Back to Top
#TAGS Κορωνοϊός Επίδομα 800 ευρώ Πατρών-Πύργου Έβρος
Εξάπλωση κορωνοϊού Χάρτης

ΜΟΥΣΙΚΗ

/

Γιάννης Παναγιωτόπουλος: O λυράρης της Πάτρας που φτιάχνει λύρες και ταξιδεύουν ως το εξωτερικό

Γιάννης Παναγιωτόπουλος: O λυράρης της Πάτρας που φτιάχνει λύρες και ταξιδεύουν ως το εξωτερικό
Μακρυγένη Ελευθερία

Μιλά στο thebest.gr

Μια κρίση και δη οικονομική ξεβολεύει, γιατί ανατρέπει. Την ίδια ώρα όμως δημιουργεί και ευκαιρίες και  τις προϋποθέσεις για έναν νέο δρόμο, για μια νέα «οπτική». Αρκεί να συνεργαστείς και να εργαστείς στις νέες συνθήκες. Κάπως έτσι ο μουσικός (λυράρης και όχι μόνο) Γιάννης Παναγιωτόπουλος είχε την ευκαιρία το 2013 να δημιουργήσει και να ηχήσει στις 30 Ιουνίου, η πρώτη, κατασκευασμένη από τον ίδιο, πολίτικη λύρα του. Ως  μουσικός και ως κατασκευαστής λύρας, η μία ιδιότητα τροφοδοτεί την άλλη και όταν θέλει να «βγάλει» έναν συγκεκριμένο ήχο , αρχίζει να πειραματίζεται και στην κατασκευή.

Μιλώντας στο thebest.gr αποκαλύπτει μερικά από τα μυστικά για τις λύρες του, για το πώς προέκυψε η μουσική στη ζωή του και μοιράζεται μαζί μας τη φιλοσοφία ζωής του, προτρέποντάς μας «να γίνουμε το φως του εαυτού μας».

 

Η παράδοση όπως μας εξηγεί, ήθελε τους περισσότερους λυράρηδες να κατασκευάζουν μόνοι τους τις λύρες.  «Είμαι αυτοδίδακτος. Μοχλός για μένα ήταν αυτή η παράδοση σαφώς, γιατί είναι γοητευτικό να φτιάχνεις εσύ το μουσικό όργανο που θα παίξεις, αλλά ως ώριμος μουσικός πλέον, μετρούσα ήδη 13 χρόνια λυράρης, κυρίως στην  πολίτικη λύρα, ήθελα να κάνω κι άλλα πράγματα.  Επιπλέον , ήρθε η οικονομική κρίση. Τότε συνεργαζόμουν με τα Μουσικά Σχολεία της Πάτρας. Αυτό σταματά τότε. Κλείνει εκείνο ο κύκλος  . Και μου προκύπτει ελεύθερος χρόνος. Δεν είχα μάθει να κάθομαι τα πρωινά. Δεν μου προκύπτει όμως χρήμα. Οπότε με τα τελευταία χρήματα που είχα αγοράζω μια αμερικάνικη καρυδιά. Ρωτάω από εδώ, ρωτάω από εκεί, μπαίνω σε φόρουμ στο διαδίκτυο κλπ . Με τα υπόλοιπα χρήματα παίρνω και τα πρώτα μου εργαλεία. Κάποιοι με βοήθησαν και με βοηθούν ακόμα, (μηχανικοί, αρχιτέκτονες)  στην τελειοποίηση των καλουπιών. Ήμουν πολύ ικανοποιημένος από τα αποτέλεσμα της πρώτης λύρας και αυτό μου έδωσε ώθηση».

Σήμερα δεν κρατά τις λύρες για τον εαυτό του. Τις πουλά και έχουν φτάσει αρκετές σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας και αρκετές χώρες του εξωτερικού.

