. Κάποια σημεία τους ήταν τόσο ψηλά, που ακόμα και το καταμεσήμερο κατόρθωναν να ρίξουν την ανακουφιστική τους σκιά.

«Ωραία λοιπόν, ακούω. Προς τι αυτή η συνάντηση;» ξεκίνησε ο Μάρκος.

«Δεν θεωρείς πως υπήρχε λόγος να συναντηθούμε;» απάντησε κάπως πικρόχολα ο Ηλίας.

«Δεν έχουμε βρεθεί πάνω από ενάμισι χρόνο τώρα. Άλλαξε κάτι και δεν το ξέρω; Εκτός αν έπαθε κάτι η Βασιλική –πείτε μου ρε, αυτό είναι; Έγινε κάτι με το παιδί; Πείτε μου ανάθεμά σας, έχω πολύ καιρό να τις δω!»

«Όχι, όχι, καμία σχέση. Αν είχε γίνει οτιδήποτε τέτοιο θα στο είχα παραγγείλει με τον γνωστό τρόπο. Δεν το ξέρεις αυτό;»

«Το ξέρω Στέφανε και σε ευχαριστώ. Θα στο χρωστάω για μια ζωή.»

Πήρε ανάσα βαθιά και σκούπισε τον ιδρώτα που έτρεχε ακατάπαυστα στο μέτωπό του.

«Εγώ ζήτησα να βρεθούμε.» είπε με φόρα ο Ηλίας. «Και ξέρεις γιατί; Γιατί δεν είμαι σαν κι εσένα. Εγώ τους φίλους μου τους υπολογίζω και τους τιμώ. Ήθελα λοιπόν να σου πω από κοντά πως σε πέντε μέρες κατατάσσομαι στον στρατό. Δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο, ο θείος μου μου είπε πως δεν χωρούσε άλλη αναβολή.»

Νεκρική σιγή έπεσε στο Σανατόριο. Ούτε ανάσα δεν ακουγόταν πια.

«Μια χαρά. Καλή θητεία να έχεις. Αυτό ήταν όλο;»

«Ναι αυτό ήταν. Δεν το θεωρείς κάτι σημαντικό;»

«Σημαντικό; Να θεωρώ σημαντικό που άλλο ένα ντουφέκι θα προστεθεί στη δύναμη των φασιστών; Όχι δα. Έχετε ήδη υπεροπλία, κάτι που δε μας νοιάζει ούτε στο ελάχιστο σε πληροφορώ.»

Ο Στέφανος είχε χώσει το κεφάλι του μέσα στις δύο υπερμεγέθεις παλάμες του. Έβλεπε προς τα πού πήγαινε το πράγμα.

«Ρε συ, σου λέω πως θα είμαστε σε αντίπαλα στρατόπεδα, μπορεί και να βρεθούμε σε κάποια μάχη, το πιο πιθανό είναι πως σε λίγο καιρό θα με στείλουν κάπου εδώ κοντά να υπηρετήσω, και δεν σου καίγεται καρφί; Τόσο πολύ λοιπόν κατάφεραν να σε αλλοιώσουν μέσα σε ένα χρόνο οι σύντροφοί σου; Έγινες άλλος άνθρωπος;» ξέσπασε ο Ηλίας.

Ο Στέφανος σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μέρος του Ηλία. Ο Μάρκος καθόταν σε έναν πεσμένο κορμό παραπέρα.

«Ηλία ήρεμα σε παρακαλώ, μη λέμε τέτοιες κουβέντες.»

Ο Ηλίας όμως είχε βγει πλέον εκτός εαυτού.

«Άσε μας κι εσύ μωρέ. Ωραία τη γλύτωσες εσύ και μιλάς τώρα με την ασφάλεια του κουτσού. Κοιτάξτε έναν κουτσό ρε παιδιά που δεν μπορεί να υπηρετήσει την πατρίδα του!»

Ο Μάρκος χίμηξε να τον φάει.

Πιάστηκαν στα χέρια. Δύο άγρια, ματωμένα θηρία που κυλιόνταν στο καυτό χώμα της πατρικής γης.

Ο Στέφανος προσπάθησε να τους χωρίσει.

Κόπος μάταιος. Το θέαμα στην αρένα θα λάμβανε τέλος μόνο όταν οι δύο μονομάχοι το αποφάσιζαν.

Μετά από αρκετή ώρα, κείτονταν κι οι δύο αποκαμωμένοι, κάτω από τον αυγουστιάτικο ήλιο.

Πρώτος σηκώθηκε με τα χίλια ζόρια ο Ηλίας.

Μάζεψε το κουρελιασμένο του πουκάμισο και ξεκίνησε να αποχωρεί κουτσαίνοντας.

«Να ξέρετε κι οι δύο πως σας είπα ψέματα. Δεν δίστασα στιγμή να καταταγώ. Ίσα-ίσα που είμαι περήφανος που σε αυτήν την ιστορική συγκυρία θα υπηρετήσω την πατρίδα μου, στέλνοντας όσο το δυνατόν περισσότερα κομμούνια στον διάολο!»

Δεν αποκρίθηκε κανείς.

Μοναχά κάποιο εκπαιδευμένο αυτί θα μπορούσε να αφουγκραστεί ένα πνιχτό, σχεδόν βουβό, θρήνο.

Οι ψυχές του Σανατορίου θρηνούσαν για τα τρία παλικάρια.

Για τη χαμένη νιότη, τη χαμένη φιλία, τη χαμένη ανθρωπιά τους.

 

#22

Πελοπόννησος, Ελλάδα, 18 Νοεμβρίου 1996

Μικρή μου Σοφούλα,

Συνεχίζω από εκεί που σταμάτησα στο προηγούμενο γράμμα μου –εσύ βέβαια μαζί θα τα λάβεις οπότε δεν σου κάνει διαφορά.

Υπόσχομαι να μην ξεφύγω ξανά από όσα μου έχεις ζητήσει και να μη σε μπερδεύω με τις αναζητήσεις ενός γέρικου μυαλού.

Οι γονείς σου λοιπόν, ο Μάρκος και η Βασιλική.

Όπως σου έχω ήδη πει, με τον Μάρκο και τον Ηλία περάσαμε μαζί τα ανέμελα παιδικά και εφηβικά μας χρόνια.

Δεν ήταν πάντα ανέφελα βέβαια. Ακόμα και μεταξύ μας, είχαμε φαγωμάρες. Ειδικά οι δυο τους τρώγονταν πάντα, τις περισσότερες φορές για ψύλλου πήδημα. Παρά το ότι ήταν διαφορετικοί χαρακτήρες, είχαν σίγουρα ένα κοινό –έπαιρναν φωτιά με το παραμικρό.

Κι εγώ προσπαθούσα συνέχεια να τη σβήσω, παίζοντας με αρκετή επιτυχία οφείλω να ομολογήσω το ρόλο του πυροσβέστη.

Δεν ήμουν πάντα δίκαιος, πρέπει κι αυτό να το πω. Βλέπεις, όσο κι αν τους αγαπούσα και τους δύο, η αδυναμία που είχα στον Μάρκο έγερνε τις περισσότερες φορές τη ζυγαριά υπέρ του.

Θες επειδή ο Ηλίας ήταν πιο ισχυρός και δομημένος χαρακτήρας, θες επειδή ο Μάρκος ήταν ο πιο ευαίσθητος από όλους μας –παρά τις συνεχείς προσπάθειές του να δείχνει το αντίθετο-, τον είχα πάντα σαν τον μικρό μου αδερφό που έπρεπε να προστατεύω. Είχαμε μόλις δυο μήνες διαφορά, αλλά έτσι ένοιωθα από μικρός κι έτσι φερόμουν.

Βέβαια, η πηγαία διπλωματική μου καπατσοσύνη είχε ως αποτέλεσμα τις περισσότερες φορές να επιτυγχάνει την ισορροπία κι ένα αίσθημα δικαιοσύνης στην παρέα.

Αν το καλοσκεφτείς άλλωστε, αυτό έκανα μια ολόκληρη ζωή. Κρατούσα τα κομμάτια ενωμένα, ώστε να μπορεί να δουλεύει άρτια το σύνολο. Είτε αυτά ήταν ρολόγια είτε άνθρωποι. Αυτή είναι η ουσία της τέχνης του ωρολογοποιού –να φροντίζει ώστε το κάθε κομμάτι του μηχανισμού, όσο μικρό και ασήμαντο κι αν είναι, να παίζει τον κρίσιμο ρόλο του στη λειτουργία του συνόλου.

Πάλι ξεφεύγω όμως Σοφούλα και υποσχέθηκα πως δεν θα το ξανακάνω.

Ο Μάρκος άρχισε να ηρεμεί μόνο όταν γνώρισε τη Βασιλική.

Η οικογένειά της ήρθε όταν πηγαίναμε στην προτελευταία τάξη του Γυμνασίου. Ο πατέρας της ήταν καθηγητής φυσικής και είχε πάρει μετάθεση για το σχολείο μας.

Η Βασιλική ήταν ένα ξωτικό.

Ακόμα θυμάμαι σαν να ήταν χθες την πρώτη μέρα που ήρθε στο σχολείο –το θηλέων στεγαζόταν σε διπλανό κτίριο από το αρρένων, οπότε ήταν σα να πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο. Δεν πρέπει να υπήρξε αγόρι που να μην την ερωτεύτηκε εκείνη τη μέρα. Δεν είχε αυτό που λέμε κλασική ομορφιά, είχε όμως μια αύρα μοναδική που μαγνήτιζε όποιον βρισκόταν γύρω της. Με τις ξανθιές τις κοτσίδες και τα λουλουδιστά της φορεματάκια, με εκείνα τα καταγάλανα μάτια που πετούσαν σπινθήρες, με μια φωνή βελούδινη που απλά ήθελες να κάθεσαι να την ακούς με κλειστά τα μάτια και να ταξιδεύεις.

