Back to Top
#TAGS Αιγιάλεια Δελτίο Ειδήσεων Κορωνοϊός Πανελλήνιες Εξετάσεις 2020 I Can't Breathe ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Εξάπλωση κορωνοϊού Χάρτης

ΒΙΒΛΙΟ

/

Με το βλέμμα στο ’21

Με το βλέμμα στο ’21

Όταν η Ελλάδα έχασε τον Κανάρη/ Του Κυριάκου Σκιαθά

…Τις πρώτες πρωινές ώρες της Παρασκευής 2 Σεπτεμβρίου 1877 συνάντησε ο ένδοξος μπουρλοτιέρης τον Χάροντα στα μαρμαρένια αλώνια και έπιασαν κουβέντα. Η δεξιά πλευρά του κορμιού του παράλυσε. Το δεξί χέρι, που κρατούσε το δαυλό και έβαζε φωτιά στα τούρκικα ντελίνια, δεν τον υπάκουγε πια. Ο θαλασσινός ήρωας είχε πάθει ημιπληγία. Μέχρι τις 9 το πρωί που έφτασε στο φτωχόσπιτο της Κυψέλης ο γραμματικός του Γεωργαντάς, δεν είχε πάρει κανείς χαμπάρι την «αναχώρηση» του ήρωα. Μπήκε η κυρά–Δέσποινα στην κρεβατοκάμαρα για να του αναγγείλει ότι τον ζητούσαν και τον βρήκε ξαπλωμένο μπρούμυτα στο κρεβάτι του και ακίνητο…

…Έφτασαν οι γιατροί και έκαναν συμβούλιο. Πέρασε η ημέρα και στις 8 το βράδυ, έγινε και πάλι ιατρικό συμβούλιο. Η απόφαση θανατερή, δεν υπήρχε σωτηρία, το λάδι του Κωνσταντίνου Κανάρη σώθηκε! Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, όταν το ρολόι έδειχνε δώδεκα παρά τέταρτο, ο ήρωας ξεψύχησε. Ο νικητής του Καρά Αλή ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι. Άφησε την τελευταία του πνοή μέσα στην αγκαλιά της αγαπημένης του Δέσποινας. Η καπετάνισσα γέμισε με τα κλάματα της το νεκρικό δωμάτιο: δεν μπορούσε να πιστέψει πως έχασε τον μοναδικό έρωτα της ζωής της, τον Κωνσταντή της…

…Την άλλη μέρα το πρωί, πριν ακόμα στεγνώσουν τα δάκρυα των δικών του και της Δέσπως του, η σωρός του μεταφέρθηκε στο Υπουργείο Ναυτικών, στη μεγάλη αίθουσα που βρισκόταν στο δεύτερο πάτωμα. Το λείψανό του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα και η κυβέρνηση διέταξε εθνικό πένθος. Πριν επιτραπεί στον κόσμο να προσκυνήσει, ο γιατρός Γεράσιμος Ζωχιός άνοιξε μια τελευταία πληγή στο γέρικο στήθος του ήρωα και έβγαλε την καρδιά του. Αυτή η λιονταρίσια καρδιά, ιερό σύμβολο του έθνους, αρχικά φυλάχτηκε σε γυάλα για να τη βλέπει ο κόσμος και αργότερα τοποθετήθηκε σε μπρούντζινο λήκυθο, η οποία από το Νοέμβριο του 1929 βρισκόταν στο γραφείο του υπουργού των Ναυτικών. Το 1933 αποφασίστηκε η μεταφορά της στον Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών, όπου και εκτίθεται σήμερα…

 …Στα δημόσια κτίρια κυμάτιζαν μαύρες σημαίες και κάθε μία ώρα έπεφτε μια κανονιά. Μιάμιση ημέρα ο λαός της Αθήνας και του Πειραιά προσκυνούσε το μεγάλο νεκρό. Το τιμημένο λείψανό του ήταν τοποθετημένο σε μαύρο φέρετρο με δυο χρυσές άγκυρες στις πλευρές του. Η κηδεία αποφασίστηκε να γίνει το απομεσήμερο της Κυριακής 4 Σεπτεμβρίου 1877 στη Μητρόπολη. Η Εφημερίς στις 5 Σεπτεμβρίου έγραφε: «Δεν υπήρχε θέσις καθ’ όλην την πλατεία του Αγίου Γεωργίου εξ ης οδός εκβάλλει εις το Υπουργείον των ναυτικών, δεν υπήρχε θέσις καθ’ όλην την οδόν από του υπουργείου μέχρι της του Σταδίου, καθ’ όλον δε το τμήμα της οδού ταύτης εκείθεν μέχρι ικανής αποστάσεως το πλήθος ην συμπεπυκνωμένον, ως και επί των εξωστών των διαφόρων πέριξ οίκων και των υπουργείων των οικονομικών και εξωτερικών και επί των παραθύρων όλων».

