Back to Top
#TAGS Αιγιάλεια Ολυμπιακοί Αγώνες Κορωνοϊός 200 Χρόνια Από Την Ελληνική Επανάσταση Νάσος Νασόπουλος ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ
Αγγελίες
Μην ψάχνεις, βρες στο
THE BEST

ΒΙΒΛΙΟ

/

Ο Ωρολογοποιός : Μέρος Πρώτο

Ο Ωρολογοποιός : Μέρος Πρώτο

του Στάθη Θ. Πολίτη

Κάθε Κυριακή, το thebest.gr θα φιλοξενεί σε συνέχειες τη νουβeλα του Στάθη Θ. Πολίτη, «Ο Ωρολογοποιός».

Μια ιστορία για τη φιλία, τα ανθρώπινα πάθη που τη δοκιμάζουν, αλλά και την ασύγκριτη δύναμή της όταν έχει ρίζες γερές.

Μια ιστορία για το ψέμα και τη συμφιλίωση, για τα λάθη και την αποδοχή τους.

Μια ιστορία για τη φρίκη του πολέμου και τις βαθιές πληγές που αφήνει σε σώματα και ψυχές.

Μα πάνω απ' όλα, μια ιστορία για την καταλυτική επίδραση του πανδαμάτορα Χρόνου στις ζωές μας.

_

#1

Από την πρώτη στιγμή που τα γεγονότα εκείνης της απίθανης χρονιάς τον οδήγησαν στο πετρόχτιστο ξενοδοχείο, είχε μία έντονη διαίσθηση πως κάτι προσωπικό τον συνέδεε με αυτό το μέρος. 'Η πάλι, μπορεί και να του θύμιζε κάτι συγκεκριμένο, αδυνατούσε όμως να εντοπίσει τι.

Ξύπνησε νωρίς, μόλις είχε χαράξει. Κατέβηκε νωχελικά την εξωτερική ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στην ευρύχωρη βεράντα της αίθουσας όπου, σύμφωνα με τα όσα τον είχε πληροφορήσει το προηγούμενο βράδυ η πρασινομάτα ρεσεψιονίστ, θα μπορούσε να απολαύσει το πρωινό του.

Καθώς το σέρβις ακόμα αργούσε, είχε λίγα λεπτά στη διάθεσή του για το πρώτο τσιγάρο της ημέρας. Τράβηξε μία από τις καρέκλες που ήταν στοιβαγμένες στη γωνία. Κάθισε αναπαυτικά και άπλωσε τα πόδια του στην κορυφή του ξύλινου μπαλκονιού.

Μετά από δύο αποτυχημένες απόπειρες εύρεσης του αναπτήρα που είχε δανειστεί κατά την άφιξή του, κατάφερε τελικά να ανάψει το μάλμπορο που ανέμενε ήδη στο τασάκι. Τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά. Η Άννα είχε δίκιο -παρά το ότι ήταν αρχές Αυγούστου, αυτό το περίεργο μέρος έμοιαζε ανέγγιχτο από το περίφημο, θερμό ελληνικό καλοκαίρι.

Τα μαύρα έλατα στην πλαγιά που δέσποζε απέναντι, συνηγορούσαν μαζί του, καθώς ανακλαδίζονταν τινάζοντας από πάνω τους την πρωινή δροσιά. Τελείωσε το τσιγάρο πιο γρήγορα απ' ότι συνήθιζε. Το κοντομάνικο μπλουζάκι που φορούσε δεν είχε τύχη κόντρα στην παγωνιά της χαραυγής.

Άνοιξε τη βαριά πόρτα που συνέδεε τη βεράντα με την αίθουσα του πρωινού.  Πολυέλαιοι μίας άλλης εποχής κρέμονταν από τα ψηλά ταβάνια της, πίνακες γνωστών ζωγράφων –μέτριες απομιμήσεις- κοσμούσαν τους ξύλινους τοίχους της, μακριά –δρύινα μάλλον- τραπέζια απλώνονταν σε όλο το μήκος της.

Ευτυχώς για την πνευματική και σωματική του υγεία, στο ξενοδοχείο τηρούσαν όλα τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης κατά του ιού. Όλοι ανεξαιρέτως φορούσαν τις μάσκες και τα γάντια τους.