Με τον Μάρκο είχαν εξαρχής μία σχεδόν αφύσικη χημεία. Ενώ εκείνος μέχρι τότε, ελάχιστο ενδιαφέρον έδειχνε για τον θηλυκό πληθυσμό του χωριού, η Βασιλική τον είχε μαγέψει από την πρώτη στιγμή.

Δεν χώρισαν ποτέ.

Κι όταν λίγους μήνες αφότου είχαμε τελειώσει το σχολείο, έγινε το μοιραίο, ο Μάρκος δεν δίστασε ούτε στιγμή. Πήγε και τη ζήτησε από τον πατέρα της. Εκείνος ξαφνιάστηκε, νευρίασε, έβρισε θεούς και δαίμονες, αλλά στο τέλος δεν είχε άλλη επιλογή από το να τους δώσει την ευχή του.

Και κάπως έτσι, λίγο καιρό μετά την απελευθέρωση της πατρίδας, ήρθες στο κόσμο εσύ Σοφούλα. Ένα στρουμπουλό και χαμογελαστό πλασματάκι που άλλαξε τις ζωές μας.

Όμως, το σαράκι στην ψυχή του Μάρκου, δεν είχε τελικά εξοντωθεί. Μπορεί να είχε μπει σε χειμερία νάρκη για μεγάλο διάστημα, αλλά δεν είχε αφανισθεί. Καραδοκούσε ψάχνοντας την ευκαιρία να βγει πάλι στην επιφάνεια και να κυριαρχήσει.

Τα νέα που μας έρχονταν από την Αθήνα δεν ήταν καλά. Η συμφωνία της Βάρκιζας που είχε κάνει η κυβέρνηση με τους κομμουνιστές μετά τα αίσχη των Δεκεμβριανών, ήταν σχεδόν βέβαιο πως θα κατέρρεε. Όλα έδειχναν πως τούτος ο τόπος δεν θα έβρισκε ακόμα την ηρεμία του.

Τα πάθη οξύνονταν μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο. Το χωριό ήταν χωρισμένο στα δύο, φιλίες δεκαετιών είχαν μέσα σε λίγο καιρό σμπαραλιαστεί. Έβλεπες γείτονες που ζούσαν μια ζωή μαζί, να γυρίζουν την πλάτη ο ένας στον άλλο.

Κι όλα αυτά για τη ρημάδα την πολιτική. Ποτέ μου δεν μπόρεσα να χωνέψω πώς μπορούσε αδερφός να στραφεί εναντίον του αδερφού επειδή έτσι έλεγε το κόμμα. Κι όμως, μου έμελλε να ζήσω πολύ χειρότερα από αυτά.

Ο Μάρκος ασφυκτιούσε, έβραζε, δεν μπορούσε να βρει ησυχία.

Ένα βράδυ ήρθε και με βρήκε στο ωρολογοποιείο. Θυμάμαι ήμουν συννεφιασμένος γιατί είχα φάει όλη τη μέρα πάνω από ένα vacheron constantin του 1921, ένα μοναδικό κομμάτι που μου είχε εμπιστευτεί ένας πελάτης από την πρωτεύουσα. Κι ενώ συνήθως από τα πρώτα λεπτά που έπιανα ένα ρολόι στα χέρια μου, καταλάβαινα τι έπρεπε να κάνω, με εκείνο τον διάολο δεν μπορούσα να βγάλω άκρη.

Αγνόησε τις δικές μου τις σκοτούρες και κάθισε απέναντι μου συννεφιασμένος.

«Αυτό ήταν. Επιτέλους την πήραν την απόφαση. Θα βγούμε στο βουνό. Δεν θα αφήσουμε τους φασίστες να κλέψουν για μία ακόμα φορά την πατρίδα μας.»

Δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια και στα αυτιά μου. Προσπάθησα να συγκεντρώσω όλη μου την ηρεμία και την ικανότητα πειθούς ώστε να αποτρέψω το αναπότρεπτο.

«Φίλε αυτά που λες δε γίνονται. Καταλαβαίνω, όσο μπορώ, τις πεποιθήσεις σου, κατανοώ το πάθος σου. Αλλά ξεχνάς κάτι πολύ σημαντικό. Πλέον, δεν είσαι μόνος. Έχεις οικογένεια. Έχεις μια γυναίκα που σε λατρεύει κι ένα κοριτσάκι που δεν έχει καν κλείσει τον πρώτο χρόνο της ζωής του. Θα τις εγκαταλείψεις έτσι απλά;»

«Τίποτα δεν είναι απλό Στέφανε, πίστεψέ με. Βασανίζομαι μήνες τώρα. Αλλά δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Αν κάνω πίσω θα προδώσω όλα όσα πιστεύω, θα προδώσω τον ίδιο μου τον εαυτό. Δεν θα ζω εγώ μαζί τους μετά, αλλά το φάντασμά μου.

Έπειτα, η νίκη δεν θα αργήσει να έρθει. Δεν τις εγκαταλείπω. Τις αφήνω μόνο για ένα διάστημα, για να πετύχουμε τον μεγάλο σκοπό. Και μετά θα ζήσουμε πάλι όλοι μαζί, κι όλα θα είναι διαφορετικά, ανθρώπινα.

Απλά δε γίνεται αλλιώς.»

Δεν κατάφερα να του αλλάξω γνώμη Σοφούλα. Η φλόγα που έκαιγε μέσα του ήταν ασίγαστη, δεν μπορούσε να νικηθεί από δύναμη ανθρώπινη.

Εκείνο το βράδυ με έβαλε να ορκιστώ πως, για όσο καιρό λείπει, θα σας προσέχω σα δική μου οικογένεια. Και πως θα φρόντιζε αυτός να έχουμε οι δυο μας ένα κανάλι επικοινωνίας για να μαθαίνει νέα τους.

Του το υποσχέθηκα, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Γι’ αυτόν τον άνθρωπο θα έκανα τα πάντα.

Αυτά για την ώρα.

Σε ασπάζομαι,

Στέφανος

 

#23

Μετά τη μικρή περιπέτεια που λίγο έλειψε να τους κοστίσει την ίδια τους τη ζωή, επέστρεψαν στην καθημερινότητα των τελευταίων μηνών.

Όχι πως αυτή διέφερε αρκετά από το σφοδρό κυνηγητό των δύο προηγούμενων ημερών. Πάλι κρύβονταν, πάλι πεινούσαν, πάλι έσερναν τα πληγιασμένα πόδια τους κάτω από τον ανελέητο καλοκαιρινό ήλιο.

Ο Αητός ήταν κλεισμένος στον εαυτό του. Πάντα του λιγομίλητος ήταν, αλλά μετά και το τελευταίο επεισόδιο, δεν του έπαιρνες κουβέντα.

Τα παιδιά της ομάδας δεν ήξεραν τι να κάνουν. Έβαλαν τον Μπάμπη να του μιλήσει, μπας και τον πείσει να έρθουν σε επαφή με κάποια άλλη ομά­δα ή ακόμα και με το στρατηγείο, να μάθουν τι γίνεται. Είχαν πάρει κατεύθυνση προς τα νότια και κόντευαν να φτάσουν στην οροσειρά που ήξεραν πως ήλεγχαν οι φασίστες. Εάν συνέχι­ζαν την πορεία τους, όδευαν κατευθείαν στο στόμα του λύκου.

Ο Αητός δεν άκουγε τίποτα. Είτε έκαναν πορεία -τις περισσότερες ώρες της μέρας-είτε σταματούσαν λίγο για να ξαποστάσουν, εκείνος δεν ήταν μαζί τους.

Ταξίδευε μακριά.

Τελευταία, στα όλο και πιο συχνά όνειρά του, ερχόταν και τον επισκεπτόταν ο πατέρας του.

«Πατέρα».

Πόσο καιρό αλήθεια είχε να την προφέρει αυτή τη λέξη τη μαγική;

Όταν εκείνος έμπαινε στα χρόνια της οργισμένης εφηβείας, ο πατέρας του έφυγε για να πολεμήσει στο αλβανικό μέτωπο.

Του είχε κοστίσει πολύ εκείνο το φευγιό. Τον είχε μάλιστα βάλει να του υποσχεθεί πως θα του έστελνε συνέχεια γράμματα.

Όπως πάντα, ο πατέρας τήρησε τον λόγο του. Από κάθε πόλη που έμπαινε νικηφόρος ο ελληνικός στρατός, του έστελνε κι από ένα γράμμα.

Κορυτσά, Πόγραδετς, Κλεισούρα, Άγιοι Σαράντα. Τα είχε όλα φυλαγμένα. Κειμήλια ιερά.

Ο πατέρας ήταν άνθρωπος σκληρός μα και δίκαιος. Κεφάλι αγύριστο, κάτι που κληροδότησε και στον μεγάλο του γιο.

Δεν ήθελε να γυρίσει από το μέτωπο. Μετά τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς, ένοιωθε ντρο­πιασμένος. Ήθελε να φύγει για Κρήτη, για Αφρική, για οπουδήποτε συνέχιζαν οι λαοί να δίνουν την ιερή μάχη κατά του φασισμού.

Δεν μπορούσε όμως να πετύχει τον στόχο του. Σε μία από τις τελευταίες μάχες πριν την υποχώρη­ση, τραυματίστηκε βαριά στο δεξί του πόδι. Κόντεψε να το χάσει, φθηνά την είχε γλυτώσει του είχαν πει οι νοσηλεύτριες.

Επέστρεψε μετά από λίγο καιρό σαν ήρωας. Με τη στολή γεμάτη παράσημα και το ηθικό πιο καταρρακωμένο από ποτέ.

Όταν γύρισε, έτυχε της λαμπρής υποδοχής των επισήμων από όλη την περιοχή. Ήταν ο ήρωας της Αλβανίας, ο δικός τους ήρωας.