    Έφτασαν όλοι εκεί. Ο βασιλιάς, οι υπουργοί, οι βουλευτές, οι ναύαρχοι, οι στρατηγοί, οι πρεσβευτές, ακόμη και ο τούρκος πρέσβης. Σίγουρα, βλέποντας από ψηλά ο ήρωας δεν θα πίστευε στα μάτια του. Ο μούτσος του Μπουρέκα κάποτε… πρώτος τώρα σ’ αυτή την παράτα. Στις 3:00 μ.μ. ώρα αξιωματικοί του ναυτικού σήκωσαν στους ώμους τους το σκεπασμένο με τη γαλανόλευκη φέρετρο και η πένθιμη πομπή ξεκίνησε για τη Μητρόπολη που θα γινόταν το ξόδι. Μπροστάρηδες οι παπάδες, έπειτα οι αξιωματικοί που μετέφεραν τα παράσημά του, καρφιτσωμένα πάνω σε μαξιλάρια. Πιο πίσω το νεκροσέντουκο και ολόγυρά του υπουργοί. Έπειτα έρχονταν, ο Βασιλιάς και οι γιοι του Κανάρη, που του είχαν απομείνει ζωντανοί Νικόλαος, Θρασύβουλος και Μιλτιάδης…

 …Στην Μητρόπολη, όταν «έφτασε» ο μεγάλος νεκρός τον περίμεναν η κυρά Δέσποινα και η βασίλισσα Όλγα. Μετά το τέλος της νεκρώσιμης ακολουθίας στη Μητρόπολη, η πομπή ξεκίνησε για το καινούργιο σπίτι του ήρωα στο νεκροταφείο. Ανέβηκε στην πλατεία Συντάγματος και έστριψε στην οδό Φιλελλήνων. Ο βασιλιάς αποσύρθηκε στο παλάτι· αυτή η ημέρα ανήκε στον Κανάρη.

   Πριν η πομπή βγει στη λεωφόρο Αμαλίας, η Ελλάδα του Εικοσιένα βγήκε από κάποιο εξώστη να χαιρετίσει τον καπετάν Κωνσταντή. Ήταν ένα γεροντάκι, ο παλιός συμπολεμιστής, ο σύντροφος στα πυρπολικά και φίλος του ήρωα, ο ξακουστός Νικόδημος. Από καιρό ο ψαριανός πυρπολητής, υποναύαρχος πλέον, άρρωστος και ανήμπορος δεν έβγαινε από το σπίτι του, που βρισκόταν σ’ ένα δρομάκι που σήμερα έχει και το όνομά του. Όταν έμαθε το μαντάτο πως χάθηκε ο Κανάρης θέλησε να αποχαιρετίσει το συναγωνιστή του.

Κωνσταντίνος Νικόδημος (1795/96 -1879).  Πυρπολητής και απομνημονευματογράφος του ναυτικού Αγώνα του 1821. Ελαιογραφία (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Κωνσταντίνος Νικόδημος (1795/96 -1879). Πυρπολητής και απομνημονευματογράφος του ναυτικού Αγώνα του 1821. Ελαιογραφία (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Η σκηνή που εκτυλίχτηκε, βγαλμένη από τα έπη του Ομήρου, έγινε δακρυσμένο στεφάνι στο ξόδι του ήρωα. Οι εφημερίδες της εποχής διέσωσαν αυτή τη συγκινητική στιγμή: «Καθ’ ην στιγμήν η νεκρική πομπή διήρχετο την οδόν Φιλελλήνων, ο οικουρών γηραιός υποναύαρχος Νικόδημος εξήλθε κάτω ασθενής εις τον εξώστην της οικίας του, κειμένης εις το βάθος παρόδου αποληγούσης εις την οδόν Φιλελλήνων και απεχαιρέτησε δια του βλέμματός του τον ένδοξον συναγωνιστή του Κανάρην». Βούρκωσαν τα μάτια του γέροντα ναυμάχου και κουνώντας δύο φορές το σηκωμένο χέρι του είπε με σπασμένη φωνή:

- Πας κι εσύ Κωνσταντή…

   Η νεκρική πομπή συνέχισε για το Α΄ Νεκροταφείο. Ο ήλιος νωχελικά άφηνε τη θέση του στο φεγγάρι, όταν αυτή σταμάτησε μπροστά στο εκκλησάκι του Αγίου Λαζάρου, στα αριστερά του νεκροταφείου. Εκεί, που πριν δεκατέσσερα χρόνια (1863) η οικογένεια Κανάρη είχε θάψει τον αδικοσκοτωμένο Αριστείδη της. Δίπλα στον ανοιγμένο λάκκο που έχασκε ακούμπησαν το φέρετρο και πάνω του τοποθετήθηκαν στοίβα τα στεφάνια των σημαντικών. Ο μεγάλος νεκρός κατέβηκε στην τελευταία κατοικία του και το χώμα ψιλοκοσκινίστηκε κτυπώντας υπόκωφα πάνω στο καπάκι του φέρετρου. Η φωνή του επικεφαλής αξιωματικού έσπασε την ηρεμάδα της στιγμής, Πυρ! και τρεις τιμητικές μπαταριές και δεκαπέντε κανονιές σήκωσαν στον ουρανό τα πετούμενα της Αθήνας, για να φτάσουν στον Νικόδημο τη χωματένια κατάληξη του αγαπημένου του φίλου.[Ο Κωνσταντίνος Νικόδημος πέθανε ενάμιση χρόνο αργότερα, στις 3 Απριλίου 1879]

 * Αποσπάσματα από το νέο βιβλίο του Κυριάκου Δ. Σκιαθᾶ, τα ερωτικά του ’21, Γ’ τόμος, με πρόλογο του έγκριτου ιστορικού Θάνου Βερέμη, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διαπολιτισμός.

Culture