Ωστόσο όταν ξεκίνησε να τις κατασκευάζει δεν είχε καθόλου στο μυαλό του την πώληση. Είναι άλλωστε κάτι «που δεν το΄χει» όπως λέει. Θυμάται όμως πόσο τον είχε συνεπάρει η δημιουργική αυτή διαδικασία στην αρχή της. «Ήταν μια υπερβατική περίοδος για μένα. Έτρωγα ένα πιάτο φαγητό  την ημέρα και όλη την υπόλοιπη σχεδόν ημέρα δούλευα.  Ντυνόμουν καθηγητής μουσικής στο Ωδείο και όταν επέστρεφα το βράδυ, ξανάπεφτα με τα μούτρα στις λύρες. Και το πρωί πάλι το ίδιο. Μέσα σε όλο αυτό είχα ξεχάσει τι σημαίνει πουλάω. Αλλά δεν είχα μπλεχτεί και ποτέ με αυτό. Δεν το έχω. Προέκυψε στην πορεία η πώληση. Και ευτυχώς με έναν καλό τρόπο. Επειδή είμαι και δάσκαλος μουσικής μπορώ και δίνω στους μαθητές μου. Έχω δώσει λύρες σε μουσικούς στην Αμερική, στη Γαλλία, την Ιταλία , θα δώσω μια στη Σαρδηνία. Με τιμά αυτό και μ΄αρέσει που προέκυψε αβίαστα. Άλλωστε πιστεύω πως όταν κυνηγάς κάτι με έναν τρόπο, σαν να θες αποτέλεσμα, δεν πρόκειται να το βρεις. Ενώ όταν δεν το περιμένεις και δίνεις σε αυτό γιατί το αγαπάς, θα έρθει το αποτέλεσμα που θες».

Σε αυτή τη διαδρομή ο ίδιος πειραματίζεται για να βγάλει τον ήχο που θέλει και έχει ήδη περάσει στην κατασκευή μπάσο λύρας, η οποία είναι μεγαλύτερη  στο μέγεθος και παίζει μια οκτάβα κάτω από τις κανονικές. «Η τρίτη μου  λύρα ήταν μια μπάσο λύρα και δεν έχει ξαναφτιαχτεί. Ως  μουσικός ήθελα να φτιάξω μια τέτοια,  γιατί εκείνη την  εποχή είχα φτιάξει ένα σχήμα το Οκτώηχο και παίζαμε βυζαντινά κρατήματα. Ήθελα το ίσο να το κρατάει η τσελόλυρα». Σε άλλη περίπτωση έχει φτιάξει λύρα με συμπαθητικές χορδές, γιατί ως μουσικός χρειαζόταν διάφορα μοντέλα.  «Ένα πράγμα που δεν είχα ήταν μια πολίτικη με συμπαθητικές, όπως ο Ross Daly  και άλλοι. Μετά ήθελα μια τετράχορδη τσελόλυρα για να παίξω πιο μπαρόκ. Κάποτε είχα ακούσει μια ρήση που με είχε παραξενέψει. Δώσε από αυτό που δεν έχεις. Όμως τελικώς έχεις. Στην ουσία μπορείς να γίνεις φως του εαυτού σου. Αυτό που σου λείπει δηλαδή να το δημιουργήσεις. Εκείνο τον καιρό, λόγω της κρίσης, δεν υπήρχε περίπτωση να αγοράσω όλες αυτές τις λύρες. Θα έπρεπε να έχω να δώσω πολλές χιλιάδες ευρώ για όλα τα μοντέλα που ήθελα. Ουσιαστικά έγινα αυτό που χρειαζόμουν. Το φως δε, όταν δημιουργείται από εσένα, μπορείς με αυτό να φωτίσεις κι άλλους. Μετά ταξιδεύει. Μπήκαν οι λύρες αυτές σε σχήματά μου, σε ηχογραφήσεις ».

Στην κατασκευή χρησιμοποιεί ποικιλία ξύλων. Επιλέγει τη μουριά, που θεωρείται πολύ δυνατή στην οργανοποιία, την καρυδιά, είτε ελληνική είτε αμερικάνικη, το σφενδάμι, την κερασιά  , για το «σκάφος» της λύρας. Για το καπάκι της λύρας  συνήθως το κυπαρίσσι για τις πολίτικες και ο κέδρος για τις κρητικές.

Στους επόμενους μήνες θα πραγματοποιήσει στην Πάτρα την τρίτη έκθεσή του με χειροποίητες λύρες.