Ήταν κι αυτό μια κάποια παρηγοριά, διότι από την ώρα που πάτησε το πόδι του σε αυτήν την παράξενη χώρα -κάτι που ποτέ δεν είχε φανταστεί μέχρι τότε- τίποτε δεν έμοιαζε να λειτουργεί όπως θα έπρεπε. Η σύντομη στάση του στην πρωτεύουσα υπήρξε κανονικό σοκ. Έμοιαζε λες κι ο πληθυσμός αυτής της χώρας ζούσε σε κάποιο δικό του, παράλληλο σύμπαν με την υπόλοιπη ανθρωπότητα, που είχε πληγεί ανεπανόρθωτα από τον καινοφανή ιό, ο οποίος συνέχιζε να τρομοκρατεί τον πλανήτη στο πέρασμά του.

Τι σχέση μπορεί να είχε ο Μαρκ Μάκενρο με αυτούς εδώ τους ανθρώπους;

 

#2

Το πρωινό ήταν ιδιαίτερα βαρύ για τις λιτοδίαιτες συνήθειές του. Τι του ήρθε και τα δοκίμασε όλα αυτά; Φαίνονταν θελκτικά βέβαια, γι' αυτό άλλωστε και παρασύρθηκε. Να που όμως, ενώ δεν είχε περάσει παρά μόλις μισή ώρα από την τελευταία φέτα ζυμωτού ψωμιού με μαρμελάδα που έφαγε, ήδη το στομάχι υπενθύμιζε τα όρια και τις αντοχές του.

Δεν ήθελε να χάσει τη μέρα, άλλωστε το πρόγραμμα της επίσκεψής του στην χώρα ήταν συγκεκριμένο. Σε σαράντα ώρες θα είχε ήδη πάρει το αεροπλάνο της επιστροφής. Βγήκε από την κεντρική είσοδο και ακολούθησε τον ανηφορικό δρόμο που, όπως είχε δει στην εφαρμογή του κινητού, οδηγούσε στο χωριό -το επιβλητικό ξενοδοχείο ήταν χτισμένο στις παρυφές του και απ' ότι είχε δει στην σελίδα του στο facebook, το brand του ήταν δημιουργημένο με βασική στόχευση τους επισκέπτες της χειμερινής περιόδου, που συνέρρεαν για το κοντινό χιονοδρομικό κέντρο.

Η επαγγελματική διαστροφή σπάνια τον άφηνε ήσυχο, ακόμα και σε καταστάσεις που ήταν τελείως έξω από τα νερά του, όπως η συγκεκριμένη. Έτσι, προτού επιβεβαιώσει την κράτησή του και εγκρίνει την προκαταβολή, είχε κάνει ένα σύντομο μεν, εξονυχιστικό δε, πέρασμα από την ιστοσελίδα του ξενοδοχείου, ώστε να αξιολογήσει την εταιρική εικόνα της επιχείρησης. Είχε απογοητευτεί -όπως και στις περισσότερες περιπτώσεις που η δουλειά που έκρινε δεν ήταν δική του, ή έστω κάποιου εκ των μαθητών του.

Ίσως το πρώτο πράγμα που τον κέρδισε σε αυτό τον τόπο, τον σκαρφαλωμένο στα χίλια και βάλε μέτρα πάνω από τη θάλασσα, ήταν η φύση. Οργίαζε. Παρά το ότι ήταν Αύγουστος, μήνας που από τα ελάχιστα που ήξερε, δεν ευνοεί την βλάστηση, εκεί, εκτός από τους ανθρώπους, έμοιαζε και η ίδια η Φύση να αγνοεί τους κανόνες του Χρόνου.

Ο ήλιος είχε κάνει την εμφάνισή του πάνω από την ελατόφυτη βουνοπλαγιά, αλλά ο περίπατος δεν του επέτρεπε ιδιαίτερη επαφή μαζί του. Το δρομάκι που συνέδεε το ξενοδοχείο με το χωριό ήταν λες και βρισκόταν κάτω από ένα φυσικό θόλο, σχηματισμένο από τις φυλλωσιές θεόρατων δέντρων, τα οποία σαν κάποιου είδους αιωνόβια φρουρά, βρίσκονταν παρατεταγμένα στις δύο πλευρές.

