Back to Top
#TAGS Αιγιάλεια Δελτίο Ειδήσεων Κορωνοϊός Πανελλήνιες Εξετάσεις 2020 Αγιά Σοφιά ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Εξάπλωση κορωνοϊού Χάρτης

ΑΠΟΨΕΙΣ

/

Πρώτη του Αυγούστου

Πρώτη του Αυγούστου
Σπύρος Μαραγκός

Του Σπύρου Μαραγκού

Σαν μπαλάκι του πινγκ – πονγκ. Πότε στη μια και πότε στην άλλη μεριά. Έτσι έπαιζαν μέσα της. Η χαρά και η θλίψη. Η λάμψη και η σκιά. Το λογικό με το παράλογο.

Καταλάβαινες τις εναλλαγές από την κίνηση του σώματος και τις εκφράσεις στο πρόσωπο της. Δεν την ενδιέφερε να τα καλύψει, όλα ανοιχτά και σε κοινή θέα. Μάζευε και άπλωνε τα συναισθήματα σαν τη νοικοκυρά που απλώνει τα ρούχα στα σχοινιά της ταράτσας και σπρώχνει με τα πόδια της τη λεκάνη. Μυρωδάτα ασπρόρουχα, στεγνά και αφυδατωμένα σκούρα, νοτισμένα εμπριμέ.

Θεέ μου, αν υπάρχεις τελικά, εύχομαι να είσαι γένους θηλυκού. Και αν δεν έχεις όμορφα μάτια να είναι τουλάχιστον κοφτερά και εκφραστικά και να κλείνουν τις στιγμές που θα γελάς. Και σαν γνήσιο θηλυκό να συναισθανθείς την οδύνη που θα με κατακλύζει όταν θα εγκαταλείπω τον υπέροχο τούτο κόσμο για να βρεθώ στους δικούς σου τόπους. Και τις άυπνες βραδιές που θα ακολουθήσουν να με περιμαζεύεις στην αγκαλιά σου, να μ’ ακουμπάς στα στήθη σου και να μου σιγοτραγουδάς, όχι απαραίτητα χαρούμενα τραγούδια, και ας μη διαθέτει η φωνή σου τη χροιά και το μέταλλο της δικής της φωνής.

Νύχτα καλοκαιριού, ήσυχη στην αρχή και φασαριόζα στην πορεία της. Άφεγγη. Γεμάτες με αστέρια οι κερκίδες του ουρανού, θεατές και ακροατές του μουσικού συναπαντήματος. Οι ανάσες του μπάτη ξετρύπωναν μέσα απ’ τα φύλλα των δέντρων, χόρευαν τα πολύχρωμα λαμπιόνια και σιγόνταραν τις μελωδίες. Δεν ήταν δυνατό της σημείο οι δεύτερες το καταλάβαινες, αλλά ποιος είναι αυτός που θα δώσει σημασία σε λεπτομέρειες τέτοια βραδιά.

Αεικίνητη, πείραζε τους πάντες, βασάνιζε με τα δάχτυλα τις άκρες των μαλλιών της με κίνδυνο να σπάσουν οι τρίχες και να κάνει ψαλίδα. Σπιρτόζα, γέλιο τρεχούμενο νερό και λαρύγγι να σου σαλεύει το μυαλό.

«Απόψε σ’ αγαπώ πολύ, θέλω αγκαλιά θέλω φιλί, ο σεβντάς μου έχει απόψε ξεσπαθώσει τέτοια νύχτα θέλω να μη ξημερώσει …..»

Στο τέλος του τραγουδιού παρατάει το μικρόφωνο και τρέχει στον μπάρμαν να της βάλει ποτό. Αποκλείεται να μην πρόσεξε το ξεχειλισμένο ποτήρι δίπλα της, γούσταρε όμως να μεθύσει από δυο ποτήρια.

Όλη την ώρα τρωγόταν με τα ρούχα της, ανεβοκατέβαζε το σκιστό φόρεμα και άφηνε εκτεθειμένους στα μάτια μας τους κατάλευκους γλουτούς της. Έπιανε τσιγάρο απ΄ το πακέτο, το ρουφούσε άπληστα μέσα στα κατακόκκινα χείλη της, το πετούσε στο σταχτοδοχείο πριν καν το τελειώσει και άναβε καινούριο.

Καθόταν στο χείλος της καρέκλας, σχεδόν όριο και λίκνιζε το κορμί της στα ντέρτια του Τσιτσάνη, του Χιώτη και του Μάρκου.

Κάποια στιγμή ζοχάδιασε με τον μπουζουξή που έπαιξε ψηλά και την ανάγκασε να ζορίσει τη φωνή της. Τον αγριοκοίταξε, κάτι του είπε, ευτυχώς δηλαδή που δεν του πέταξε τίποτα. Καταλάβαινες ότι πλησιάζει καταιγίδα. Λίγο πιο κάτω όμως, στο παραπονιάρικο ταξίμι του, τα σύννεφα διαλύθηκαν και το ηλιόλουστο βλέμμα της τον αγκάλιασε τρυφερά.

Κάπνιζε, ρούφαγε, χόρευε, θύμωνε, γελούσε. Κάψωνε και ανατρίχιαζε. Τα γυρίσματα και οι λυγμοί στη φωνή της, σπονδές και ξόρκια του έρωτα.

Ένα κορίτσι που κλείνει μέσα του τη σαγήνη, τις οδύνες και τους πόθους προαιώνιων γυναικών.

Περσεφόνη, Σαλώμη, Οφηλία, Παναγιά!

Σε κάθε της τραγούδι ξεκλείδωνα και από μια μου αίσθηση. Με τα γυαλιά μυωπίας στα μάτια την κοιτούσα αποχαυνωμένος. Όταν ήθελα να ξεμοναχιάσω τη φωνή της, ακουμπούσα στο τραπέζι τα γυαλιά, έκλεινα τα μάτια και έστηνα παγίδες με τα αυτιά μου. Βάλε– βγάλε τα γυαλιά, στο τέλος κατάντησα γραφικός. Μόνο η γεύση με πρόδωσε που όλο το βράδυ νταραβεριζόταν με τους ξηρούς καρπούς και το καρπούζι.

Η ψυχή μου άυπνη, κάλπαζε μες στη θορυβώδη νύχτα. Στριφογύριζε, ζεσταινόταν, έκαιγε, κατακλυζόταν από πυρετικούς σπασμούς. Ξημέρωνε Αύγουστος, ένας μασκοφορεμένος Αύγουστος και που να δροσιστώ;

* Τα κείμενα που φιλοξενούνται στη στήλη «Απόψεις» του thebest.gr απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων και όχι του portal.

Απόψεις