Ο μεγάλος γιος υποδέχθηκε τον ήρωα πατέρα με αισθήματα ανάμεικτα. Ενώ είχε σίγουρα χαρεί με την επιστροφή, έβλεπε πως στο σπίτι είχε γυρίσει ένας άλλος άνθρωπος. Λιγομίλητος, κακοδιάθετος, δεν ήταν αυτός ο πατέρας του, ήταν κάποιος άλλος. Ένας ήρωας.

Το χωριό δεν άργησε και πολύ να φανερώσει τα αληθινά του συναισθήματα. Άλλωστε, σε ένα κεφαλοχώρι που φημιζόταν πάντα για τις φιλο­βασιλικές του προτιμήσεις, έπεφτε κομματάκι βαρύ να τους φορτωθεί για ήρωας του πολέμου ο Αντώνης ο κόκκινος.

Όταν μετά από κάμποσο καιρό, ο πατέρας ξεκίνησε πάλι να βγαίνει από το σπίτι, να ασχο­λείται με τα ζώα, να πηγαίνει και στο μεγάλο καφενείο της κεντρικής πλατείας, άρχισαν να φτάνουν και στα δικά του αυτιά οι ψίθυροι.

Ήξερε καλά ποιοι τον είχαν βάλει στο μάτι. Ήταν ο Νικολής και η συμμορία του, που απ' ότι είχε μάθει είχαν ήδη προφτάσει να γίνουν οι σπιούνοι των Ιταλών στο χωριό.

Θα μπορούσε να κάτσει για λίγο καιρό ακόμα σπίτι του. Να μείνει ήσυχος, να κουρνιάσει μέχρι να περάσει η μπόρα που έβλεπε πως ερχόταν στον ορίζοντα.

Όμως, ο Αντώνης ο κόκκινος δεν ήταν από τέτοια υλικά φτιαγμένος.

Ένα βράδυ που ήταν κόσμος πολύς στο καφε­νείο, ο Νικολής έψαχνε αφορμή για καβγά. Ήταν μπόλικοι δικοί του μαζεμένοι, σε ένα τρα­πέζι κάθονταν και τρεις Ιταλοί φαντάροι.

Ο Αντώνης έπαιζε το τάβλι του με τον Κωνσταντίνο τον ωρολογοποιό.

Μια, δυο, τρεις κουβέντες, δεν κρατήθηκε τελικά. Πιάστηκαν με το Νικολή στα χέρια. Ήταν τέτοια η φούρια του που αν δεν τους χώριζαν οι Ιταλοί, θα τον είχε αφήσει στον τόπο.

Τους μάζεψαν και τους δύο και τους πήγαν στο φρουραρχείο.

Την επόμενη μέρα κιόλας, ο Νικολής έκοβε βόλτες στην πλατεία του χωριού.

Τον Αντώνη όμως δεν το είχε δει κανείς.

Και κανείς δεν θα τον έβλεπε ποτέ ξανά.

 

#24

Δεν είχε καν καταλάβει πώς είχε βρεθεί πίσω στο ξενοδοχείο. Απορροφημένος από την ανάγνωση εκείνων των γραμμάτων, είχαν αναλάβει τα πόδια του να τον οδηγήσουν πίσω.

Ένοιωθε αποσβολωμένος, με κάποιον τρόπο άδειος.

Βγήκε στο μεγάλο, δρύινο μπαλκόνι του πετρόχτιστου ξενοδοχείου. Ο ήλιος είχε ξεκινήσει την καθοδική του πορεία και στεφάνωνε το επιβλητικό κτίριο.

Οι τελευταίες ισχνές του αχτίδες, έβαφαν με λογής-λογής αποχρώσεις του κίτρινου και του πορτοκαλί την απέναντι βουνοπλαγιά με το πυκνό ελατοδάσος.

Είχε μια τόσο ιδιαίτερη αύρα εκείνο το μέρος, σχεδόν μαγνητική. Σε ρουφούσε εντός του.

Όμως, παρά τη μαγεία της στιγμής, η σκέψη του δεν άργησε να επανέλθει στη νέα, συντριπτική πραγματικότητα. Έσβησε το μάλμπορο πριν της ώρας του και γύρισε την πλάτη στο τοπίο, με κατεύθυνση προς το δωμάτιο του.

Η μέρα είχε περάσει χωρίς καν να το καταλάβει. Παρήγγειλε να του φέρουν μια μπριζόλα στο δωμάτιο –τη χρειαζόταν, με όλα αυτά δεν είχε φάει μπουκιά και το στομάχι του διαμαρτυρόταν. 

Το λαχταριστό βουνίσιο κρέας το χώνεψε με ευχαρίστηση. Αυτό που δεν μπορούσε να χωνέψει με τίποτα ήταν όλα αυτά τα πρωτόγνωρα που μόλις είχε μάθει από την αλληλογραφία της μητέρας με εκείνον τον παράξενο γέρο. 

Ευτυχώς, σκεφτόταν, που ο ωρολογοποιός είχε και τα δικά του γράμματα προς τη μητέρα –τα είχε λάβει όλα μαζεμένα μαζί με το τελευταίο της γράμμα, όπως του είπε- οπότε μπορούσε τουλάχιστον να έχει μία ολοκληρωμένη εικόνα της αλληλογραφίας τους.

Το γεμάτο πλέον στομάχι είχε ως άμεσο επακόλουθο την υπνηλία. Ήταν εξαντλημένος. Όχι άδικα, είχε ζήσει την πιο έντονη μέρα της έως τότε ζωής του, χωρίς καν να γνωρίζει πως η επόμενη θα κατόρθωνε να την ξεπεράσει.

Τα μάτια του έκλειναν αλλά έπρεπε να συνεχίσει.

Έβαλε ένα ουίσκι για να υποβοηθήσει την όλη κατάσταση και άνοιξε το επόμενο γράμμα της μητέρας του.

 

#25

Ο Αητός πέρασε από διάφορα στάδια αντιμετώπισης της εξαφάνισης του πατέρα.

Το πρώτο ήταν η άρνηση. Μάταια προσπαθούσε η παραιτημένη μητέρα του να τον συγκρατήσει. Ήταν βέβαιος πως ο πατέρας ζούσε και στον ίδιο είχε πέσει το ιερό καθήκον της ανακάλυψής του.

Αφού έφερε όλο το χωριό άνω-κάτω, εμπλέ­κοντας εχθρούς και φίλους στην αναζήτησή του, το αρνητικό αποτέλεσμά της δεν τον αποθάρρυνε. Εάν δεν ήξεραν οι χωριανοί -ή πολύ πιο πιθανό, εάν φοβούνταν να τον βοηθήσουν- οι Ιταλοί ήταν βέβαιο πως θα γνώριζαν κάτι για την εξαφάνισή του.

Δεν δίστασε στιγμή. Την επομένη κιόλας, εμφανίστηκε αξημέρωτα και εν εξάλλω καταστάσει στο φρουραρχείο. Αφού την τελευταία μόλις στιγμή και εξαιτίας του ότι ο Ιταλός λοχαγός ήταν άνθρωπος με ήρεμο χαρακτήρα και θέλησε να δείξει κατανόηση για την κατάσταση, γλύτωσε τη φυλακή, ενημερώθηκε τελικά για την επίσημη εκδοχή των γεγονότων.

Ο πατέρας είχε αποδράσει εκείνο το βράδυ από το φρουραρχείο, εκμεταλλευόμενος την αδράνεια των φρουρών του. Έτσι του είπαν. Υποδεικνύοντας του ταυτόχρονα πως ήταν η τελευταία φορά που ανέχονταν τέτοιου είδους συμπεριφορά, χωρίς μοιραίες για τον ίδιο συνέπειες.

Δεν πίστεψε κουβέντα. Ο πατέρας δεν θα έφευ­γε ποτέ χωρίς να τους χαιρετήσει. Θα έβρισκε με κάποιο τρόπο να στείλει έστω σε αυτόν ένα μήνυμα.

Έτσι, πέρασε στο στάδιο της οργής, το οποίο την επόμενη κιόλας ημέρα, τον οδήγησε στο κρατητήριο του φρουραρχείου.

Εκεί ήταν που έσπασε.

Δέκα μέρες πέρασε συνολικά σε εκείνο το υγρό μπουντρούμι, αλλά στάθηκαν ικανές να σημαδέψουν την εφηβική του καρδιά για πάντα.

Το διάστημα της κράτησής του θα ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο, εάν δεν είχε φροντίσει γι’ αυτό ο Κωνσταντίνος Μαυρίδης.

Όταν μετά από αυτά τα δέκα ατελείωτα εικοσιτετράωρα άνοιξαν την καγκελό­πορτα του κελιού και του είπαν πως θα τον άφη­ναν ελεύθερο, με τις εξασθενημένες αισθήσεις του, κατόρθωσε να αντιληφθεί την παρουσία του πατέρα του φίλου του στο γραφείο του Ιταλού λοχαγού.

Μετά από λίγο καιρό και αφού είχαν καταλαγιάσει κάπως τα πνεύματα, ο κύριος Μακρίδης τους επισκέφθηκε. Η μητέρα του ήταν μέσα στην τρελή χαρά που ο πρωτό­τοκός της είχε επιστρέψει ξανά στις αγκάλες της, ο ίδιος όμως ήταν πιο θλιμμένος και απογοητευμένος από ποτέ.

Ο κύριος Μαυρίδης τους αποκάλυψε τη θλιβερή αλήθεια που ήδη υποπτεύονταν. Ο πατέρας δεν είχε αποδράσει, ούτε όμως οι Ιταλοί ήταν υπεύθυνοι για τον χαμό του.

Ο πατέρας ήταν νεκρός.

Τον είχαν σκοτώσει και τον είχαν θάψει σαν το σκυλί, οι ίδιοι οι συγχωριανοί του. Άνθρωποι τους οποίους έβλεπε κάθε μέρα σε όλη του τη ζωή.

