ΕΚΛΟΓΕΣ 2019

ΘΕΑΤΡΟ

/

Σταύρος Ζαλμάς : «Οι Καλλιτέχνες έχουν (μια) υποχρέωση, να είναι μπροστάρηδες της κοινωνίας»

Σταύρος Ζαλμάς : «Οι Καλλιτέχνες έχουν (μια) υποχρέωση, να είναι μπροστάρηδες της κοινωνίας»

Από τον Pavel

Στα ταξίδια μας τα μαγικά...

Ένα τέτοιο όμορφο και γλυκόπικρο ταξίδι άρχιζε το φθινόπωρο του 1996 στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο της Αθήνας. Στα μέσα Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, επισκέφτηκα το Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, ανήμερα του Αγίου Σπυρίδωνος για προσωπική μου υπόθεση. Φεύγοντας μέχρι να φτάσουμε στο θέατρο Λαμπέτη, να δούμε με τον αδερφό μου και έναν καλό φίλο την παράσταση "Το στοίχημα" του Κλίφορντ Οντετς παρέμεινα σιωπηλός, δεν έβγαλα άχνα.

Ήταν η πρώτη φορά που θα έβλεπα πάνω στη σκηνή το Βαλτινό, τη Ζούνη και το Ζαλμά, μετά το πέρας του έργου άρχισα να ψελλίζω κάποιες λέξεις, σχηματίζοντας ένα μεγάλο χαμόγελο στο πρόσωπό μου, γιατί στάθηκα τυχερός για 1 ½  ώρα να ταξιδέψω στη ζωή, που μας χαρίζει πάντα μια καλή θεατρική παράσταση.

Αρκετά χρόνια μετά έμελλε να συναντήσω τον ηθοποιό Σταύρο Ζαλμά για μια περιήγηση στην παλιά Αθήνα, στους δασκάλους που «λειτουργούσαν» και δεν δίδασκαν μόνο, στις σπουδές και στο θέατρο. Στη σχέση με την Ομάδα Εδάφους του Δημήτρη Παπαϊωάννου, στην ουσία του ηθοποιού και τέλος στην οδό Ονείρων που ξεχάσαμε πώς να  αναζητούμε...

…Ο δρόμος άξιζε τελικά.

Γεννηθήκατε στην Πλάκα, στη συνέχεια περάσατε τα πρώτα χρόνια της ζωής σας στη Νέα Φιλαδέλφεια και έπειτα μετακομίσατε στα Άνω Πατήσια. Έχει απομένει κάτι στο πέρασμα του χρόνου από την παλιά Αθήνα, την Ιστορία της Προσφυγιάς και τέλος στον Παράδεισο, μιας και η εποχή παλαιότερα ονομάζονταν Παραδείσια;

Το κτήριο στο οποίο στεγαζόταν το μαιευτήριο που γεννήθηκα στην οδό Κυδαθήναιων στην Πλάκα, υπάρχει ακόμα, τώρα πια όμως στη θέση του είναι ένα Hostel Πανσιόν. Το πρώτο μου σπίτι ήταν το προσφυγικό της οικογένειας της μητέρας μου στη Νέα Φιλαδέλφεια.  Θυμάμαι ακόμα και τώρα πολύ έντονα τον προσφυγικό συνοικισμό, ο οποίος μετά το σεισμό του 1999 προστατεύεται ως παραδοσιακός. Υπάρχουν κτίρια τα οποία έχουν κριθεί  διατηρητέα και έργα τέχνης, π.χ. το κτίριο ιδιοκτησίας Φωτεινής Ζαφειροπούλου και ως μνημείο έχει  χαρακτηριστεί η καμινάδα του πρώην εργοστασίου «Μπριτάννια».

Φύγαμε όμως όταν ήμουν σε ηλικία δύο ετών και μετοικήσαμε στα Άνω Πατήσια, στην Κηπούπολη – Κυπριάδου. Εκεί, ήταν τα εξοχικά σπίτια των πλούσιων Αθηναίων, μυθικά σπίτια θα μπορούσα να τα χαρακτηρίσω, δυστυχώς με το πέρασμα των ετών και την αντιπαροχή όλα αυτά χάθηκαν. Υπάρχουν στη μνήμη μου οι βίλες οι οποίες ήταν αρχιτεκτονικά φτιαγμένες, με σκάλες και μαρμάρινα λιοντάρια, δυστυχώς μόνο 1-2 σώθηκαν από εκείνη την εποχή. Το δικό μας σπίτι ήταν η μία από τις δύο πολυκατοικίες, - η οποία είχε 50 διαμερίσματα-,  που ήταν οι πρώτες που είχαν χτιστεί και γύρω γύρω κήπος.    