Ο Γιάννης Παναγιωτόπουλος ξεκίνησε να ασχολείται με τη μουσική σε μεγάλη ηλικία. Για χρόνια εξασκούσε το επάγγελμα του ψυκτικού. «Μέχρι τα 19 μου δεν είχα καμία σχέση με τη μουσική. Μεγάλωσα σε μια σχετικά φτωχή οικογένεια και δεν είχα την πολυτέλεια να πάω  Ωδείο. Όταν γύρισα από  φαντάρος κατάλαβα ότι κάτι με ‘πονούσε’ όταν άκουγα ένα μπουζούκι. Δειλά , δειλά κάποια στιγμή βρήκα κάτι παιδιά και μου είπαν ότι πουλάνε ένα μπουζούκι. Ο αδερφός της μάνας μου, ο θείος Μιχάλης επειδή δεν είχα χρήματα, μου έδωσε τις 40.000 δραχμές για να το αγοράσω. Μου είπε θα στο πάρω , υπό έναν όρο, Αν μάθεις, θα έρχεσαι να παίζεις καμιά πενιά».

Ακούγοντας κασέτες με ρεμπέτικα που είχε δανειστεί από ένα φίλο, αφοσιώθηκε. «Εφτά χρόνια σχεδόν καλογέρεψα». Έμαθε μπουζούκι και έπαιζε πια σε σχήματα αλλά δεν του αρκούσε. Βλέποντας ότι οι περισσότεροι μουσικοί  κινούνταν περισσότερο σε μινόρε και μαντζόρε και στο φάσμα της δυτικής μουσικής  και καθόλου με τους μουσικούς λαϊκούς δρόμους της ανατολής  τα «μακάμια» ή «δρόμους» που χρησιμοποιούνται κυρίως στην παραδοσιακή μουσική, θα κάνει στροφή. Και σε αυτό θα αποδειχτεί καταλυτική η συνάντησή του με τον Χρήστο Τσιαμούλη, ο οποίος έρχεται στο Δημοτικό Ωδείο της Πάτρας.  Πριν από αυτό και ενώ είναι στην Κρήτη αγοράζει το πρώτο του ούτι χωρίς καν να ξέρει πώς κουρδίζεται… Ένα όνειρο τον έχει οδηγήσει σε αυτή την επιλογή.

Κάθισε στο πλάι του Χρήστου Τσιαμούλη στην Ορχήστρα της Σχολής Παραδοσιακών Οργάνων του Δημοτικού Ωδείου Πατρών  για έξι σχεδόν χρόνια «μαθαίνοντας την ελληνική μουσική, τη λόγια, τα μακάμια, τους τρόπους δηλαδή. Η μουσική μας έχει διάφορους τρόπους ή δρόμους . Σιγά σιγά όσο είχα την πρωινή μου δουλειά, έπαιζα σε συναυλίες για τη Μητρόπολη κλπ. Μετά από 2- 3 χρόνια ακούω την πολίτικη λύρα και μου παίρνει την καρδιά. Κάποια στιγμή καταλαβαίνω ότι η πρωινή μου δουλειά δεν μου αρέσει».

Στην πορεία παρότι εκείνη την εποχή το επάγγελμα του ψυκτικού ήταν πολύ προσοδοφόρο οικονομικά και το άσκησε για 12 χρόνια, αποφάσισε να πάρει το ρίσκο να το αφήσει και να ακολουθήσει τον δρόμο αυτόν που πραγματικά ήθελε. Η απόφαση είχε οικονομικό ρίσκο, αλλά δεν έκανε πίσω.

«Κάτι μέσα μου που πάντα το εμπιστευόμουν μου έλεγε δεν είναι αυτό το πρωινό επάγγελμα, άλλο,  για σένα. Είπα θα μπω στο ταμείο ανεργίας και θα δω. Ρώτησα τη μάνα μου και την αδερφή μου που μέναμε τότε μαζί και φυσικά συμφώνησαν. Ήταν ένα στοίχημα. Μετά από δύο μήνες προέκυψε η δουλειά στα Μουσικά Σχολεία. Δεν πρόλαβα να γευτώ το ταμείο ανεργίας».

Το 2010 ίδρυσε το Τμήμα Παραδοσιακής Μουσικής στη Φιλαρμονική Εταιρεία – Ωδείο Πατρών, καθώς και Μουσικό Εργαστήρι Τροπικών Μουσικών Συστημάτων, δηλαδή των τρόπων ευρύτερης ανατολικής μουσικής (2010- 2019).