Περισσότερα δεν μπορούσε να τους πει, παρά τις επίμονες ερωτήσεις τους. Άλλωστε και με αυτό που είχε κάνει, είχε ήδη βάλει σε κίνδυνο τον ίδιο και την οικογένειά του. Γι’ αυτό τους ικέτεψε να κάνουν σα να μην ήξεραν τίποτα -όσο δύσκολο κι αν ήταν αυτό.

Την αλήθεια την είχαν μάθει γιατί το χρωστούσε στον πατέρα. Κι από εκεί και μπρος, ότι κι αν χρειάζονταν θα τους το παρείχε ο ίδιος.

Θα έπαιρνε την θέση του έλεγε, για όλη την οικογένεια. Θα κάλυπτε το κενό.

Ο Αητός όμως ήξερε πως γι' αυτόν, πατέρας δεν υπήρχε πια.

Τον πατέρα τον είχε σκοτώσει το χωριό.

Τον πατέρα τον είχαν φάει οι Έλληνες φασίστες.

 

#26

Νιου Τζέρσι, Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, 24 Δεκεμβρίου 1996

Αγαπημένε μου κύριε Στέφανε,

Χάρηκα πολύ όταν έλαβα νωρίς σήμερα το πρωί την επιστολή σας. Όταν μάλιστα ανακάλυψα πως ήταν διπλή, δεν κρατιόμουν όλη μέρα μέχρι να βρω λίγα λεπτά ηρεμίας, ώστε να μπορέσω να αφοσιωθώ στον όμορφο γραπτό σας λόγο.

Μόλις πριν λίγο τα κατάφερα τελικά και οι δείκτες του επιδαπέδιου ρολογιού στο σαλόνι δείχνουν δώδεκα παρά δέκα. Σε λίγα λεπτά, ξημερώνει Χριστούγεννα!

Είχα μια ακόμα κουραστική μέρα, καθώς οι προετοιμασίες για το αυριανό γιορτινό τραπέζι αποδείχτηκαν πιο χρονοβόρες απ' ότι είχα υπολο­γίσει. Κάπως έτσι δε γίνεται πάντα;

Θα είναι πολλοί και αγαπημένοι οι καλεσμέ­νοι μας, αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς, το δικό μου μυαλό δεν θα βρίσκεται μαζί τους. Θα ταξιδεύει, όπως κάνει συνεχώς τους τελευταίους μήνες, στην απομακρυσμένη, αληθινή μου πατρίδα.

Αλήθεια, πώς γιορτάζουν οι Έλληνες τα Χριστούγεννα; Φαντάζομαι πληθωρικά, όπως και τα περισσότερα πράγματα που κάνουν, απ' ότι μαθαίνω στις αναζητήσεις μου. Θα ήθελα να μου γράψετε δυο λόγια σχετικά.

Ξεφεύγω όμως από το θέμα μας και δεν πρέπει. Ίσως τελικά εμείς οι δύο, μοιάζουμε περισσότερο απ' ότι νομίζουμε.

Είναι αλήθεια πως η ιστορία των πραγματικών μου γονιών, η δική μου ιστορία, εξελίσσεται σαν ένα μικρό μυθιστόρημα, του οποίου τη συνέχεια αδημονώ να μάθω.

Όμως, τους τελευταίους μήνες, δεν σας κρύβω πως υπάρχει και κάτι άλλο που διεκδικεί τα πρωτεία στην σκέψη και την προσοχή μου.

Είμαι έντονα προβληματισμένη σχετικά με το αν και κατά πόσο πρέπει να μοιραστώ με την οικογένειά μου την αλήθεια μου.

Εδώ και καιρό, ξυπνάω και κοιμάμαι με αυτήν τη σκέψη να με τυραννά. Και όσο κι αν τα ζυγίζω τα πράγματα μέσα μου, άκρη δεν μπορώ να βγάλω.

Ξέρω πολύ καλά πως, αν πάρω τη μεγάλη απόφαση και κάνω τους αγαπημένους μου κοινω­νούς αυτής της αλήθειας που μου έχει αλλάξει τη ζωή, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο -ή κι ακόμα πιο σφοδρό-για τη δική τους.

Είμαστε μια αγαπημένη οικογένεια, καλέ μου κύριε Στέφανε. Τον άντρα μου τον υπεραγαπώ και στα δικά του αθώα μάτια -που τόσο απόλυτα είχα ερωτευτεί- βλέπω ακόμα το ίδιο έντονο αίσθημα που είχα διακρίνει από την πρώτη στιγμή.

Και μετά είναι ο Μαρκ, το γλυκό μου αγγελού­δι. Έχει γίνει ολόκληρο αντράκι έντεκα χρονών πλέον και δεν χορταίνω να τον βλέπω να μεγα­λώνει και να ανθίζει μέρα με τη μέρα.

Με ποιο δικαίωμα λοιπόν, μπορώ εγώ, να τους ανατρέψω από τη μια στιγμή στην άλλη, όλα όσα ξέρουν για τη γυναίκα και τη μητέρα τους;

Με ποιο δικαίωμα μπορώ να φέρω τα πάνω κάτω στη ζωή τους;

Πόσο στ' αλήθεια σκέφτομαι και κατανοώ τώρα τους δικούς μου γονείς.

Όταν μου είχαν αποκαλύψει το μεγάλο μυστικό, είχα ξεχειλίσει από θυμό και οργή. "Πώς μπορέ­σατε" τους έλεγα "να μου έχετε κρύψει όλα αυτά τα χρόνια, κάτι τόσο σημαντικό για την ζωή μου; Πώς μπορούσατε να μου λέτε ψέματα, πώς μπορούσατε να ζούμε ένα ψέμα; Ποιος σας έδωσε εσάς το δικαίωμα να καθορίζετε τη δική μου τη ζωή;"

Οι φωνές μου αντηχούν ακόμα στους τοίχους του σπιτιού.

Αλήθεια, πόσο άδικοι γινόμαστε ώρες-ώρες με τους δικούς μας τους ανθρώπους.

Τώρα που η ζωή με έφερε σε θέση παρόμοια με τη δική τους, μπορώ να καταλάβω το αβάσταχ­το αδιέξοδο, μέσα στο οποίο κατόρθωσαν να με μεγαλώσουν με τόση φροντίδα και αγάπη.

Τι να κάνω καλέ μου κύριε Στέφανε;

Είμαι σίγουρη, πως αν μπορούσα να τα εκμυστηρευτώ όλα αυτά, να τα συζητήσω με κάποιον άνθρωπο της εμπιστοσύνης μου, θα μπορούσε ίσως να με βοηθήσει να βγάλω μια άκρη, να βρω ένα φως στο σκοτεινό τούνελ που έχω εγκλωβιστεί.

Αλλά δυστυχώς, αυτό δεν μπορώ να το κάνω. Δεν υπάρχει κανείς δίπλα μου, που να είμαι βέβαιη πως αν του μιλήσω, η αλήθεια δεν θα φτάσει με κάποιον τρόπο στα αυτιά του άντρα μου.

Υπάρχετε όμως εσείς. Μπορείτε να με βοη­θήσετε εσείς. Εσείς, με όλη την σοφία της πολυτάραχης ζωής σας.

Εσείς, που άλλωστε, είστε πλέον δικός μου άνθρωπος.

Πείτε μου λοιπόν, τι θα κάνατε στην θέση μου;

Αποζητώ θάρρος και αλήθεια.

Με ειλικρινή αγάπη,

Η Σοφούλα σας

ΥΓ: Μην περιορίσετε το περιεχόμενο του γράμματος στην απάντηση της ερώτησής μου. Περιμένω και την συνέχεια της ιστορίας μας, η οποία είμαι σίγουρη πως κρύβει ακόμα πολλά ενδιαφέροντα επεισόδια.  

 

#27

Από την ημέρα που έγινε κοινωνός της μεγάλης αποκάλυψης, ένοιωθε λες και το μυαλό του κατακλύστηκε από μία πανίσχυρη δέσμη φωτός. Όλο του το είναι είχε κυριευθεί από μία και μόνο σκέψη. Με ποιον τρόπο θα μπορούσε να εκδικηθεί τους φασίστες και το κακό που είχαν κάνει σε αυτόν και την οικογένειά του.

Ξυπνούσε το πρωί, πήγαινε σχολείο, έτρεχε με τα ζώα, έτρωγε, κοιμόταν -το μυαλό εκεί, κολλημένο, χωρίς δυνα­τότητα διαφυγής.

Είχε ήδη ακούσει πως στο βουνό είχαν δημιουργηθεί οι πρώτες ομάδες αντίστασης στον κατακτητή. Το όνομα ΕΛΑΣ εγγράφηκε από την πρώτη στιγμή με χρυσά κι ανεξίτηλα γράμματα μέσα του.

Αυτό θα ήταν το πρώτο βήμα σκεφτόταν. Έπρεπε να βρει επαφή με αυτούς τους πατριώτες και να ανέβει μαζί τους στο βουνό. Μοναχά έτσι θα μπορούσε να πολεμήσει τους φασίστες που είχαν καταστρέψει την ζωή του –Έλληνες και ξένους.

Και μετά ήρθε η Βασιλική. Από την πρώτη στιγμή που τη γνώρισε, ως νεοφερμένη στον τόπο τους, υπήρξε ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να διανοίξει μια -έστω ισχνή- χαραμάδα φωτός, στο μαύρο παραπέτασμα που είχε καλύψει την ύπαρξή του.

Την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Μέχρι τότε ποτέ δεν είχε νοιώσει έτσι για κάποιο κορί­τσι, παρά το ότι τον περιτριγύριζαν από ηλικία μικρή.

Η Βασιλική σιγά-σιγά τον μαλάκωσε. Τον έκανε να θυ­μηθεί ξανά τις χαρές της ζωής, που τόσο βίαια και στην πιο τρυφερή ηλικία είχε αναγκαστεί να ξεχάσει.

