Back to Top
#TAGS Αιγιάλεια Δελτίο Ειδήσεων Κορωνοϊός Πανελλήνιες Εξετάσεις 2020 Αγιά Σοφιά ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Εξάπλωση κορωνοϊού Χάρτης

ΒΙΒΛΙΟ

/

Με το βλέμμα στο ‘21

Με το βλέμμα στο ‘21

Το «γαλλικό πάθος» μόλυνε και το ’21, άρθρο του Κυριάκου Δ. Σκιαθά

Στην εξέγερση του ’21, όπως και σ’ αλλά διεθνή επαναστατικά κινήματα, οι πολεμιστές όση εγκράτεια κι αν επιδείκνυαν, δεν ήταν δυνατόν να αντισταθούν στο κάλεσμα της σάρκας. Τα αφροδίσια νοσήματα είχαν εξαπλωθεί σε όλον τον κόσμο, προκαλώντας στους αγωνιστές περισσότερες απώλειες από τα εχθρικά βόλια. Ο ηπειρώτης οπλαρχηγός Γεωργάκης Κίτσου είχε μολυνθεί, από τη μεταδοτική ασθένεια «γαλλικό πάθος» ή «μαλαφράντζα», ή ειρωνικά «μεγαλόσταυρος», όπως αποκαλούταν τότε η σύφιλη.

Γεώργιος Κίτσος (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα)

Γεώργιος Κίτσος (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα)

Για πρώτη φορά ο όρος «σύφιλις» χρησιμοποιήθηκε το 1530 από τον Hieronymi Fracastoro, στο ποίημα του «syphilis siuve morbus gallicus» (Σύφιλις ἡ γαλλικὴ νόσος). Γενικά στις αρχές του 16ου αιώνα, επειδή η αρρώστια ήταν ακόμα νέα και άγνωστη στη παγκόσμια κοινότητα, κάθε έθνος την ονόμαζε με το όνομα της χώρας ή του έθνους από όπου πίστευε ότι του μεταδόθηκε. Οι Γάλλοι επειδή την κόλλησαν από τη Νεάπολη την έλεγαν ναπολιτάνικο πάθος. Οι Ιταλοί που θεωρούσαν από τη μεριά τους ότι τους την μετέδωσαν οι Γάλλοι την ονόμαζαν male (di) Francia (αρρώστια γαλλική), δηλαδή μαλφραντζέζε και εξελληνισμένα μαλαφράντζα. Ο ποιητής των ναυτικών, Νίκος Καββαδίας στο ποίημα του με τίτλο «Πικρία», αναφέρει στην τέταρτη στροφή:

 

«… Τον πυρετό στους Τροπικούς, του Ρίο τη μαλαφράντζα,

τη πυρκαγιά που ανάψανε μια νύχτα στο Μανάο…».

 

Το πρώτο βιβλίο στην ελληνική γλώσσα που παρουσιάζει συστηματικά τη μαλαφράντζα είναι του καστοριανού γιατρού Ιωάννη Νικολίδη που εκδόθηκε στη Βιέννη το 1794, με τον τίτλο «Ερμηνεία περί του πως πρέπει να θεραπεύεται το Γαλλικόν Πάθος, ήγουν η Μαλαφράντζα». Ο Νικολίδης χαρακτηρίζει τη μαλαφράντζα «αφροδιασιακή πανούκλα».

 

Ο Γεώργιος Κίτσος ή Γεωργάκης Κίτσου, ήταν γιος του Κίτσου Κονταξή ,προύχοντα της Πλεσιβίτσας (σημερινό Πλαίσιο) Φιλιατών. Κατά την ηπειρωτική συνήθεια πήρε για επώνυμο το όνομα του πατέρα του. Είχε τρία αδέρφια: τον Δήμο, τον Νικόλαο και τη Βασιλική. Η Βασιλική ήταν η τελευταία σύζυγος του Αλή πασά, η περίφημη κυρά Βασιλική, την οποία στα 1808 παντρεύτηκε ο ερωτοχτυπημένος Αλή. Δεκαοκτώ χρονών εκείνη, εβδομηνταδύο αυτός.

 Στην επανάσταση του Εικοσιένα ο Γεώργιος Κίτσος ήταν αρχηγός των Ηπειρωτών. 9 Αυγούστου 1823, μαζί με τον Μάρκο Μπότσαρη και άλλους οπλαρχηγούς αντιμετώπισαν τους Τούρκους στο Κεφαλόβρυσο. Στη συνέχεια του Αγώνα ο Κίτσος βρέθηκε στον Μοριά.  Κατά την πρώτη ελληνο-ελληνική διαμάχη, στις αρχές του 1824, πήρε το μέρος της κυβέρνησης του Κρανιδίου που είχε πρόεδρο τον Γεώργιο Κουντουριώτη, εναντίον του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Οι Έλληνες πολεμούσαν μεταξύ τους, ενώ οι Τούρκοι αλώνιζαν τον Μοριά και τη Ρούμελη.

Στις 21 Ιουνίου 1825, κατά τον Τρικούπη (22 για τον Φωτιάδη) ο Κίτσος μπήκε στο πολιορκημένο Μεσολόγγι και αμέσως ζήτησε να του δώσουν να φυλάξει με το σώμα του το πιο επικίνδυνο πόστο… του έδωσαν την ντάπια (προμαχώνα) της Λουνέττας ή Γουλιέλμου της Οράγγης. Πράγματι ο Κίτσος με τους άνδρες του υπεράσπιζε με ηρωισμό τη Λουνέττα και οι πολιορκημένοι του έδειχναν μεγάλη εμπιστοσύνη.

