Back to Top
#TAGS ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ Αιγιάλεια Νάσος Νασόπουλος Τέμπη Πατρινό Καρναβάλι 2026
Αγγελίες
Μην ψάχνεις, βρες στο
THE BEST

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

/

Ανδρέας Καράβολας : "Δήμος και Περιφέρεια δύο βαθμοί αυτοδιοίκησης, ένας στόχος"

 Ανδρέας Καράβολας : "Δήμος και Περ...

Μεγάλη προσέλευση χθες στη Διακείδιο Σχολή Λαού

Μεγάλο ενδιαφέρον είχε η χθεσινή ομιλία του πρώην δημάρχου Πατρών Ανδρέα Καράβολα στη Διακείδιο Σχολή. Αναλυτικά ανέφερε:

"Κυρίες  και Κύριοι

Όσες  φορές κι αν έχει μιλήσει κάποιος  δημόσια για ένα θέμα, όσες φορές  κι αν έχει πραγματευτεί ένα ζήτημα, κάθε μία φορά είναι μοναδική. Ο  χρόνος, ο τόπος, η αφορμή, η αιτία, η σύνθεση του ακροατηρίου, όλα  συνηγορούν στη διαφοροποίηση του νοήματος και των παραγόμενων μηνυμάτων. Κάθε ένας, ανάλογα με τις εμπειρίες του και τα βιώματα του, ας τοποθετήσει μέσα του όσα ακούσει κι ας ανακαλύψει τις δικές του ερμηνείες.

Η ρέουσα πραγματικότητα, η σημασία και  η κατεύθυνση των πολιτικών και  κοινωνικών επιλογών, καθιστούν επιτακτική την εκ νέου ανάγνωση όσων θεωρούνται δεδομένα, κάθε φορά που διαμορφώνεται μια νέα πραγματικότητα.

Από αυτή τη νομοτέλεια δε μπορεί να ξεφύγει  και η αποψινή ομιλία. Η χρησιμότητα  του περιεχομένου της μοιραία  βρίσκεται σε ευθεία συνάρτηση με τη συγκυρία, με το εξελικτικό στάδιο των θεσμών και με το γενικό μέσο όρο αντίληψης που προσδιορίζει τις απαιτήσεις της κοινωνίας.

Στα δεκαέξι χρόνια που υπηρέτησα την Τοπική Αυτοδιοίκηση ως Δήμαρχος Πατρέων και στα 12 χρόνια που θήτευσα στην Επιτροπή των Περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναμετρήθηκα πολλές φορές με εγγενείς και συγγενείς παθογένειες του θεσμού της Αυτοδιοίκησης, όχι πάντα με επιτυχία, αλλά πάντα με πάθος και διάθεση συμβολής προς μια προοδευτική κατεύθυνση

Η Τοπική αυτοδιοίκηση πάσχει από εγγενείς παθογένειες που δημιουργεί η ίδια η φύση της, δηλαδή η εγγύτητα της με τους πολίτες, άρα και με τις δικές τους αδυναμίες και αποσπασματικές προσεγγίσεις που μεταφέρονται ως πιέσεις στο δημοτικό συμβούλιο και οδηγούν σε μετριασμό την ένταση των αλλαγών και βελτιώσεων, αποτέλεσμα της πλημμελούς ενημέρωσης ή συμμετοχής των πολιτών.

Πάσχει, όμως, και από συγγενείς παθογένειες  – οι οποίες είναι και οι βαρύτερες  – οφειλόμενες στην ίδια τη διάρθρωση  του κεντροδιοίκητου ελληνικού  κράτους από την ίδρυσή του. Συγκεντρωτική αντίληψη στην νομοθετική και εφαρμοστική λογική, οριζόντιες και κάθετες συναρτήσεις συμφερόντων, διαρκής μεταβολή κομματικών επιδιώξεων και εμφανείς και αφανείς διακομματικοί μηχανισμοί νομής εξουσίας και πόρων, κατέστησαν την Τοπική Αυτοδιοίκηση όμηρο μιας πραγματικότητας ασύμφωνης με το κοινωνικό και αναπτυξιακό συμφέρον. Στην πραγματικότητα, το μέγιστο μέρος των δυνάμεων και του χρόνου ενός Δημάρχου και κατ’ επέκταση των αιρετών αρχόντων μιας πόλης, διοχετεύεται στην διαχείριση δεκάδων μικρών και μεγάλων κρίσεων που δημιουργούν, η τοπική σύγκρουση μικροσυμφερόντων και η υπερτοπική πολιτική δραστηριότητα άλλων πολιτικών παραγόντων.

Προκειμένου δε, να παραμείνει αλώβητη η συγκεντρωτική  δομή του Ελληνικού κράτους, παρά τα σημαντικά βήματα που έγιναν μετά το 1981, έχει διαμορφωθεί το πιο περίπλοκο και αυτοαναιρούμενο κανονιστικό πλαίσιο στην Ευρώπη. Πουθενά αλλού, η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν διατηρεί τόσο πολλές ημιτελείς αρμοδιότητες και πολλές φορές εμπλεκόμενες και πουθενά αλλού η αυτοδιοικητική πολιτική δεν παραμένει τόσο εξαρτημένη από την κεντρική διακυβέρνηση.