Μάλιστα, με περισσή προσπάθεια αλήθεια είναι, κατόρθωσε να τον πείσει να τελειώσουν μαζί και το σχολείο, αναβάλλοντας –προσωρινά τουλάχιστον- τα σχέδιά του για το βουνό και το αντάρτικο που θέριευε.

Λίγους μήνες πριν το απολυτήριο, η Βασιλική έμεινε έγκυος. Του το αποκάλυψε αρκετές μέρες αφότου το είχε μάθει, τρέμοντας μπροστά στο άγνωστο της αντίδρασης του.

Εκείνος όμως δεν δίστασε στιγμή. Παρά το ότι ο πατέρας της είχε τη φήμη αυστηρού και συντηρητικού ανθρώπου, την επό­μενη μέρα κιόλας παρουσιάστηκε μπροστά του, γεμάτος νεανικό ενθουσιασμό και άγνοια κινδύνου, και ζήτησε το χέρι της.

Ο κύριος καθηγητής γάβγισε για αρκετές ημέρες, αλλά όπως τα παιδιά ήλπιζαν, δεν δάγκωσε τελικά Παντρεύτηκαν σε ένα ξωκλήσι όχι πολύ μακριά από το χωριό και περίπου πεντέμισι μήνες μετά, ήρθε στη ζωή τους η Σοφούλα.

Αυτός ο ερχομός ήταν που άλλαξε τα πάντα. Το χαμόγελο της μικρής κατάφερε να θολώσει μνήμες, να γιάνει πληγές, να ημερέψει το μέσα του που ως τότε έβραζε.

Βοήθησε και η γενικότερη κατάσταση. Μετά τα εφιαλτικά Δεκεμβριανά, τα νέα από την Αθήνα μιλούσαν για συμφωνία στην οποία κατέληξαν οι δύο πλευρές, ώστε να αποφευχθούν τα χει­ρότερα.

Κάπως έτσι, ο Χρόνος έμοιαζε να έχει πάρει το πάνω χέρι. Είχε καλύψει τις ζωές τους με ένα πέπλο γαλήνης, η οποία τολμούσαν να πιστέψουν πως δεν θα αποδεικνυόταν εφήμερη.

 

#28

Πελοπόννησος, Ελλάδα, 19 Ιανουαρίου 1997

Μικρή μου Σοφούλα,

Χάρηκα πολύ με το νέο σου γράμμα. Κάθε φορά που ο ταχυδρόμος μου χτυπά την πόρτα -και πλέον είναι λίγες τέτοιες στιγμές- γεμίζω με ένα αλλόκοτο αίσθημα ευφορίας. Από τα μικράτα μου ήμουν άνθρωπος της συνήθειας, της επανάληψης. Ήταν βλέπεις και η τέχνη μας τέτοια που την απαιτούσε. Το να εισ­βάλεις στον τεχνητό κόσμο ενός ρολογιού ώστε να μπορέσεις να διορθώσεις μία μικρή ή μεγάλη ατέλεια που έχει προκαλέσει την ανισορροπία, απαιτεί προσήλωση, προσοχή στη λεπτομέρεια, αλλά πάνω απ’ όλα αφοσίωση στην επανάληψη, στην ακριβή ακολουθία απολύτως συγκεκριμένων κινήσεων.

Κάπως έτσι έμαθα να είμαι και στη ζωή.

Οτιδήποτε ερχόταν να ταράξει τη γαλήνη της ισορροπίας μου, οτιδήποτε προξενούσε ρήγμα στο αδιαπέραστο τείχος των καθημερινών μου συνηθειών, μου προξενούσε πνευματικό και σω­ματικό πόνο -κι έτσι το απωθούσα.

Όμως, τα τελευταία χρόνια -θες η όλο και αυξανόμενη μοναξιά, θες το ότι δεν είμαι πια και κανένα παλικαράκι- έχω πιάσει τον εαυτό μου να αποζητά τέτοιες μικρές ταραχές που με ωθούν μακριά από τη μονοτονία. Έτσι ακριβώς λειτουργούν τα γράμματά σου.

Διαβάζοντας το τελευταίο, δεν σου κρύβω πως προβληματίστηκα μέχρι να καταλήξω στην απάντηση που μου ζητάς να σου δώσω.

Τι με ρωτάς αλήθεια βρε Σοφούλα; Δεν υπάρχει απάντηση σε αυτό που με ρωτάς. Ή μάλλον πιο σωστά, η απάντηση βρίσκεται βαθιά μέσα σου και μοναχά εσύ μπορείς να την ανακαλύψεις. Κανείς άλλος δεν μπορεί να σε βοηθήσει σε αυτό.

Πόσο μάλλον εγώ, που ο Θεός δεν με αξίωσε να δημιουργήσω δική μου οικογένεια.

Παρ’ όλα αυτά, αντιλαμβάνομαι απόλυτα τη δυσκολία της θέσης στην όποια έχεις βρεθεί. Μην πεις όμως πως δεν σε είχα προειδοποι­ήσει.

Ζήτησες να μάθεις την αλήθεια, τη δική σου αλήθεια. Και την έμαθες.

Η αλήθεια δεν έχει άλλο τρόπο για να λειτουργεί. Ούτε σου αφήνει περιθώρια. Έχει μια λάμψη εκτυφλωτική, πιο έντονη κι από το λαμπρότερο άστρο του ουρανού.

Μόλις εκτεθείς στο φως της, τίποτα δεν μπορεί να σε καλύψει από αυτήν. Όσο και να προσπαθή­σεις να της κρυφτείς, αυτή θα στέκει εκεί ψηλά, επίμονα, θυμίζοντάς σου διαρκώς την ύπαρξή της.

Θα τη βρεις την απάντηση Σοφούλα. Θυμήσου μόνο πως, αν όντως σκάψεις βαθιά μέσα σου, όποια κι αν είναι αυτή η απάντηση, δεν μπορεί παρά να είναι η σωστή.

Πίσω στην ιστορία μας τώρα.

Όπως σου έγραφα στο προηγούμενο γράμμα μου, ο Μάρκος, ο πατέρας σου, παρά τις αμφιβολίες και τον εσωτερικό διχασμό που τον έτρωγε για τόσο καιρό, έφυγε τελικά για το βουνό. Εγώ, τηρώντας την υπόσχεση που του είχα δώσει, σας επισκεπτόμουν συχνά και φρόντιζα, στο μέτρο του δυνατού, να μην σας λείψει τίποτα.

Ήταν δύσκολα τα χρόνια Σοφούλα και η επιλογή του πατέρα σου, όσο κι αν ακολουθούσε την συνεί­δηση του, τα έκανε ακόμα πιο δύσκολα για εσάς.

Στο χωριό είχατε γίνει δακτυλοδεικτούμενες. Η Βασιλική όμως, η μητέρα σου, ήταν φτιαγμένη από υλικά παρόμοια με αυτά του άντρα της. Δεν το έβαζε κάτω. Δεν μπορώ να θυμηθώ κάποια στιγμή που να την είχα δει να βαρυγκωμά ή να απογοη­τεύεται. Σίγουρα μέσα της βασανιζόταν -την ήξερα καλά- αλλά στήριζε την επιλογή του άντρα της και ήταν περήφανη γι' αυτόν.

Ήταν ξεχωριστό πλάσμα η Βασιλική, αυτόφωτο. Εξέπεμπε δύναμη και αισιοδοξία και τις μετέδιδε σε όποιον βρισκόταν δίπλα της.

Πέρασαν πέντε ολόκληροι μήνες μέχρι να μάθουμε νέα του Μάρκου. Έχοντας ήδη αρχίσει να ανησυχούμε, εκείνος τελικά κατάφερε κι έκανε αυτό που μου είχε πει πριν φύγει για το βουνό. Ένας κοινός φίλος που του είχαμε αμοιβαία εμπιστοσύνη, μου έφερε ένα ξημέρωμα στο ωρολο­γοποιείο ένα σημείωμα.

Ήταν γραμμένο σε μία γλώσσα ακατάληπτη. Μοναχά σε πρώτη ανάγνωση όμως. Γιατί όταν συ­γκεντρώθηκα στο περιεχόμενο των λίγων εκείνων γραμμών, τα μάτια μου βούρκωσαν στην στιγμή. Όλη η παιδική μας ηλικία πέρασε σαν φιλμ του κινηματογράφου μπροστά μου.

Ο Μάρκος ήξερε τι έκανε. Το σημείωμα ήταν γραμμένο στη μυστική γλώσσα που είχαμε φτιάξει ως παιδιά και η οποία αποτελούσε, εκτός από το μυστικό κώδικα επικοινωνίας μας και το μεγα­λύτερο καύχημά μας. Είχαμε δημιουργήσει κάτι απ' το μηδέν κι αυτό μας είχε χαρίσει ένα μονάκριβο αίσθημα περηφάνιας, το οποίο γινόταν ακόμα πιο πολύτιμο γιατί ήταν απόκτημα κοινό.

Ο Μάρκος ήταν καλά. Μας ζητούσε να τον συγχωρέσουμε για το διάστημα που δεν είχε καταφέρει να επικοινωνήσει, αλλά οι συνθήκες δεν του το είχαν επιτρέψει. Με ρωτούσε για εσένα Σοφούλα και με ξόρκιζε, εις διπλούν μάλιστα μέσα σε λίγες γραμμές, να σας προσέχω και να φροντίσω να μείνετε μακριά από όλο αυτό.

Στο μέτρο του εφικτού, αυτό το τελευταίο μπορώ να πω πως το πέτυχα. Βοήθησε πολύ βέβαια και το αξιο­σέβαστο όνομα που είχε φτιάξει ο πατέρας της Βασιλι­κής, το οποίο μαζί με αυτό της δικής μου οικογένειας, λειτούργησαν σαν ασπίδα προστασίας για τις δύο λατρεμένες υπάρξεις του Μάρκου.