 

Το πρώτο μου σπίτι ήταν το προσφυγικό της οικογένειας της μητέρας μου στη Νέα Φιλαδέλφεια

Η πρώτη σας δουλειά ήταν τραπεζικός υπάλληλος, τι ήταν αυτό που σας οδήγησε στην τέχνη του Θεάτρου και του Κινηματογράφου ; Στην Κινηματογραφική ταινία ΄΄Μια ζωή την έχουμε΄΄ ο Δημήτρης Χορν φτωχός  και δειλός υπάλληλος πίσω από το γκισέ της τράπεζας,  ερωτεύεται την ερωμένη του αφεντικού του Χρήστου Τσαγανέα, Υβόν Σανσόν. Το όνειρο και στις δύο περιπτώσεις ανέφικτο, παρ’ όλα αυτά μπορεί να μας κρατήσει  ζωντανούς ;  

Υπάρχει μια έκφραση του Όσκαρ Ουάιλντ, που λέει «Κάνε μεγάλα όνειρα για να μην τα χάσεις όταν τα κυνηγάς». Έχω την αίσθηση ότι αυτό ξεκίνησε από την πρώτη στιγμή που επισκέφτηκα με τους γονείς μου τις Θεατρικές σκηνές της Αθήνας.

Επιστρέφοντας στο σπίτι, στο δωμάτιο μου έπαιζα τις σκηνές που μόλις είχα δει στο θέατρο, αλλά και άρχιζα να σχηματίζω τη δικιά μου άποψη, πώς οι ρόλοι που μόλις είχα δει, θα μπορούσαν να ερμηνευτούν με έναν διαφορετικό τρόπο. Αυτό το όνειρο έμελλε να καθυστερήσει αρκετά χρόνια, μιας και οι δικοί μου φοβούμενοι την οικονομική ανασφάλεια που είχε το επάγγελμα αλλά και για λόγους ταμπού, αποφάσισαν να με βάλουν στην Εθνική Τράπεζα. Όμως το πάθος που υπήρχε μέσα μου, σε μια δεδομένη χρονική στιγμή έφερε στη ζωή μου έναν ερασιτεχνικό θίασο και στη συνέχεια τη δραματική σχολή. Έτσι κατάφερα να πραγματοποιήσω το όνειρο μου και να παραμείνω «ζωντανός». 

  

Επιστρέφοντας στο σπίτι, στο δωμάτιο μου έπαιζα τις σκηνές που μόλις είχα δει στο θέατρο, αλλά και άρχιζα να σχηματίζω τη δικιά μου άποψη, πώς οι ρόλοι που μόλις είχα δει, θα μπορούσαν να ερμηνευτούν με έναν διαφορετικό τρόπο

Αποφοιτήσατε το 1985 από τη Δραματική Σχολή Αθηνών του Γιώργου Θεοδοσιάδη. Τι είναι αυτό που θυμόσαστε από τα χρόνια της Σχολής και τι ήταν αυτό που σας πρόσφερε στην εξέλιξη σας ως ηθοποιός ;

Εκείνη την εποχή, πήγα στα 24 μου, είχαμε δασκάλους τους καλύτερους που μπορούσες να βρεις στο Θέατρο. Υπήρχε σεβασμός και δέος, παράλληλα συμβάδιζαν οι έννοιες καλό και εμπορικό θέατρο. Δυστυχώς μετά από ελάχιστα χρόνια αυτή η εποχή τελείωσε. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν ακούραστοι εργάτες του θεάτρου, προσπαθούσαν να μας εμφυσήσουν το πάθος & το ήθος πάνω στη σκηνή, γιατί το είχαν και εκείνοι. Με αυτό τον τρόπο γινόταν το μάθημα, υπήρχε πειθαρχία, και όλες αυτές οι έννοιες ήταν συνυφασμένες μεταξύ τους,  όποτε ήσουνα στραμμένος κυριολεκτικά  στην τέχνη.    

