Back to Top
#TAGS ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ Αιγιάλεια Νάσος Νασόπουλος Τέμπη
Αγγελίες
Μην ψάχνεις, βρες στο
THE BEST

ΘΕΑΤΡΟ

/

Διονύσης Κλάδης: Ο Πατρινός ηθοποιός τα «σπάει» στο «Toc Toc- Αγάπη ρε…», και μιλάει στο thebest για την πορεία του στη θεατρική Αθήνα

Διονύσης Κλάδης: Ο Πατρινός ηθοποιός τα ...
Κωνσταντίνα Ανδριοπούλου
[email protected]

Με ρίζες στην Πάτρα και τη Ζάκυνθο, κουβαλά μια «εσωτερική γεωγραφία» γεμάτη χιούμορ, θεατρικότητα και μνήμη, στοιχεία που τροφοδοτούν την υποκριτική του.

Κινείται με την ίδια άνεση ανάμεσα στη σκηνή, το μικρόφωνο της μεταγλώττισης και τον κινηματογράφο ενώ μιλά για τις ρίζες, τις «ρωγμές» και τις συναντήσεις που δίνουν νόημα στην τέχνη.

Ο λόγος για τον Πατρινό ηθοποιό Διονύση Κλάδη και αφορμή, η φετινή του συμμετοχή στην επιτυχημένη κωμωδία «Toc Toc- Αγάπη ρε…», που σκηνοθετεί ο Κώστας Σπυρόπουλος (ο οποίος και πρωταγωνιστεί), με συμπρωταγωνιστές τη Μαρία Γεωργιάδου και τον Μιχάλη Μητρούση, στο Θέατρο Βρετάνια.

Ο Διονύσης Κλάδης μιλά στο thebest.gr για τη διαδρομή του από το Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν», μέχρι τις σύγχρονες θεατρικές σκηνές και τα στούντιο μεταγλώττισης, επιμένοντας ότι «η σκηνή είναι ο τόπος που σου επιτρέπει να εκφράσεις συναισθήματα με έναν τρόπο έντονο και δυνατό, μέσα από την ασφάλεια του ρόλου».

Στο Toc Toc, μια παράσταση που ισορροπεί ανάμεσα στο γέλιο και τη συγκίνηση, ο ίδιος βλέπει κάτι βαθύτερο από μια απλή κωμωδία: «Θα ήθελα ο θεατής φεύγοντας να πάρει μαζί του μια ανακούφιση. Να νιώσει ότι δεν είναι μόνος στις δικές του μικρές ή μεγάλες “παραξενιές”».

Με ρίζες στην Πάτρα και τη Ζάκυνθο, κουβαλά μια «εσωτερική γεωγραφία» γεμάτη χιούμορ, θεατρικότητα και μνήμη, στοιχεία που τροφοδοτούν την υποκριτική του. Παράλληλα, μέσα από τη δουλειά του στη μεταγλώττιση, ανακαλύπτει μια άλλη ελευθερία έκφρασης, εκεί όπου «η φωνή σου είναι το μόνο μέσο για να μεταφέρεις το συναίσθημα» και μπορεί να γίνει μέρος της φαντασίας των παιδιών. Σε μια εποχή ψηφιακής τελειότητας, ο Διονύσης Κλάδης υπερασπίζεται το ζωντανό θέατρο ως «ένα από τα τελευταία οχυρά της αλήθειας», προσκαλώντας το κοινό να αγκαλιάσει τις ατέλειές του και να γελάσει με αυτές.

 

Πώς ξεκίνησε η σχέση σου με την υποκριτική και τι σε οδήγησε να επιλέξεις τη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης «Κάρολος Κουν»;

Η σχέση μου με την υποκριτική, δεν  ήταν μια ξαφνική απόφαση, αλλά περισσότερο μια οργανική ανάγκη να εκφραστώ. Για έναν μάλλον εσωστρεφή άνθρωπο όπως εγώ, η σκηνή είναι ο τόπος που επιτρέπει να εκφράσεις συναισθήματα με έναν τρόπο έντονο και δυνατό και μέσα από την ασφάλεια του ρόλου. Το Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» μου ήταν πάντα ένας πολύ γοητευτικός κόσμος. Η αισθητική του, η ιστορία του, η «ιερή» μαθητεία που κουβαλάει ο χώρος, η ίδια η προσωπικότητα του Καρόλου Κουν μέσα από τις συνεντεύξεις του ήταν αρκετά για να το επιλέξω.