Ή μάλλον τον Αητού -όπως υπέγραφε το ση­μείωμα, με το πληθωρικό νέο του προσωνύμιο. Κάπως έτσι, με σχετική ησυχία για τα δεδομένα της εποχής, πέρασε περίπου ένας χρόνος. Νέα από τον Αητό λάβαμε άλλες δύο φορές, χωρίς βέ­βαια να έχουν και καμία ιδιαίτερη μεταβολή από τα προηγούμενα. Παρέμενε αισιόδοξος για την τελική έκβαση του ιερού σκοπού για τον οποίο είχε αποφασίσει -έστω με δυσκολία- να ρίξει πίσω του πέτρα μαύρη.

Απορούσα με τα όσα μου έγραφε. Τους τελευταίους μήνες, όλα τα νέα που έφταναν στο χωριό συνηγορούσαν στο ότι το κακό που μας είχε βρει δεν θα αργούσε πολύ να τελειώσει. Ο Μάρκος θα βρισκόταν στην πλευρά των ηττημένων. Τόσο εγώ όσο κι η Βασιλική, τρέμαμε για το τι θα ακολουθούσε.

Δυστυχώς όμως Σοφούλα μου, δεν προλάβαμε να το ζήσουμε. Γιατί αυτό που ακολούθησε ήταν το τέλος.

Άγρια μεσάνυχτα ήταν θαρρώ, όταν πετάχτηκα από ύπνο βαθύ, ακούγοντας επαναλαμβανόμενα, αγω­νιώδη χτυπήματα στην πόρτα του ωρολογοποιείου. Κατέβηκα τρέχοντας από το σπίτι που βρισκόταν στον πάνω όροφο, κουβαλώντας ένα περίεργο προαίσθημα, να ανοίξω πριν προλάβει να ξυπνήσει ο πατέρας.

Όταν άνοιξα τη βαριά σιδερένια πόρτα, κατάλαβα πως είχα δίκιο. Στο κατώφλι στεκόταν ένας κά­θιδρος, λιπόσαρκος Μάρκος που με τη βοήθεια ενός κοντόχοντρου μυστακοφόρου αντάρτη, κρατούσε μια αιμόφυρτη κοπέλα, ντυμένη κι αυτή στο χακί.

Μετά την αρχική μου σαστιμάρα κι αφού ο Μάρκος επιστράτευσε όλη την, ξεχωριστή αλήθεια είναι, δυ­νατότητα πειθούς του, τους οδήγησα στο υπόγειο.

Εκεί, αφού περιποιηθήκαμε τα τραύματα της κοπέλας, πέρασαν το υπόλοιπο της νύχτας. Όμως, όσο κι αν προσπαθούσα να μην το δείχνω, ήμουν εξαρχής βέβαιος πως εκείνη η βραδιά δεν θα είχε καλό τέλος για κανέναν μας.

Οι τρεις αντάρτες παρέμειναν στο κρησφύγετό μας για τέσσερα μερόνυχτα. Ο πατέρας μου, σε πλήρη αντίθεση με όσα περίμενα, όχι μόνο υπέμενε στωικά την άκρως παράτολμη απόφασή μου να συνδ­ράμω τον παιδικό μου φίλο, αλλά έκανε και τα αδύνατα δυνατά για να αποφύγουμε τα χειρότερα.

Όσο σεβαστός και καπάτσος κι αν ήταν, από την συγκεκριμένη κακοτοπιά δεν του έμελλε να κατορθώσει να αποδράσει αλώβητος.

Το ξημέρωμα της πέμπτης μέρας, με ξύπνησε με μια κουβέντα ξερή και άδεια από συναίσθημα.

«Στέφανε σήκω. Ο στρατός έχει περικυκλώσει το σπίτι.»

Σαν τώρα θυμάμαι Σοφούλα να ανοίγω την κουρτί­να του δωματίου μου κι ένα παγερό αίσθημα να με κατακλύζει.

Λεπτομέρειες δεν χρειάζεται να μάθεις. Άλλωστε, καλά-καλά ούτε εγώ δεν τις ξέρω.

Αυτό έμελλε να είναι το τέλος του Αητού. Το τέλος του Μάρκου, του ακριβού παι­δικού μου φίλου.

Τον πατέρα μου τον φυλάκισαν με την κατη­γορία της περίθαλψης συμμοριτών. Όταν μετά από λίγους μήνες δόθηκε οριστικό τέλος σε αυτήν την παράνοια, τον άφησαν ελεύθερο.

Τα υπόλοιπα τα ξέρεις.

Βέβαια, θαρρώ πως πραγματική τελεία δεν μπήκε ποτέ σε εκείνη την εποχή.

Όλα όσα ζήσαμε, άφησαν πληγές βαθιές μέσα μας. Κι επειδή κάναμε την εύκολη επιλογή να προσπαθήσουμε να τις κουκουλώσουμε όπως-όπως, να τις κλειδώσουμε στο πιο βαθύ ντουλάπι και να πετάξουμε μακριά το κλειδί, αυτές κακοφόρμισαν και κατά καιρούς επιστρέφουν σαν υστερικά φαντάσ­ματα και μας παίρνουν στο κατόπι.

Αρκετά σε ζάλισα όμως με τις αμπελοφιλοσο­φίες μου, Σοφούλα. Ότι ζήτησες το έκανα.

Θα επιστρέψω τώρα κι εγώ στην αγκαλιά του γερο-Χρόνου και της φίλης του της Λήθης. Όσο κι αν χαιρόμουν όλο αυτό το διάστημα που τα λέγαμε, δεν σου κρύβω πως πια, κουράστηκα λιγάκι.

Απόκαμα.

Ελπίζω το γράμμα μου να βρίσκει εσένα και την οικογένεια σου καλά.

Με αγάπη,

Στέφανος Κ. Μαυρίδης

 

#29

Τα ψωμιά τους δεν ήταν ακόμα πολλά -αυτό το ήξερε καλά.

Το ένοιωθε βαθιά μέσα του, με κάθε σφυγμό, με κάθε αναπνοή.

Το μόνο που δεν ήξερε ήταν αν το τέλος τους θα ερχόταν από τους φασίστες ή αν οι σύντροφοι τους επεφύλασσαν κάτι ακόμα πιο δραστικό από τον οριστικό παραγκωνισμό στον οποίο τους είχαν καταδικάσει.

Μοναχά δύο είχαν μείνει δίπλα του, από τους δεκάδες. Τρεις είχαν πέσει νεκροί, οι υπόλοιποι είχαν φυλλορροήσει. Δεν τους κάκιωνε. Δεν είχαν κανένα λόγο να παίξουν τη ζωή τους κορώνα γράμματα για ένα μαύρο πρόβατο.

Ο Μπάμπης ήταν σκυλί πιστό. Όσο κι αν τον είχε παρακαλέσει να φύγει, αυτός εκεί, δεν κούναγε ρούπι. «Δίπλα σου μέχρι το τέλος Αητέ, όποιο κι αν είναι αυτό.»

Η Άννα ήταν άλλη ιστορία. Ήταν σίγουρος πως ήταν ερωτευμένη μαζί του. Είχε μια ομορφιά αλλόκοσμη, που σίγουρα δεν τον άφηνε ασυγκίνητο. Όμως, μέσα στον χαλασμό, δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε άλλο, παρά τη Βασιλική και τη Σοφούλα του.

Είχε πάρει απόφαση πως ο πιο ασφαλής τρόπος για να αποφύγουν τις παγίδες, ήταν να κινούνται σε μέρη που δεν θα μπορούσε να φανταστεί ο εχθρός. Έτσι, τον τελευταίο καιρό, λούφαζαν σε απρόσιτα μέρη στο βουνό πάνω απ’ το χωριό. Πίστευε πως, δύσκολα θα σκέφτονταν οι φασίστες ότι θα αποτολμούσαν τέτοια αποκοτιά.

Την ημέρα κρύβονταν συνήθως σε σπηλιές κι όταν έπεφτε το σκοτάδι, έβγαιναν προσπαθώντας να βρουν κανένα ζώο ή οτιδήποτε άλλο μπορούσε να κατευνάσει την πείνα τους ή έστω να τους κρατήσει όρθιους.

Είναι φορές που μέσα μας ξυπνά μία αίσθηση για πράγματα που δεν μπορεί να αντιληφθεί ο κοινός νους και η οποία σίγουρα δεν υπάρχει δυνατότητα να εξηγηθεί με τη λογική.

Κι ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται απλά για προβολή κάποιας βαθύτερης φοβίας που πιστεύουμε πως θα γίνει πραγματικότητα, είναι κάποιες άλλες που το αισθητήριο αυτό αποδεικνύεται αλάνθαστο και ακριβές σαν καλοκουρδισμένο ρολόι.

Το προαίσθημα του Αητού δεν άργησε να βγει αληθινό.

Ήταν μια νύχτα μαύρη. Το φεγγάρι μόλις που είχε αρχίσει να γεμίζει κι έχασκε σαν ανοιχτή πληγή από μαχαιριά στην ουράνια σάρκα.

Σκέφτηκε πως ήταν ευκαιρία να πάνε λίγο πιο μακριά, πιο κοντά στο χωριό, μπας και μπορέσουν να βουτήξουν από κάποιο σπίτι καμιά κότα. Είχαν μέρες να φάνε σαν άνθρωποι και ήξερε πως δεν θα άντεχαν για πολύ ακόμα.

Εκεί που κατέβαιναν το βουνό με κατεύθυνση προς ένα αγρόκτημα σχετικά απόμερο που είχε βάλει στόχο ο Αητός, μια κραυγή, θαρρείς από το πουθενά, έσπασε τη γαλήνη της νύχτας.

«Αλτ! Τις ει;»

«Αλτ!»

Είχαν πέσει σε περίπολο.

Το έβαλαν στα πόδια και αμέσως δεκάδες ριπές τους πήραν στο κατόπι.

Έτρεχε στα τυφλά τελευταίος, θέλοντας όσο μπορεί να προστατεύσει τους άλλους δύο, να μην τους πάρει στο λαιμό του.