 

Το 1986 είσαστε ένας από τους κορυφαίους του χορού στην παράσταση «Οιδίπους Επί Κολωνώ» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή. Θα ήθελα να μας μιλήσετε τόσο για τον σκηνοθέτη όσο και για το πώς το κοινό εκείνη της εποχής παρακολουθεί την παράσταση και ποιες οι διαφορές με το σήμερα…

Η σχέση με τον Μινωτή ήταν καρμική, είχα παρακολουθήσει την ίδια παράσταση ως τραπεζικός υπάλληλος, το 1982. Τότε είχα βγάλει ένα τσιγάρο και ετοιμαζόμουν να το  βάλω στο στόμα μου, παρέμεινε σβηστό επί 2 ½ ώρες. Θυμάμαι πολύ έντονα ότι είχα κάνει μια μεταφυσική έκκληση, εάν υπάρχει κάτι παραπάνω από τον άνθρωπο θα έπρεπε να μου φέρει κάτι τέτοιο στο δρόμο´ την εκπλήρωση του ονείρου, αλλά να αξιωθώ να παίξω σε έργο σαν και αυτό που έβλεπα. Το 1985 γυρίζοντας από το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, μαθαίνω από φίλους ότι με ζητάει ο Μινωτής για την παράσταση «Οιδίπους Επί Κολωνώ». Μου ήταν λίγο δύσκολο να το πιστέψω. Όντως με έψαχνε για να μου αναθέσει το ρόλο ενός από τους κορυφαίους του Χορού. Η παράσταση ακόμα και τώρα θεωρείται ως μια από τις καλύτερες όλων των εποχών.

Ο κόσμος, το κοινό παρακολουθούσε με απόλυτη προσοχή, προσήλωση, ήταν λειτουργία και όχι παράσταση, παραμένει αξέχαστη αυτή η εμπειρία. Είναι αμφίδρομη η σχέση κοινού – παράστασης και η ποιότητα αυτής της σχέσης επηρεάζει την ποιότητά της παράστασης, πρέπει να υπάρχει σεβασμός και δέος.  Ο Μινωτής σκηνοθέτης, ηθοποιός, δάσκαλος, ήταν ένας πολύ σκληρός άνθρωπος, δεν μοιραζόταν τη γνώση, δεν την μεταλαμπάδευε. Αυτός, ο Ροντήρης, ο Βεάκης, ο Σικελιανός, είχανε αφιερώσει τη ζωή τους στην Τέχνη, 24 ώρες το 24 ώρο και είχανε καταφέρει να την εντάξουν σε ένα ποιητικό τοπίο, προσπαθώντας να οδηγήσουν τον άνθρωπο να μεταλάβει το μυστήριο της ανθρώπινης ζωής, να κοινωνήσουν οι άνθρωποι Τέχνη. Όλοι αυτοί διάβαζαν συστηματικά, ξενυχτούσαν μελετώντας και όλη η ζωή τους ήταν συνυφασμένη με την κατανόηση των πράξεων του ανθρώπου, φέρνοντας στη σκηνή πάνω τα κείμενα της αρχαίας τραγωδίας, προσπαθώντας να επικοινωνήσουν πνευματικά με τον ποιητή συγγραφέα.        

Η σχέση με τον Μινωτή ήταν καρμική, είχα παρακολουθήσει την ίδια παράσταση ως τραπεζικός υπάλληλος, το 1982

Έχετε δουλέψει με την Ομάδα Εδάφους του Δημήτρη Παπαϊωάννου για έξι ολόκληρα χρόνια, μέσα από αυτή τη συνεργασία σπουδάσατε χορό και βάλατε το σώμα σας σε κίνηση.  Η Πίνα Μπάους έλεγε «Δεν με ενδιαφέρει πώς κινούνται οι άνθρωποι, αλλά τι είναι αυτό που τους κινεί». Τι είναι αυτό που σας «κινεί» να πείτε ναι σε ένα ρόλο και να του δώσετε σάρκα, οστά και ψυχή ;

Με αφορμή τη συμμετοχή μου στην Ομάδα Εδάφους σπούδασα χορό, έκανα μαθήματα προσπαθώντας να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις των παραστάσεων. Οι παραστάσεις της  ομάδας εδάφους ήταν ουσιαστικά χοροθέατρο, μελέτησα την κίνηση, προσπαθώντας να κατακτήσω την ποιότητα της αργής κίνησης. Νομίζω ότι αυτό που σε κινεί σε κάθε ρόλο, είναι μια οντότητα που έχει, ένας ψυχισμός και μια διαδρομή. Μοιραζόμαστε με το κοινό ιστορίες και επίσης καταστάσεις, διαδικασίες, ώστε να δημιουργηθεί μια πυκνή ατμόσφαιρα της παράστασης –λειτουργίας και η πορεία  που θα οδηγεί στην κάθαρση.     