Πόσο σε έχει επηρεάσει η καταγωγή σου από τη Ζάκυνθο και η ζωή στην Πάτρα στον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο και την τέχνη;

Η διπλή καταγωγή από Πάτρα από την πλευρά της μαμάς και Ζάκυνθο από τον μπαμπά, φαντάζομαι πως με έχει επηρεάσει συνειδητά και ασυνείδητα. Και οι δύο τόποι έχουν καλλιτεχνικό παρελθόν, η τέχνη ήταν και είναι πολύ ενταγμένη στη ζωή των ανθρώπων. Και οι δύο γιαγιάδες μου τραγουδούσαν, η μία που είναι στη ζωή ίσως το κάνει ακόμη στα 97 της, υπάρχει μια θεατρικότητα στον τρόπο των συγγενών από τη μεριά του πατέρα, ένα πιο έντονο επτανησιακό ταμπεραμέντο, που σίγουρα μ’ έχει επηρεάσει. Το χιούμορ νομίζω πως ήταν κοινώς παρονομαστής και στις δύο οικογένειες, ασπίδα σε κάθε δυσκολία.

Έχεις συμμετάσχει σε πολύ διαφορετικές θεατρικές δουλειές. Υπάρχει κάποιος ρόλος που θεωρείς σταθμό στην πορεία σου;

Σταθμός για μένα ήταν όταν κλήθηκα να ερμηνεύσω έναν χαρακτήρα στο έργο της Μάρτα Μπουτσάκα «Τα κορίτσια δεν πρέπει να παίζουν ποδόσφαιρο» ένας ρόλος που φαινομενικά μου ήταν ξένος, ένας άντρας βίαιος, σχεδόν απωθητικός. Η διαδικασία του να τον καταλάβω, να τον δικαιώσω και τελικά να τον αγαπήσω, ήταν ένα μεγάλο μάθημα. Συνειδητοποίησα ότι κομμάτι της δουλειά μας είναι να είμαστε οι «συνήγοροι» των χαρακτήρων μας, όσο σκοτεινοί κι αν είναι.

Τι σε ελκύει περισσότερο στο θέατρο: η πρόβα, η ζωντανή επαφή με το κοινό ή η συλλογική δημιουργία;

Μου είναι κάπως δύσκολο να τα ξεχωρίσω, γιατί για μένα είναι κρίκοι της ίδιας αλυσίδας. Αλλά αν έπρεπε να διαλέξω αυτό που με κρατάει ζωντανό, είναι η στιγμή της συνάντησης. Η πρόβα είναι ο τοκετός, η μοναχική και συχνά επίπονη διαδικασία όπου ψάχνεις στο σκοτάδι να βρεις τον ήρωα. Η συλλογική δημιουργία είναι το στήριγμά μας, το να ξέρεις ότι ο συνάδελφός σου είναι εκεί για να σε «σώσει» αν ξεχάσεις μια λέξη ή αν παραπατήσεις.

Όμως, η ζωντανή επαφή με το κοινό, είναι μάλλον το πιο μαγικό κομμάτι. Ειδικά σήμερα, που όλα γύρω μας γίνονται ολοένα και πιο ψηφιακά, πιο αψεγάδιαστα και πιο κατασκευασμένα, το θέατρο παραμένει ένα από τα τελευταίο οχυρά της αλήθειας. Αυτή η ηλεκτρισμένη σιωπή που επικρατεί στην αίθουσα όταν συμβαίνει κάτι αληθινό πάνω στη σκηνή, δεν μπορεί να αντικατασταθεί από καμία οθόνη και κανέναν αλγόριθμο.

Φέτος συμμετέχεις στην θεατρική παράσταση «Toc Toc –Αγάπη ρε… μ#&ν!@», δίπλα στον Κώστα Σπυρόπουλο. Πώς είναι η συνεργασία σας, τόσο ως σκηνοθέτη όσο και ως συμπρωταγωνιστή;

Με τον Κώστα Σπυρόπουλο, έχουμε χτίσει  μια σχέση εμπιστοσύνης. Ως σκηνοθέτης γνωρίζει καλά τον τρόπο να  δημιουργεί προϋποθέσεις οικειότητας και ασφάλειας, μέσα στις οποίες ένας ηθοποιός μπορεί να ξεκλειδώσει και να πλάσει έναν ρόλο. Γνωρίζει την κωμωδία και τον ρυθμό της, μιας και ο ίδιος διαθέτει πολύ χιούμορ. Είναι ένας πολύ γενναιόδωρος παρτενέρ στη σκηνή και έχει διαρκή φροντίδα για το γενικό αποτέλεσμα.

Πώς προσεγγίζετε έναν ρόλο με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή χωρίς στερεότυπα;

Νομίζω πώς το μεγαλύτερο στοίχημα σε αυτή την παράσταση είναι το να μην κάνουμε  καρικατούρες, αλλά να είναι οι χαρακτήρες μας τρισδιάστατοι. Προσπαθήσαμε να μελετήσουμε την ανθρώπινη πλευρά τους, το άγχος, την εσωτερική τους πίεση, τους λόγους που ενδεχομένως τους οδηγούν σε αυτού του είδους τις νευρώσεις. Η κωμωδία προκύπτει από την κατάσταση και την αλληλεπίδραση, όχι από διάθεση να κοροϊδέψουμε την πάθηση. Στόχος είναι ο θεατής να ταυτιστεί, να βρει σημεία σύγκλισης με τους  χαρακτήρες.