Μέσα  σε αυτό το πλαίσιο σφυρηλατήθηκε η σημερινή Ελλάδα. Μία χώρα που θεωρεί αποδεκτό να έχει συγκεντρώσει το 55% του πληθυσμού της και το 75% του ΑΕΠ της στο 5% της έκτασής της. Μια χώρα σε κρίση. Μια χώρα ελάχιστα ανταγωνιστική. Μια χώρα με χαμηλή αυτοπεποίθηση, όπου η επίγνωση της πραγματικότητας γεννά και αναπαράγει μια αίσθηση ματαιότητας εντός του πολιτικού συστήματος και, τελικά, εντός των μηχανισμών λειτουργίας της κοινωνίας. Κι όμως, η αλήθεια είναι ότι αυτή η κατάσταση μπορεί ν’ αλλάξει αν πάρουμε απόφαση να ανατρέψουμε αυτούς τους συσχετισμούς.

Σήμερα, η ενασχόληση με τα δημόσια πράγματα μοιάζει ολοένα και περισσότερο με δρόμο αντοχής του οποίου τον τερματισμό ουδείς γνωρίζει, δρόμο που απαιτεί από καθένα αιρετό να δίνει όλες του τις δυνάμεις καλόπιστα και χωρίς εγγυήσεις. Υπό το βάρος των εμποδίων που φαίνονται παράλογα αλλά είναι αληθινά, πολλοί αιρετοί αποκαρδιώνονται και εγκαταλείπουν. Άλλοι ξοδεύονται στους δαιδάλους ενός ατελούς θεσμικού πλαισίου. Κάποιοι άλλοι, αλλάζουν πεδίο προσφοράς και μεταπηδούν στην κεντρική εξουσία. Ελάχιστοι απομένουν να υπομένουν αδιαμαρτύρητα αυτή τη στρεβλή ελληνική αυτοδιοικητική πραγματικότητα και αισθάνομαι τυχερός διότι πολλοί απ’ αυτούς με τιμούν απόψε με την παρουσία τους.

Το πραγματικό κόστος, όμως, που παράγει η συνεχιζόμενη κρατική κηδεμονία, είναι η υποβάθμιση αυτής καθαυτής της ποιότητας  της Δημοκρατίας και εν τέλει  της συνολικής ποιότητας της  πατρίδας μας.

Οι παθογένειες  αναπαράγονται, ενδυναμώνονται και  μεταβιβάζονται. Δεν παραμένουν ακίνητες και υπό έλεγχο. Ως εισαγωγικό δεδομένο εργασίας, λοιπόν, θα πρέπει να έχουμε ότι το κεντροδιοίκητο κράτος αντιμετωπίζει  διαχρονικά την Τοπική Αυτοδιοίκηση ως το άκρο του βραχίονά του, ως το μέλος που κάνει τις δουλειές κατόπιν εντολών του εγκεφάλου. Αντιμετωπίζει την Τοπική Αυτοδιοίκηση ως χωρική οντότητα και ως θάλαμο επεξήγησης, υλοποίησης και νομιμοποίησης των πολιτικών του αποφάσεων.

Το κράτος ιδιοποιήθηκε και παρακρατεί την υπόσταση και λειτουργία της δημοκρατίας, παραχωρώντας  στους δήμους μόνο τον δημοκρατικό τρόπο εκλογής των αρχόντων και τον δημοκρατικό μανδύα λειτουργίας των οργάνων διοίκησης. Στην πραγματικότητα, μέσα από μια καθετοποιημένη κουλτούρα περί πλειοψηφίας και μειοψηφίας που μετατρέπει τα δημοτικά συμβούλια σε πεδία κομματικής εκγύμνασης και χώρο κατάθεσης διαπιστευτηρίων ωριμότητας κομματικών ρόλων, η κεντρική εξουσία αναπαράγεται και επαφίεται στη συνείδηση κάθε δημάρχου και των δημοτικών συμβούλων εάν η δημοκρατία θα κατοικεί ή όχι σε κάθε δημοτικό συμβούλιο.

Σήμερα, ακόμα και απλοί δημοτικοί  σύμβουλοι, αλλά και αλυσιδωτά όλοι οι έχοντες ρόλο, ενταγμένοι σε μια  υποβαθμισμένη δημοκρατική λειτουργία, λογοδοτούν σε μια επικυρίαρχη πολιτική ομάδα. Ολοένα και περισσότερο οι αποφάσεις λαμβάνονται πριν την έναρξη της συνεδρίασης των Δημοτικών Συμβουλίων και ολοένα περισσότερες καλές ιδέες χάνονται επειδή είχαν την ατυχία να ειπωθούν από τις μειοψηφίες. Το ίδιο γίνεται και στο επίπεδο της Κεντρικής Εξουσίας. Το ίδιο γίνεται και στα ημικρατικά πεδία.                 Οι πάντες θεωρούν βολικό να λογοδοτούν στους πολιτικούς εργοδότες τους και λησμονούν ότι στην  πραγματική δημοκρατία , μόνος εργοδότης των πολιτικών είναι ο λαός και η μόνη λογοδοσία που επιβάλλεται είναι η απόδοση έργου στην κοινωνία.