Από το τραγούδι των Αδερφών Κατσιμίχα «Όταν σου λέω πορτοκάλι να βγαίνεις΄΄΄ ….Γυρίζω μες στο σπίτι μόνος μου, οι γέροι μου δεν είναι εδώ. Τριγύρω όλα τα πράματα τα ξέρω από παιδί. Ανοίγω το συρτάρι: Κάτι ψευτοκοσμήματα της μάνας μου κι ο νυχοκόπτης ο παλιός του πατέρα μου είν' εκεί…. Ποιες οι αναμνήσεις σας, οι καταβολές σας, αλλά και ποια πιστεύετε ότι υπήρξε η ταυτότητα της δικιάς σας γενιάς ;

Οι αναμνήσεις μου από την Ν. Φιλαδέλφεια είναι το σπίτι μας, το οποίο υπάρχει ακόμα, μιας και ο προσφυγικός συνοικισμός διασώζεται. θυμάμαι τα χαμηλά σπίτια με τους φαρδείς δρόμους, τους κήπους, και τα κάρα με τα άλογα. Ξημερώματα ακουγότανε η φωνή του γαλατά, έπειτα θα περνούσε ο μανάβης και ο αυγουλάς. Αλλά και στα Πατήσια όταν μετακομίσαμε ήταν εξοχή, μιας και έξω από το σπίτι μας αρκετές φορές περνούσαν πρόβατα.

Όσον αφορά τις καταβολές μου, μεγάλωσα σε ένα αστικό περιβάλλον, οι παππούδες μου ήταν οπλαρχηγοί και εθνικοί ευεργέτες, οι οποίοι νιώθω ότι είναι μια μεγάλη κληρονομιά στο πέρασμα των χρόνων.  

Η δικιά μου γενιά δεν πέρασε πολέμους, κακουχίες, βίωσα τη χούντα και το Πολυτεχνείο ως μαθητής Γυμνασίου. Δυστυχώς μετά το 1974 ζήσαμε μια φοβερή μετάλλαξη ανθρώπων που ήταν ονειροπόλοι και αισθανθήκαμε τρομερά προδομένοι, αφού δεν φανήκανε αντάξιοι των προσδοκιών μας.

 

 

Όσον αφορά τις καταβολές μου, μεγάλωσα σε ένα αστικό περιβάλλον, οι παππούδες μου ήταν οπλαρχηγοί και εθνικοί ευεργέτες, οι οποίοι νιώθω ότι είναι μια μεγάλη κληρονομιά στο πέρασμα των χρόνων

Από τη διπλωματική ταινία «Μάρμαρα» του Αλέξη Μπίστικα νοσταλγώντας την Ελλάδα στο «Χάραμα» με το ξεκίνημα μιας καινούργιας ζωής. Πως βιώνετε αυτά τα συναισθήματα τώρα πια στο εξωτερικό, στην Ολλανδία όπου ζείτε και εργαζόσαστε;  

Δεν έχω προλάβει να αισθανθώ αυτό το νόστο, μιας και πηγαινοέρχομαι στο εξωτερικό. Η βάση μου είναι το Λονδίνο, αλλά ταξιδεύω στο Άμστερνταμ και στη Μάλτα για τις ανάγκες των γυρισμάτων, αφού εκεί υπάρχει η δυνατότητα της ενοικίασης των μηχανημάτων, καθώς και οι αντίστοιχες υποδομές για τα γυρίσματα των κινηματογραφικών παραγωγών. Έχω αναμνήσεις και είναι πολύ τρυφερές από τα Μάρμαρα και τη Γραβάτα, ταινίες του Αλέξη Μπίστικα, οι οποίες γυρίστηκαν σε συνθήκες ανέχειας. Τριγυρνούσα στα καφέ και αναζητούσα κομπάρσους να συμμετέχουν δωρεάν στα γυρίσματα, θυμάμαι ότι μπαίναμε κρυφά με κίνδυνο να μας συλλάβουν σε κήπους του Λονδίνου, για την κινηματογράφηση σκηνών για τα «Μάρμαρα».