Τι θα ήθελες να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από το Toc Toc;

Το Toc Toc είναι ένα έργο που το κοινό το αγαπάει πολύ γιατί γελάει με την καρδιά του, αλλά πιστεύω πως η ουσία κρύβεται σε αυτό που συμβαίνει όταν σταματήσουν τα γέλια. Θα ήθελα, λοιπόν, ο θεατής φεύγοντας να πάρει μαζί του μια ανακούφιση. Να νιώσει ότι δεν είναι μόνος στις δικές του μικρές ή μεγάλες «παραξενιές». Ζούμε σε μια εποχή που όλοι προσπαθούμε να δείχνουμε αψεγάδιαστοι, ειδικά με την πίεση των social media και της ψηφιακής εικόνας που πρέπει να είναι πάντα τέλεια. Το έργο μας, όμως, φωτίζει τις ρωγμές μας.

Θα ήθελα να σκεφτεί ότι αυτές οι εμμονές, τα «τικ», οι δυσκολίες μας, είναι τελικά αυτά που μας κάνουν ανθρώπους. Αν ο θεατής βγει από το θέατρο και κοιτάξει τον διπλανό του στο μετρό ή στον δρόμο με λίγη περισσότερη κατανόηση και λιγότερη επίκριση, τότε έχουμε πετύχει τον στόχο μας. Το Toc Toc μας θυμίζει ότι η μεγαλύτερη θεραπεία είναι η αποδοχή και το να μπορούμε να γελάμε με τον εαυτό μας. Αυτή την «αγκαλιά» θα ήθελα να κρατήσει ο θεατής, σαν φυλαχτό για τις μέρες που νιώθει «λίγος» ή «διαφορετικός».

Ασχολείσαι ενεργά και με τη μεταγλώττιση. Τι σε γοητεύει περισσότερο στη δουλειά με τη φωνή;

Η διαφορά της μεταγλώττισης από το θέατρο ή τον κινηματογράφο είναι ότι στην πρώτη είσαι απόλυτα «γυμνός» από εικόνα. Η φωνή σου είναι το μόνο μέσο για να μεταφέρεις το όποιο συναίσθημα και μπορείς να τσαλακωθείς να είσαι παιδί, ζώο ή δράκος με έναν τρόπο διαφορετικής ελευθερίας από αυτό του θεάτρου ή του σινεμά. Σαν παιδιά με την αδερφή μου ακούγαμε παραμύθια σε κασέτες και η φαντασία μας γινόταν σκηνοθέτης, σκηνογράφος ενδυματολόγος  με διαφορετικά τελικά αποτελέσματα για τον καθένα μας! Μεγαλώνοντας, μου αρέσει πολύ η σκέψη ότι η φωνή μου μπορεί να γίνεται μέρος της φαντασίας κάποιων άλλων παιδιών.

Υπάρχει κάποιος χαρακτήρας κινουμένων σχεδίων που έχεις αγαπήσει ιδιαίτερα;

Αν αγάπησα περισσότερο έναν ήρωα μεταγλώττισης είναι ο Τσιπ, ένας σκίουρος ντετέκτιβ από την ταινία  ζωντανής δράσης και κινουμένων σχεδίων «Τσίπ & Ντέιλ- Οι υπερασπιστές του Δικαίου» της Disney, για την αφοπλιστική του απλότητα και την τεράστια αγάπη για τον φίλο του Ντέιλ. Η ταινία ολόκληρη , παρότι περιπέτεια, είναι ένας ύμνος στη φιλία!

 Το 2025, συμμετείχες στην ταινία το «Ξένο Αίμα» που αντλεί έμπνευση από την πράξη συγχώρεσης του Αγίου Διονυσίου. Πώς βίωσες αυτή τη θεματική, δεδομένης και της καταγωγής σου, από τη Ζάκυνθο;

Η συμμετοχή μου στην ταινία «Ξένο Αίμα» του αγαπημένου μου καθηγητή, αρχικά στο Θέατρο Τέχνης και μετέπειτα σκηνοθέτη, ήταν  μια πολύ ευχάριστη εμπειρία. Η ταινία εμπνέεται από τη ζωή του Αγίου Διονυσίου και όταν κατάγεσαι από τη Ζάκυνθο, η ιστορία του Αγίου δεν είναι απλώς ένα θρησκευτικό κείμενο ή μια παράδοση, αλλά εντελώς ενταγμένη στη ζωή των κατοίκων του νησιού. Η οικογένεια των θείων μου, μένει δίπλα από τον τόπο που μόνασε ο Άγιος και από πολύ μικρός ήρθα σε επαφή με αυτή την υπερβατική συγχώρεση του φονιά του αδερφού του.