Το 2012 δημιούργησε την Ορχήστρα Παραδοσιακής μουσικής «Ηλιοδωρία». Το όνομα το πήρε από ένα τραγούδι του Χρήστου Τσιαμούλη «που έχει ως ρεφρέν, φως στους Έλληνες να κοιτιούνται στα μάτια». Η Ορχήστρα έχει παρουσιάσει πληθώρα συναυλιών με κεντρικό θέμα την παράδοση στον Ελλαδικό χώρο (Θράκη, Κρήτη, Αιγαίο) αλλά και τις μουσικές της Κωνσταντινούπολης και γενικότερα της Μικράς Ασίας. Από τον Σεπτέμβριο του 2019 το Τμήμα Παραδοσιακής Μουσικής και η Ορχήστρα Παραδοσιακής Μουσικής «Ηλιοδωρία» με υπεύθυνο τον Γιάννη Παναγιωτόπουλο συνεργάζεται,  δραστηριοποιείται και  στεγάζεται στην Πολυφωνική Πατρών. «Είμαι πολύ χαρούμενος γι΄ αυτό, έχω βρει ό,τι ζητούσα».

«Αυτό που πραγματικά χρειαζόμαστε είναι να κοιταζόμαστε στα μάτια και να είμαστε αληθινοί. Μπορούμε να κάνουμε πολλά πράγματα, απλά κάποιοι μας έχουν περάσει ότι δεν το έχουμε,. Από τους γονείς μας  μέχρι τους έξω. Δεν μας λείπει τίποτα. Μπορούμε να γίνουμε φως στον εαυτό μας και να κάνουμε μεγάλα πράγματα».

Βιογραφικό

 

Ο Γιάννης Σ. Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πάτρα. Ξεκίνησε την ενασχόλησή του με τη μουσική μέσα από το ρεμπέτικο ρεπερτόριο (Σμυρναίικο, Πειραιώτικο). Λίγο αργότερα, μαγεμένος από τα στολίδια και τα χρώματα της Ανατολής στρέφεται στο ούτι και την πολίτικη λύρα, αρχικά ακούγοντας πληθώρα παλιών ηχογραφήσεων.

Καταλυτική θα είναι η συνάντηση του με τον Χρήστο Τσιαμούλη, όπου κοντά του θα μαθητεύσει για επτά έτη τη θεωρία των τροπικών μουσικών συστημάτων του Ελλαδικού χώρου και της Ανατολής, στο τμήμα Ελληνικής Παραδοσιακής Μουσικής και Λόγιας Μουσικής της Πόλης του Δημοτικού Ωδείου Πατρών. Παράλληλα, ξεκινά μαθήματα Βυζαντινής Μουσικής στη Σχολή Ελληνικής Μουσικής της Ι. Μ. Πατρών με δάσκαλο τον άρχοντα Πρωτοψάλτη κ. Δημήτριο Γαλάνη και θα αποκτήσει το Δίπλωμα Βυζαντινής Μουσικής (2005).

Έχει παρακολουθήσει Master Classesγια το ούτι μέσω των οποίων ήρθε σε επαφή με διάφορες σχολές και καθηγητές απ’ όλη τη Μεσόγειο, όπως τους Τούρκους Necati Celik(Λαβύρινθος 2003) και Yurdal Tokcan, τον Λιβανέζο Charbel Rouhana, τον Τυνήσιο Kamel Ferjianiκαι τον Ιρακινό Omar Bashir(Εν χορδαίς Θεσσαλονίκη 2002). Αντίστοιχα παρακολούθησε master classes για την πολίτικη λύρα με δασκάλους τον Σωκράτη Σινόπουλο και τον Τούρκο Derya Turkan (Λαβύρινθος 2004, 2005, 2007). Καταλυτική ήταν, επίσης, η διαμονή του στο Κάιρο, όπου μαθήτευσε στο «Σπίτι του Ουτιού» πλάι στον Nasiir Samma και η συνεργασία του με το ζεύγος Ghassan & Dina el Youssef, στην Όπερα του Καΐρου (2008).