Το 1992 πρωταγωνιστήσατε στην τηλεοπτική σειρά «Άφρικα», έχετε ζήσει τα καλά χρόνια της ιδιωτικής τηλεόραση παίζοντας και σε άλλες σειρές. Ήταν μόνο οικονομικοί οι λόγοι που σε ένα μεγάλο βαθμό την οδήγησαν στην απαξίωσή της ή και άλλοι ;

Θα προσπαθήσω να είμαι όσο πιο δίκαιος μπορώ, κατά βάση οι λόγοι είναι οικονομικοί. Εάν κοιτάξουμε τι συνέβαινε πριν από την κρίση, λόγω οικονομικής ευμάρειας θα διαπιστώσουμε ότι έχουν γυριστεί αρκετές τηλεοπτικές σειρές που ξεχώρισαν τόσο για την ποιότητά τους, όσο και για την εμπορικότητά τους. Δυστυχώς αυτοί που αποφασίζουν βρίσκονται σε πανικό μιας και όπως γνωρίζουμε πολύ καλά, έλλειψη χρημάτων στάση εμπορίου.

Το βάρος της ευθύνης πέφτει πάντα στους παράγοντες, οι οποίοι δεν είναι δυνατό να αποφασίζουν επί καλλιτεχνικών θεμάτων, μιας και δεν διαθέτουν τις αντίστοιχες γνώσεις αλλά και κουλτούρα. Το σκεπτικό τους είναι μακριά από το ήθος και την ποιότητα που οφείλουν να προσφέρουν στην κοινωνία. Έχουμε δει τηλεοπτικά προγράμματα που προβάλλουν την ανηθικότητα, τη χυδαιότητα και απευθύνονται στα πιο πρωτόγονα ένστικτα του ανθρώπου, αντί να διδάσκουν ήθος ψυχαγωγώντας.  Από την άλλη μεριά η ποιότητα στην τηλεόραση δεν απαιτεί πολλά χρήματα, παρά μόνο μεράκι, αγάπη και κατάλληλους ανθρώπους στην κατάλληλη θέση, με αυτό τον τρόπο είναι εξασφαλισμένη η επιτυχία.  

Η ποιότητα στην τηλεόραση δεν απαιτεί πολλά χρήματα, παρά μόνο μεράκι, αγάπη και κατάλληλους ανθρώπους στην κατάλληλη θέση, με αυτό τον τρόπο είναι εξασφαλισμένη η επιτυχία

Πιστεύετε  ότι οι άνθρωποι της Τέχνης απουσιάζουν σε μια σειρά ζητημάτων που τίθενται στη διάρκεια των τελευταίων ετών, όπως οικονομική κρίση, προσφυγικό, σεβασμός της διαφορετικότητας, μήπως έχουν βολευτεί  ορισμένοι στην «αγκαλιά» της εξουσίας ;   

Οι Καλλιτέχνες έχουν μια υποχρέωση μιας και είναι οι μπροστάρηδες της κοινωνίας. Από τη μια με την τέχνη τους θέτουν ερωτήματα, προβληματισμούς, θίγουν τα κακώς κείμενα, από την άλλη πρέπει να είναι μπροστάρηδες και στην ίδια τη ζωή. Δυστυχώς υπάρχει ένα βόλεμα, υπάρχουν εξαιρέσεις βέβαια  αλλά οι περισσότεροι δεν μιλούν γιατί φοβούνται. Η μεγαλύτερη ευθύνη σαφώς ανήκει στους Ακαδημαϊκούς, μιας και αυτοί είναι το κεφάλι που τυρβάζει και κουνάει το δάχτυλο στην κοινωνία. Είναι κλειδαμπαρωμένοι στο σπίτι τους και στην ασφάλεια τους και δεν βγαίνουν ανοιχτά να μιλήσουν και να στηρίξουν το λαό, όσοι μιλάνε δε, τον προδίδουν.    