Μετά από λίγο όμως, ένοιωσε κάτι να σωριάζεται εμπρός του. Ήταν η Άννα. Είχε χτυπηθεί.

Την πήρε αγκαλιά και συνέχισε να τρέχει. Στο πουθενά. Χωρίς ελπίδα καμιά.

Και τότε στο μυαλό του ήρθε ο Στέφανος.

Μα ναι σίγουρα, τον φίλο του μπορούσε να τον εμπιστευτεί.

Ήξερε πως ακόμα και στην πιο δύσκολη συγκυρία, εκείνος θα στεκόταν δίπλα του.

Ήξερε πως στο ωρολογοποιείο θα μπορούσε να βρει ασφαλές καταφύγιο.

Κι έτσι, πήραν κουτρουβαλώντας τον κατήφορο για το χωριό.

 

#30

Νιου Τζέρσι, ΗΠΑ, 12 Μαρτίου 1997

Αγαπημένε μου κύριε Στέφανε,

Θα ήθελα να ξεκινήσω αυτό το γράμμα, ευχα­ριστώντας σας μια ακόμα φορά θερμά για αυτή την σχέση που ξεκινήσαμε εδώ και περίπου ένα χρόνο.

Είναι μια σχέση που τη λογίζω πλέον ως πολύ­τιμη κι ελπίζω να σταθώ άξια να τη διατηρήσω για την υπόλοιπή μου ζωή.

Αλήθεια είναι πως πρόκειται για σχέση που γεννά για εμένα συνεχώς νέες προκλήσεις. Το τελευταίο σας γράμμα μπορεί να μην περιείχε την απάντηση που αναζητούσα, θα αποτελέσει όμως κάτι απροσδόκητα πολύτιμο -οδηγό ζωής για αποδράσεις από αδιέ­ξοδα.

Την ακολούθησα την συμβουλή σας, σοφέ μου κύριε Στέφανε. Έσκαψα βαθιά -προσπάθησα τουλά­χιστον.

Και για την ώρα δεν βρήκα τίποτα. Όχι ακριβώς βέβαια.

Αποφάσισα την αλήθεια της ζωής μου, που με τόση γενναιοδωρία μου χαρίσατε, να την κρατήσω φυλαχτό. Να μην τη μοιραστώ με κανέναν.

Δεν ξέρω για πόσο καιρό θα κρατήσει αυτή μου η από­φαση. Δεν ξέρω για πόσο θα αντέξω να κρατώ από την οικογένειά μου ένα τέτοιο μυστικό.

Αποφάσισα όμως, πως στην παρούσα φάση, το να τους αποκάλυπτα όλα αυτά, περισσότερο κακό παρά καλό θα προξενούσε και στους δύο άντρες της ζωής μου.

Θα συνεχίσω, λοιπόν, να ζω ως Σόφι Μάκενρο. Την Σοφία Αγγελάκου θα την κρατήσω για την ώρα κρυμμένη, θα την κουβαλώ όμως συνέχεια μέσα μου. Άλλωστε, είναι κομμάτι του εαυτού μου. Είναι ο ίδιος μου ο εαυτός.

Σας εσωκλείω στον φάκελο μια φωτογραφία του Μαρκ μου -θα ήθελα πολύ κάποια στιγμή να τον γνωρίσετε και αυτόν από κοντά.

Και το λέω έτσι, γιατί θεωρώ πως εμένα με γνωρίζετε καλά.

Πάντως, ένα από τα πράγματα που έχω σκεφτεί για το μέλλον, είναι να συμπερι­λάβω στους ταξιδιωτικούς μας προορισμούς την Ελλάδα. Η δουλειά του άντρα μου πηγαίνει καλά, oποτέ ένα τέτοιο ταξίδι δεν θα είναι για εμάς απαγορευτικό. Μπορεί μάλιστα, να αποδειχθεί και λυτρωτικό.

Σας χαιρετώ λοιπόν για την ώρα, με την ελπίδα πως σύντομα θα μπορέσω να σας σφιχταγκαλιάσω και να σας ευχαριστήσω από κοντά.

Με φιλικούς χαιρετισμούς,

Η Σοφούλα σας

____

Υπήρχαν κι άλλα γράμματα στο δέμα του γέρου. Ο Μαρκ Μάκενρο δεν άντεξε να τα ανοίξει εκείνο το βράδυ. Το τελευταίο γράμμα της μητέρας του, είχε απελευθερώσει τους καταρράκτες -των ματιών και της ψυχής του.

Ξέσπασε σε αναφιλητά.

Ποτέ στα τριανταέξι χρόνια της ζωής του δεν είχε κλάψει έτσι.

Ήταν λες και κάποιος άλλος είχε μπει μέσα του και είχε εξαφανίσει τον αληθινό Μαρκ από προσώπου γης.

Ή μήπως αυτός ο άλλος ήταν ο πραγματικός του εαυτός -αυτός που ως τότε, δεν είχε κατορθώσει να γνωρίσει ποτέ;

Το επόμενο πρωί ξύπνησε από τον ενοχλητικό και επίμονο ήχο του τηλεφώνου. Είχε κοιμηθεί με τα ρούχα, πάνω στον σωρό με τα ανοιγμένα γράμματα, τα ποτισμέ­να με τα δάκρυα της ψυχής του.

«Καλημέρα σας. Ο κύριος Μαρκ Μάκενρο;» τον ρώτησε με άθλια αγγλική προφορά μία άγνωστη θηλυκή φωνή στην άλλη άκρη του τηλεφώνου.

«Ο ίδιος. Ποιος είναι;»

«Είμαι νοσηλεύτρια στο γενικό περιφερειακό νοσοκομείο. Νωρίτερα σήμερα το πρωί, εισήχθη επει­γόντως ο κύριος Στέφανος Μακρίδης, με βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Από την στιγμή που ανέκτησε τις αισθήσεις του, αναφέρει συνεχώς το όνομά σας. Ζητά να σας δει.»

«Στέφανος; Ποιος Στέφανος; Δεν καταλαβαίνω τι μου λέτε», αποκρίθηκε ο Μαρκ, προσπαθώντας ακόμα να αντιληφθεί που βρίσκεται.

«Στέφανος Μακρίδης. Σας αναζητά επίμονα. Φοβάμαι πως στην κατάσταση που βρίσκεται, εάν δεν μπορέσετε να έρθετε να τον δείτε έστω και για λίγο, μπορεί να οδηγηθούμε στα χειρότερα».

Ο Μαρκ έκλεισε το τηλέφωνο και κατευθύνθηκε παραπατώντας στο νιπτήρα. Έριξε μπόλικο δροσερό νερό στο πρόσωπό του.

Αυτός ο παράξενος γέρος ωρολογοποιός ήταν πάλι.

Τι ήθελε επιτέλους από την ζωή του;

 

#31

Τον βρήκε στο δωμάτιο της εντατικής. Το ρυτιδιασμένο κορμί του έμοιαζε άψυχο.

Ζήτησε ευγενικά από τη νοσηλεύτρια να τους αφήσει μόνους. Λίγο νωρίτερα τον είχε ενημερώσει πως ο γέρος είχε διαφύγει τον κίνδυνο. Την ρώτησε αν υπήρχε κάποιος συγγενής του εκεί. Δεν είχε κανέναν. Στο νοσοκομείο τον είχε μεταφέρει ένας γείτονας με τον οποίο έπιναν συνήθως το πρωινό τους καφεδάκι.

Ο ωρολογοποιός είχε απομείνει μοναχός. Αν ο Μαρκ έβλεπε με τα μάτια της ψυχής, μπορεί και να διέκρινε τον φίλο του τον γερο-Χρόνο, να στέκει πιστός στο προ­σκέφαλό του.

Κάθισε στην άβολη καρέκλα δίπλα από το κρεβάτι και βυθισμένος στις σκέψεις του, παρατηρού­σε το σκαμμένο, αποκαμωμένο πρόσωπο του γέρου.

Άραγε, τι άλλα μυστικά μπορεί να του έκρυβε; Ποια ανάγκη αδήριτη τον έκανε εκείνες τις στιγμές, να ζητήσει τόσο επιτακτικά τη δική του παρουσία;

Ξαφνικά, μπροστά στα μάτια του εμφανίστηκε η Σόφι.

Η μητέρα.

Η Σόφι που την έλεγαν Σοφία. Η Σόφι που ήταν Ελληνίδα και που μεγάλωσε μακριά από τον τόπο της και τους δικούς της ανθρώπους.

Η Σόφι που του έκρυψε την αλήθεια. Που δεν βρή­κε τη δύναμη να του την αποκαλύψει ούτε καν στο τέλος της δικής της διαδρομής. Που τον καταδί­κασε να ζει μέσα στο ψέμα.

Η Σόφι που δεν πρόλαβε καν να την αποχαιρετήσει. Που έφυγε ξαφνικά και απροειδοποίητα μαζί με όλα της τα μυστικά. Που δεν στάθηκε άξιος να της πιάσει το χέρι στο κρεβάτι του πόνου, όπως έπιανε τώρα αυτό το ρυτιδιασμένο, γέρικο χέρι, ενός ανθρώπου που μέχρι πριν δυο μέρες δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του.

«Μάρκο. Μάρκο εσύ είσαι;» Ο γέρος είχε ανοίξει τα μάτια και του μιλούσε με μια φωνή ξέπνοη.

Του έκανε ένα καθησυχαστικό νεύμα και βγήκε για να βρει τη νοσοκόμα.

Της εξήγησε πως ο γέρος είχε ξυπνήσει και πως ο ίδιος δεν ήξερε ελληνικά για να κατα­λάβει τι ήθελε να του πει. Έπρεπε να τον βοη­θήσει. Για καλή του τύχη, είχε επαρκή γνώση της αγγλικής.