Πώς συνυπάρχουν μέσα σου η πατρινή και η ζακυνθινή σου καταγωγή;

Καρναβάλι και καντάδα, εξωστρέφεια και όνειρο, δυο περιοχές τόσο κοντά αλλά με τη δικιά της ξεχωριστή θερμοκρασία η καθεμία, πολύ χαρούμενος που διαμορφώνουν την προσωπική μου εσωτερική γεωγραφία!

Τι σημαίνει για σένα η Πάτρα; Είναι τόπος αφετηρίας, επιστροφής ή εσωτερικό σημείο αναφοράς;

Μάλλον και τα τρία μαζί. Είναι η αφετηρία των ονείρων μου, ο τόπος επιστροφής για ξεκούραση, εκεί που η μνήμη συναντά την ηρεμία. Η επαφή με την οικογένεια, αγαπημένους συγγενείς, παιδικούς φίλους, μου θυμίζει ποιος πραγματικά είμαι και με βοηθάει να επαναπροσδιορίζομαι. Ως ηθοποιός, η Πάτρα είναι η αποθήκη των πρώτων μου συναισθημάτων.

Πώς βλέπεις τη θεατρική και γενικότερα την καλλιτεχνική κίνηση στην Πάτρα σήμερα;

Υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα, θεατρική κίνηση στην Πάτρα, με πολλές μικρές ομάδες και πρωτοβουλίες από αρκετούς χώρους τέχνης. Το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας κάνει επίσης αξιόλογες προσπάθειες, είχα τη χαρά να συμμετέχω στο δυναμικό του την θεατρική περίοδο 2017-2018 , που ανεβάσαμε «Την τρελή του Σαγιό» με το Άρμα Θέσπιδος. Η Πάτρα έχει ένα κοινό που αγαπάει πολύ το θέατρο και το διεκδικεί, κάτι που δεν βρίσκεις πάντα στις μεγάλες πόλεις.

Τι πιστεύεις ότι λείπει από το πολιτιστικό τοπίο της πόλης;

Η Πάτρα είναι μια πόλη με τεράστιο πολιτιστικό απόθεμα, μια πόλη που συνεχώς γεννάει καλλιτέχνες αλλά αν είμαστε ειλικρινείς, αυτό που της λείπει -και το λέω με πολλή αγάπη- είναι μια συνεκτική υποδομή που να αγκαλιάζει όλο αυτό το ταλέντο καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου. Έχουμε συνηθίσει να ταυτίζουμε την Πάτρα με τη μεγάλη γιορτή του Καρναβαλιού, η οποία είναι υπέροχη και συμμετέχω ακόμη και τώρα που ζω μόνιμα στην Αθήνα, αλλά η πόλη δικαιούται μια πολιτιστική καθημερινότητα εξίσου έντονη. Λείπουν οι μόνιμες «γέφυρες» ανάμεσα στους νέους δημιουργούς και τους θεσμούς. Θα ήθελα να βλέπω περισσότερους χώρους που να λειτουργούν ως κυψέλες δημιουργίας για τα νέους ανθρώπους, όχι μόνο για παραστάσεις, αλλά για έρευνα, για πειραματισμό, για ανταλλαγή ιδεών. Αυτό που λείπει, τελικά, είναι η πίστη ότι η Πάτρα μπορεί να είναι πρωταγωνίστρια και όχι μόνο ένας σταθμός για περιοδείες. Έχει το έμψυχο δυναμικό, έχει την ιστορία, έχει την ομορφιά. Χρειάζεται όμως ένα όραμα που να την κάνει να αναπνέει πολιτισμό 365 μέρες τον χρόνο, δίνοντας χώρο στην αλήθεια των ανθρώπων της.

Αν έπρεπε να περιγράψεις την Πάτρα με τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν;

Οικογένεια, φίλοι, αναμνήσεις.

Αν μπορούσες να πεις μία φράση στον νεότερο εαυτό σου, ποια θα ήταν;

«Μην βιάζεσαι και μην φοβάσαι το «όχι» σου, χτίζει και το όχι σκαλοπάτι στην εξέλιξη. Κάθε εμπόδιο μπορεί να είναι μια νέα διαδρομή που απλώς δεν είχες φανταστεί».

Τι ονειρεύεσαι καλλιτεχνικά για τα επόμενα χρόνια;

Να συνεχίσω να συναντιέμαι με ανθρώπους που έχουμε κοινή αισθητική και να συμμετέχω σε δουλειές που συγκινούν και αφήνουν μια χαραμάδα ελπίδας στον θεατή.

Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr

Culture