Αργότερα στα 1827 έγινε πληρεξούσιος της Ηπείρου στη Συνέλευση της Τροιζήνας. Επί Καποδίστρια, στρατηγός πλέον, διορίστηκε Γενικός Επιθεωρητής Στρατού της Δυτικής Ελλάδας. Από αυτή τη θέση στάθηκε πολλές φορές απέναντι στον στρατάρχη Δημήτριο Υψηλάντη κατά την οργάνωση του στρατού και κυρίως των χιλιαρχιών.

Ο Γ. Κίτσος ήταν μαυροκορδατικός και σκευωρούσε για την πτώση του Δημήτριου Υψηλάντη. Ήταν όμως και μεγάλος γυναικάς. Αυτή φαίνεται πως ήταν η αχίλλειος πτέρνα του στην κόντρα του με τον στρατάρχη. Αν και παντρεμένος ήταν «παραδομένος εἰς τὰς ἐπιθυμίας τῶν γυναικῶν ἐκ νεότητός του, ἀλησμονήσας [δὲ] τὴ θέσιν του [του Γενικού Επιθεωρητού του Στρατοῦ] δὲν ἐπροφυλάχθη εἰς ταύτην τὴν περίστασιν», γράφει ο Νικόλαος Κασομούλης.

Μεγάλο σκάνδαλο προκάλεσε στο στράτευμα η συνεύρεση του στρατηγού με τη γυναίκα ενός φίλου του, εικοσιπένταρχου (βαθμός υπαξιωματικού στη χιλιαρχία). Ο Γ. Κίτσος κόλλησε την ερωμένη του, η οποία με τη σειρά της μόλυνε με την αρρώστια της σύφιλης τον σύζυγό της. Η πέτρα του σκανδάλου, κάτω από την πίεση του άνδρα της, μαρτύρησε τον στρατηγό.

Ο Κασομούλης με την αντικειμενική σε τέτοια ζητήματα γραφίδα του αποτυπώνει το γεγονός: «[Ο Γεώργιος Κίτζιου] μολυσμένος ἀπὸ τὰ γαλλικὰ πάθη, ἐξαπατήσας μίαν γυναῖκα Θηβαίαν ἑνὸς φίλου του εἰκοσιπεντάρχου Ἀλεξίου ὀνομαζομένου (δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ παρώνυμον), ἐμόλυνεν αὐτήν˙ ἐκ τῆς ὁποίας λαβὼν τὴν ἰδίαν ἀσθένειαν ὁ σύζυγός της ἐστενοχώρησεν αὐτὴν - ἀφοῦ δὲν ἐγνώριζεν τὸν ἑαυτόν του μὲ ἄλλην – νὰ τὸν εἰπῇ μὲ ποῖον ἐκοιμήθη καὶ ἐμολύνθη. Ἡ γυνή, φοβουμένη τὸν φόνον, ἤτοι δικαίως ἤτοι ἀδίκως, ἐμαρτύρησεν ὅτι τὸ ἔπαθεν ἀπὸ τὸν στρατηγὸν Γ. Κίτζιον…».

Ο απατημένος σύζυγος έκανε τα πάντα να δικαιωθεί κοινοποιώντας ακόμα περισσότερο το γεγονός και τα κατάφερε. Ο στρατηγός πλήρωσε το ερωτικό του παραστράτημα. Το Γενικό Φροντιστήριο, είτε γιατί ο στρατηγός ανήκε στο κόμμα του Μαυροκορδάτου, είτε γιατί έβλεπε ότι το δίδυμο (Υψηλάντη - Κίτσου) δημιουργούσε προβλήματα δυσλειτουργίας στο στράτευμα, είτε για να αμβλύνει τα πάθη, εισηγήθηκε την απομάκρυνση του Γ. Κίτσου από την εστία του σκανδάλου. Ο Καποδίστριας τον μετέθεσε στο στρατόπεδο της Δυτικής Ελλάδας. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1828, ο αδερφός του Κυβερνήτη Αυγουστίνος Καποδίστριας «ἐνήργησεν νὰ διορισθῇ πὰλιν ὁ Γεωργ. Κιτζιος Γεν. Ἐπιθεωρητὴς εἰς τὸ τῆς Δυτ. Ἑλλάδος στρατόπεδον», σύμφωνα με την πολιτική που εφάρμοζε, με το να ευχαριστεί τους δυσαρεστημένους από τον Δημ. Υψηλάντη.

Ο Γεώργιος Κίτσος συνέχισε τη στρατιωτική του καριέρα και πέθανε στη ψάθα, «απόστρατος στρατηγός», στην Αθήνα, στις 26 Δεκεμβρίου 1841. Η ταφή του έγινε με χρήματα που μαζεύτηκαν από έρανο, όπως και σε τόσους άλλους παλιούς αγωνιστές του Εικοσιένα. Άμα είχε πεθάνει κανένας φτωχός αγωνιστής, έβγαιναν στο παζάρι ένας - δυο καλοί χριστιανοί μ’ ένα πιάτο και δυο κεριά σταυρωτά στο κέντρο του, με λίγο λιβάνι, και ζητούσαν χρήματα για να τον θάψουν. Ανάλογη κηδεία «αξιώθηκε» και η Κίτσαινα, η χήρα του στρατηγού, που πέθανε τον Νοέμβριο του 1857.

 

*  Αποσπάσματα από το βιβλίο του Κυριάκου Δ. Σκιαθᾶ, τα ερωτικά του ’21, τόμος Β΄, πρόλογος Βασίλη Κων. Λάζαρη, εκδόσεις  Διαπολιτισμός, 2017.

Culture