Με όχι ιδιαίτερη όρεξη, τον ακολούθησε στο δωμάτιο. Ο γέρος προσπαθούσε να ανασηκωθεί, ενόσω η νοσοκόμα του εξηγούσε τα νέα καθή­κοντα διερμηνείας που είχε αναλάβει.

Του ζήτησε συγγνώμη που τον ανησύχησε και τον ταλαιπωρεί. Δεν θα τον κούραζε πολύ.

Θα του έλεγε μοναχά μια τελευταία, ξεχασμένη ιστορία που μόλις του είχε διηγηθεί ο γερο-Χρόνος.

 

#32

«Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά από την πρώτη στιγμή που άνοιξα εδώ μέσα τα μάτια μου, νοιώθω σα να βλέπω για πρώτη φορά. Λες και όλα αυτά τα χρόνια να ήμουν τυφλός -κι αν όχι σε όλα, σίγουρα απέναντι στην αλήθεια.»

Ο γέρος είχε τώρα ανασηκωθεί στο κρεβάτι. Τόσο η φωνή όσο και το βλέμμα του, είχαν απο­κτήσει μία πρωτόφαντη διαύγεια.

«Δεν ξέρω παιδί μου πως μπόρεσα τόσα χρόνια να ζω μέσα στο ψέμα. Αλήθεια είναι πως δεν ένοιωθα έτσι, δεν είχα τέτοια αίσθηση. Όμως τώρα, τώρα μου αποκαλύφθηκαν όλα. Τώρα που βρέθηκα εδώ, ήρθε και με βρήκε ο φίλος μου ο γερο-Χρόνος και μου τα αποκάλυψε όλα.»

Ο Μαρκ είχε μείνει να τον κοιτάζει αποσβολω­μένος. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει.

«Δεν είναι δίκαιο να πω πως όλα όσα διά­βασες στα γράμματα που σου έδωσα, όλα όσα είχα γράψει στη μητέρα σου, ήταν ψέματα.

Όχι, δεν μπορώ να το πω αυτό.

Στη μητέρα σου έγραφα την αλήθεια -τη δική μου αλήθεια.

Σήμερα όμως, μου αποκαλύφθηκε πως αυτή η αλήθεια δεν ήταν τίποτε άλλο από μια φενάκη, από ένα παραπέτασμα καπνού που έκρυβε τι πραγ­ματικά συνέβη στις ζωές μας.

Το μυαλό του ανθρώπου παίζει περίεργα παιχνίδια παιδί μου -το ήξερα αυτό. Ποτέ μου όμως δεν μπορούσα να φανταστώ κάτι τέτοιο.

Πρέπει να μάθεις λοιπόν κι εσύ επιτέλους την αλήθεια.

Είναι άσχημη, κακάσχημη η αλήθεια παιδί μου. Αλλά πρέπει να τη μάθεις, προτού να είναι αργά.»

Ο γέρος παραληρούσε. Ο Μαρκ ρώτησε τη νοσηλεύτρια, που φαινόταν ήδη κουρασμένη, αν είχε πυρετό κι αν όλα αυτά που έλεγε ήταν απόρροια της κατάστασης του.

Δεν του άφησε πολλά περιθώρια. Ο γέρος ήταν σε πλήρη διαύγεια, το εγκεφαλικό που είχε υποστεί δεν ήταν τελικά τόσο βαρύ και σε καμία περίπτω­ση δε δικαιολογούσε πνευματική σύγχυση.

«Μαρκ παιδί μου πρέπει να με ακούσεις». Του έπιασε το χέρι σφιχτά και τον κοίταξε με εκείνο το καθάριο βλέμμα βαθιά μέσα στα μάτια.

«Για τον θάνατο του Μάρκου και της Βασιλικής ευθύνομαι εγώ και μόνο εγώ.

Το τέταρτο βράδυ που είχα φυγαδεύσει τον Μάρκο και τους συντρόφους του στο υπόγειο, ήρθε και με βρήκε η Βασιλική.

Το δρύινο, επιδαπέδιο ρολόι του πατέρα έδειχνε μία και μισή το ξημέρωμα. Θεέ μου, πόσο καθαρά τα βλέπω όλα τώρα -σα να έγιναν χθες.

Άνοιξα τρέμοντας σχεδόν την πόρτα του ωρολογοποιείου και την είδα μπροστά μου.

Ήταν αλαφιασμένη, κάτασπρη σαν φάντασμα. Μπήκε μέσα σπρώχνοντας με ελαφρά κι άρχισε να φωνάζει.

“Η μικρή με έχει τρελάνει. Δεν αντέχω άλλο, έχω ξεπεράσει τα όρια μου.

Μου είπαν πως ο Μάρκος έχει κατέβει και κρύβεται κάπου στο χωριό. Εσύ δεν μπορεί, θα ξέρεις.

Ξέρεις που είναι ο άντρας μου και δεν μου έχεις πει!”

Είχα απομείνει να την κοιτάζω.

Αποσβολωμένος.

Δεν ήξερα τι να της πω.

“Με ακούς τι σου λέω; Σταμάτα να παριστάνεις σε εμένα τον ήρεμο και τον καλό. Δεν σε παίρνει σε εμένα, με ακούς!

Η κόρη σου δεν αντέχει άλλο. Θέλει να δει τον πατέρα της.

Αυτόν που εγώ κι εσύ της πουλήσαμε ως πατέρα της τέλος πάντων.”

Τινάχτηκα από την καρέκλα προσπαθώ­ντας να την κάνω να σωπάσει. Είχε ξεσπάσει σε αναφιλητά. Τα χέρια της με χτυπούσαν με όση δύναμη της είχε απομείνει.

Ξαφνικά, μέσα σε όλο τον χαμό, ακούστηκε ένας δυνατός κρότος από το διπλανό δωμάτιο.

Η κουρτίνα παραμέρισε και μπροστά μας εμφανίστηκε ένα αγρίμι σε αλλόφρονα κατάσταση.

Ήταν ο Μάρκος.

Είχε ακούσει τα πάντα.

Είχε ήδη βγάλει το περίστροφό και με σημάδευε.

Όταν πάτησε την σκανδάλη, η Βασιλική είχε ήδη πεταχτεί ανάμεσά μας φωνάζοντας ένα απεγνωσμένο “όχι αγάπη μου”.

Μια στιγμή μετά, καυτό αίμα ανάβλυζε από το στόμα της.

Ξεψύχησε στα χέρια μου.

Ο Μάρκος έστρεψε το όπλο στον κρόταφό του.

Χίμηξα και του το άρπαξα απ’ τα χέρια. Παλέψαμε σαν τα θηρία για κάμποση ώρα.

Το όπλο εκπυρσοκρότησε άλλη μία φορά.»

 

#33

Οι ασβεστόλιθοι στο παλιό Σανατόριο κόχλαζαν κάτω από τον καυτό ήλιο.

Δύσκολα έπαιρνες ανάσα. Παρά το μεγάλο υψόμετρο, ένοιωθες λες και βρισκόσουν σε μία καταπράσινη σαχάρα.

Ήταν τόσο παράξενος αυτός ο τόπος.

Ο Μαρκ Μάκενρο στεκόταν γονατισμένος πάνω από το σημείο που του είχε υποδείξει ο γέρος ωρολογοποιός.

Δεν είχε δυσκολευτεί να το εντοπίσει. Η περιγραφή που του είχε δώσει ήταν τόσο γλαφυρή, λες και είχε επισκεφτεί το σημείο την προηγούμενη ημέρα.

Εκεί, κάτω από το καυτό χώμα, κείτονταν ο Μάρκος κι η Βασιλική.

Παραδίπλα, βρισκόταν όρθιος κι ευθυτενής ένας υπερήλικας.

Ο Μαρκ, αφού άφησε το νοσοκομείο, έκανε ένα τηλέφωνο σε ένα φίλο του γιατρό στην Αγγλία. Εκείνος του είπε πως η εξήγηση για την περίπτωση του γέρου, βρισκόταν πιθανότατα σε μία πολύ σπάνια εκδήλωση διαταραχής τραύματος και μετατραυματικού στρες, όπου το υποκείμενο διαγράφει οριστικά από τη μνήμη του ένα βαριά τραυματικό γεγονός και συνεχίζει να πορεύεται λες και δεν το έζησε ποτέ.

Λίγο τον ενδιέφεραν όλα αυτά πλέον.

Δεν τον ένοιαζε τι ήταν αλήθεια και τι ψέμα.

Ποιος ξέρει, ίσως τελικά αυτό να μην μπορούμε να το γνωρίζουμε ποτέ –τουλάχιστον αμετάκλητα.

Τον ένοιαζε μοναχά αυτό που ένοιωθε ο ίδιος ως αλήθεια.

Σε αυτόν τον τόπο είχε έρθει μόνος, βαθιά μόνος, και τώρα είχε βρεθεί με μια νέα οικογένεια.

Ένα γλυκό αίσθημα ζεστασιάς ένοιωσε να τον κατακλύζει.

Ένα δάκρυ κύλησε στο δεξί του μάγουλο.

Ο Ηλίας δίπλα του, έγειρε, γονάτισε με δυσκολία και τον αγκάλιασε.

Οι τρεις σωματοφύλακες είχαν ενωθεί ξανά –και για πάντα.

Ήταν τόσο παράξενος αυτός ο τόπος.

Καταραμένος και καθαγιασμένος την ίδια στιγμή.

Τόσο αίμα και τόση αγάπη.

Τόσο ψέμα και τόση αλήθεια.

Μαζί.

Ο Μαρκ Μάκενρο θα τον αγαπούσε αυτόν τον τόπο. Και θα τον κουβαλούσε μέσα του για πάντα.

Βυθισμένος στις σκέψεις του, δεν μπόρεσε να ακούσει το περήφανο πλατάγιασμα των φτερών του βασιλαετού που είχε ήδη πάρει κατεύθυνση προς το αγαπημένο του ελατοδάσος.
_

ΤΕΛΟΣ

Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr

Culture