Προς το τέλος του, είδε μια ταμπέλα που πληροφορούσε τους περιπατητές για το όνομά του –ήταν "ο δρόμος της αγάπης".

¨Σε όλα τους υπερβολικοί αυτοί οι Έλληνες¨ σκέφτηκε, καθώς το βρετανικό φλέγμα που είχε αποκτήσει μετά από δεκατέσσερα χρόνια παραμονής στην Αγγλία, δεν του επέτρεπε να εκτιμήσει την απαράμιλλης ομορφιάς ρομαντική διαδρομή που είχε επάξια κερδίσει τον τίτλο της, καθώς για δεκαετίες ολόκληρες αποτελούσε αγαπημένη βόλτα ερωτευμένων ζευγαριών -νόμιμων και παράνομων- από όλη την περιοχή.

Έφτασε στα πρώτα σπίτια του χωριού, με τον δρόμο να συνεχίζει να είναι ανηφορικός. Σύμφωνα με τη διεύθυνση που είχε, ο προορισμός του βρισκόταν λίγο μετά την κεντρική πλατεία.

Όσο συνέχιζε προς τα ενδότερα, τόσο περισσότερους ανθρώπους έμοιαζε να συναντά. Κάποιοι φαίνονταν πως ήταν επισκέπτες ή τουρίστες, από τον τρόπο που κοίταζαν γύρω τους, σηκώνοντας κάθε λίγο το κεφάλι και παρατηρώντας τα καλοδιατηρημένα σπίτια, χτισμένα στην πλειονότητα τους κι αυτά από πέτρα.

Δεν μπορούσε παρά να παραδεχτεί πως ο τόπος αυτός έμοιαζε να έχει μία ξεχωριστή ταυτότητα, ένα χαρακτήρα σμιλευμένο και διατηρημένο αναλλοίωτο στο πέρασμα του Χρόνου.

«Καλημέρα!» του απευθύνθηκε ένας γεράκος βγάζοντάς του το καπέλο καθώς πέρασε από δίπλα του. «Καλημέρα» αντέτεινε με την άθλια, σπαστή προφορά του.

Προτού οδηγηθεί στον τελικό του προορισμό, είχε ραντεβού στο καφενείο της πλατείας με ένα διερμηνέα που με αρκετή δυσκολία αλήθεια είναι, είχε καταφέρει να εξασφαλίσει τις υπηρεσίες του για να μπορέσει να συνεννοηθεί με τον άνθρωπο ο οποίος ήταν ο σκοπός του ταξιδιού του.

Του έκανε θετική εντύπωση το ότι με το που έφτασε στο καφενείο, εκείνος τον περίμενε ήδη απέξω. Η ακρίβεια ήταν ένα χαρακτηριστικό που εκτιμούσε ιδιαίτερα στους ανθρώπους.

Αφού χαιρετήθηκαν και συστήθηκαν και από κοντά, ο διερμηνέας του πρότεινε να πιουν ένα καφεδάκι πρώτα και μετά να πάνε στο ραντεβού τους.

«Δεν θέλω να αργήσουμε. Πάμε τώρα κι αν θέλετε μπορούμε να καθίσουμε στη συνέχεια.»

Ο  προορισμός τους ήταν όντως σε ένα δρομάκι πίσω από την πλατεία -δεν δυσκολεύτηκαν να το βρουν.

Ήταν μια παλιά, δίπατη κατοικία. Παρά το γεγονός πως δεν έμοιαζε τόσο καλοδιατηρημένη όσο οι περισσότερες στο χωριό, έβγαζε ακόμα μία αρχοντιά που πρόδιδε τα περασμένα μεγαλεία της. Στην αριστερή πλευρά του ισογείου υπήρχε μια σιδερένια πόρτα.

Χτύπησαν.

Μια σκουριασμένη ταμπέλα έγραφε με καλλιγραφικά γράμματα που αχνοφαίνονταν:

"Ωρολογοποιείον Κωνσταντίνου Στ. Μακρίδη"

Διαβάστε εδώ το Δεύτερο Μέρος

Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr

Culture