Έχει συμμετάσχει σε πληθώρα συναυλιών του Δημοτικού Ωδείου Πατρών, της Σχολής Ελληνικής Παραδοσιακής Μουσικής-Χορού της Ι. Μ. Πατρών, του Μουσικού Σχολείου Πατρών, σε φεστιβάλ παραδοσιακής μουσικής, κ.ά. Έχει συνεργαστεί με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας για τη θεατρική παράσταση «Η γυναίκα της Πάτρας», με τη θεατρική ομάδα του Κέντρου Ψυχικής Υγιεινής Πατρών για τη θεατρική παράσταση «Ένα παιδί ονειρεύεται», με την Ορχήστρα Πανεπιστημίου Πατρών, την ΔΕΠΑ Ρίου και άλλους φορείς.

Έχει διδάξει Πολίτικη Λύρα και ούτι στο Μουσικό Σχολείο Πατρών από το 2003 έως και το 2012. Το 2010 ίδρυσε το Τμήμα Παραδοσιακής Μουσικής στη Φιλαρμονική Εταιρεία – Ωδείο Πατρών, καθώς και Μουσικό Εργαστήρι Τροπικών Μουσικών Συστημάτων, δηλαδή των τρόπων ευρύτερης ανατολικής μουσικής (2010- 2019).

Το 2012 δημιούργησε την Ορχήστρα Παραδοσιακής μουσικής «Ηλιοδωρία». Η Ορχήστρα έχει παρουσιάσει πληθώρα συναυλιών με κεντρικό θέμα την παράδοση στον Ελλαδικό χώρο (Θράκη, Κρήτη, Αιγαίο) αλλά και τις μουσικές της Κωνσταντινούπολης και γενικότερα της Μικράς Ασίας. Επίσης, η ορχήστρα έχει συμπράξει με διακεκριμένες χορωδίες όπως τις: «ΠΑΝΥΜΝΗΤΟ», «Θεόδωρος Φωκαεύς», Cantelena», καθώς και με τον «ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΧΟΡΟ» και την «ΕΜΜΕΛΕΙΑ» της Πολυφωνικής. Επίσης, έχει συνεργαστεί με καταξιωμένους συνθέτες και εκτελεστές τόσο της παραδοσιακής μουσικής όσο και της world και ethnic μουσικής (όπως τον Χρήστο Τσιαμούλη και τον Χάικ Γιαζιτζιάν).

Από τον Σεπτέμβριο του 2019 το Τμήμα Παραδοσιακής Μουσικής και η Ορχήστρα Παραδοσιακής Μουσικής «Ηλιοδωρία» με υπεύθυνο τον Γιάννη Παναγιωτόπουλο θα συνεργάζεται, θα δραστηριοποιείται και θα στεγάζεται στην Πολυφωνική Πατρών.

Η ιστορική διαδρομή του ουτιού από τον αραβικό κόσμο προς την Ευρώπη μέσα από την ανδαλουσιανή μουσική και το φλαμένγκο τον οδήγησε στη δημιουργία του μουσικού σχήματος «FLAMARABENCO», ένα σχήμα που ενώνει μουσικές παραδόσεις της Ανδαλουσίας, της Αραβίας και της ευρύτερης Ανατολής (2011).

Συνεργάστηκε με μουσικούς της σύγχρονης έντεχνης ελληνικής μουσικής προωθώντας τα παραδοσιακά όργανα στο σήμερα (Μακάμι 2009-2010). Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του παραδοσιακού μουσικού σχήματος «Εαρινή Ζυγιά» (2003). Το 2010 δημιούργησε το μουσικό trio ethnic σχήμα «ΜΟΥΣΑΓΕΤΕΣ» συνδυάζοντας ήχους της κιθάρας (κλασική - ηλεκτρική) με παραδοσιακά όργανα (ούτι, λύρα), και το μουσικό σχήμα «VEGA» συνδυάζοντας μουσικές acoustic και world με πιάνο (2011). Το 2014 δημιουργεί το μουσικό σχήμα «Οκτώηχος», μετατρέποντας Βυζαντινά μουσικά κείμενα (Κρατήματα) από φωνητικά «Εν Χορδαίς», καθώς και το παραδοσιακό σχήμα «Μεϊχανέ» (2015).

Τέλος, από τα μέσα του 2012 ασχολείται και με την κατασκευή λύρας (πολίτικης και κρητικής) αλλά και πρωτότυπων, αυτοσχέδιων μοντέλων. Τον Οκτώβρη του 2014 έκανε την πρώτη του έκθεση και το 2016 τη δεύτερη.

Δραστηριοποιείται καλλιτεχνικά στην πόλη της Πάτρας.

 

 

Culture