Τι ήταν το καινούργιο που μάθατε και αποκομίσατε μέσα από τη συνεργασία σας με τον  Ρόμπερτ Ουίλσον και την παράσταση «Οδύσσεια» που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο κατά τα έτη 2012-2013 ;

Ήταν μια εμπειρία μεγάλη, από τη θητεία μου σε αυτή την τρομερή διαδικασία, ήταν η πρώτη φορά που συμμετείχα σε φορμαλιστικό θέατρο. Το μυστικό της φόρμας κρύβεται στην πειθαρχία, στην υπηρέτησή της που σου ζητά ο σκηνοθέτης, εάν τον ακολουθήσεις μπορείς να απελευθερωθείς και να υπάρξεις σαν οντότητα στην σκηνή. Αυτό που έλαβα μέσα από τη συμμετοχή μου σε αυτή την παράσταση, ήταν η συνειδητοποίηση του πόσο δυνατός, γενναίος και πειθαρχημένος είμαι, ήταν τόσο ακραία όλα αυτά που έζησα και είδα. 

Ο Ντάνιελ Ντεϊ Λούις" απαντώντας σε γράμμα θαυμάστριας του σχετικά με την ουσία του ηθοποιού : «Οι λέξεις πρέπει να είναι πάντα δικές σου. Αυτή είναι η ουσία της υποκριτικής. Κάθε φορά είναι η πρώτη φορά, κάθε λέξη από κάθε σκέψη ή παρόρμηση, πρέπει να είναι δική σου. Τόσο απλό αλλά και σχεδόν αδύνατο». Εσάς που σας ταξίδεψαν οι λέξεις, οι σκέψεις, οι εικόνες, οι ιστορίες που διηγηθήκατε ;

Η απάντηση κρύβεται στα λόγια αυτού του υπέροχου ηθοποιού, μιας και έχω ταξιδέψει μέσα μου. Η δουλειά του πραγματικού ηθοποιού είναι άκρως ψυχαναλυτική, δεν προσπάθησα να μιμηθώ κάτι εξωτερικό. Όλα είναι μέσα μας, η εργασία του ηθοποιού είναι μια ανασκαφή που δεν τελειώνει ποτέ.    

Η δουλειά του πραγματικού ηθοποιού είναι άκρως ψυχαναλυτική, δεν προσπάθησα να μιμηθώ κάτι εξωτερικό. Όλα είναι μέσα μας, η εργασία του ηθοποιού είναι μια ανασκαφή που δεν τελειώνει ποτέ

Ποια πιστεύετε ότι είναι η οδός Ονείρων του Μάνου Χατζιδάκι για όλους εμάς σήμερα;  Είναι ο δρόμος που κατοικούμε ή που θα έπρεπε ;  και εάν δεν τον έχουμε βρει γιατί σταματήσαμε να τον αναζητούμε ;

Ζούμε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, της κατάρρευσης των θεσμών, των αξιών, όλα αυτά έχουν πολτοποιηθεί σήμερα. Εμείς ως μια κουκίδα στο χάρτη καλό θα ήταν να αναζητήσουμε την οδό των ονείρων. Έχουμε ως λαός μια ιστορία, μια κληρονομιά, ένα μεράκι, μια ευγένεια, ένα φιλότιμο και μια ανθρωπιά. Αξίζουμε κάτι παραπάνω, υπήρχε στη ζωή μας μια ποίηση και πάνω σε αυτή πάτησαν ο Χατζιδάκις, ο Μοράλης, ο Εμπειρίκος. Δυστυχώς ήταν μια εύθραυστη ισορροπία αυτή η ιστορία. Η Ευρώπη απολάμβανε την Αναγέννηση και εμείς ήμασταν ένας λαός υπόδουλος.

 Οι Γερμανοί δεν έφυγαν πότε από τη χώρα, διέφθειραν τον πολιτισμό μας, έπειτα το σύστημα και τους πολιτικούς και φυσικά έκαναν συνένοχο και τον πολίτη. Απωλέσαμε την αξιοπρέπεια μας, το μεράκι και το φιλότιμό μας, εθιστήκαμε στη χυδαιότητα. Η κρίση έφερε έναν προβληματισμό παραπάνω, αλλά δυστυχώς οι εργολάβοι δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους, οι γιατροί δεν σέβονται τον όρκο τους, οι δικηγόροι δεν επιτελούν σωστά τα καθήκοντά τους, οι νέοι κανιβαλίζονται καθημερινά σε ό,τι πιο χυδαίο υπάρχει. Έχουμε χάσει την επαφή μας με την ποιότητα που έχουμε ως λαός από τα γεννοφάσκια μας.        

 

 

 

 

 

Σχόλια

Culture