Φεύγοντας για λίγο από το επίπεδο των  παθογενειών της Αυτοδιοίκησης, όπως αυτές έλαβαν την οριστική τους μορφή στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, πρέπει να προσεγγίσουμε τις πρακτικές της κεντρικής εξουσίας για να αποκτήσουμε μια ολοκληρωμένη αντίληψη του προβλήματος.

Κατά  την τελευταία αναθεώρηση του  Συντάγματος, η Ελληνική Πολιτεία δεν τόλμησε να απελευθερώσει την αθέατη πλευρά της Δημοκρατικής Εξουσίας, δηλαδή την Αυτοδιοίκηση. Αυτό συνέβη επειδή δεν υιοθετήθηκε η Αρχή της Επικουρικότητας. Η υιοθέτηση δηλαδή της αρχής, ότι ο Πολίτης δικαιούται να απολαμβάνει υπηρεσίες απ’ την εγγύτερη σ’ αυτόν Αρχή κάθε φορά. Εάν αυτή η αρχή είχε εγγραφεί στον Σύνταγμα, τότε η κεντρική εξουσία θα είχε την υποχρέωση να νομοθετεί υπέρ της αδιαμεσολάβητης δημοκρατίας δηλαδή υπέρ της ουσιαστικής μεταβίβασης πόρων και αρμοδιοτήτων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Αντ’ αυτού, εισήχθη το «Τεκμήριο Αρμοδιότητας», δηλαδή το δικαίωμα του κράτους να νομοθετεί προβλέποντας ποιες εξουσίες και αρμοδιότητες θα ασκεί και θα κατέχει το ίδιο και αφήνοντας όσες δεν αναφέρονται ρητά, στο ζωτικό χώρο της αυτοδιοίκησης.

Κατ’ ουσίαν, αυτό το Τεκμήριο Αρμοδιότητας ταυτίζεται με το Τεκμήριο Εξουσίας, άρα με την κατίσχυση της τρίτης βαθμίδας της εξουσίας επί των δύο βαθμίδων της αυτοδιοίκησης.

Αυτό  το έλλειμμα στο δημοκρατικό ισοζύγιο είναι τουλάχιστον ανάρμοστο  για τη χώρα που γέννησε τη δημοκρατία και είναι σίγουρα αντίθετο με το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, όπου Κράτη  με υψηλό δείκτη διαχειριστικής ευφυΐας  έχουν εκχωρήσει στην αυτοδιοίκηση το σύνολο των αρμοδιοτήτων τοπικής διαχείρισης και προγραμματισμού/σχεδιασμού τοπικής ανάπτυξης, αντιλαμβανόμενα έγκαιρα ότι κάθε άλλη επιλογή οδηγεί σε υπέρμετρη και σπάταλη γραφειοκρατίας, χρονοτριβή και, σε πολλές περιπτώσεις, διαφθορά που κλονίζει το Κύρος των θεσμών και της ίδιας της δημοκρατίας.

Θα τολμούσα να πω ότι στο σύγχρονο κόσμο, κάθε κράτος που δεν αποκεντρώνεται ουσιαστικά και όχι προσχηματικά, οδηγείται σε αυτοχειριασμό. Πως αλλιώς να εξηγήσει κανείς ότι το Κεντροδιοίκητο κράτος, που βλέπει εαυτόν όχι μόνον ως επιτελικό στρατηγείο και εγγυητικό παράγοντα, αυτοϋποχρεώνεται σε γιγαντισμό, κακή ποιότητα υπηρεσιών, ασύμφορο κόστος λειτουργίας και εν τέλει σε πολιτική και οικονομική κατάρρευση.

Κυρίες  και κύριοι

Έχω πειστεί  ότι μια σημαντική παράμετρος των σημερινών δεινών της Πατρίδας μας είναι – κατά βάση – η αγνόηση της Αρχής της Επικουρικότητας. Είναι η εμμονή του Κράτους που ψηφίζεται και υπάρχει από τους Πολίτες, να θεωρεί τους ίδιους Πολίτες ανήμπορους να εκλέξουν αυτοδιοικητικές αρχές ικανές να αντικαταστήσουν βασικές λειτουργίες του Κράτους προς όφελός τους.

Αυτό είναι ένα πραγματικό Ελληνικό παράδοξο. Αυτή  η εμπεδωμένη συγκεντρωτικότητα της εξουσίας έχει σαν αποτέλεσμα την σταδιακή παρακμή της αποτελεσματικότητας και του Κύρους των θεσμών, όπως είπαμε.

Όμως, πρέπει να σταθούμε για λίγο –προκειμένου να είμαστε δίκαιοι στη στάση μας έναντι του Κράτους – στο Συνταγματικό και στο νομοθετικό παρελθόν της Αυτοδιοίκησης κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης.

Το 1975, πράγματι, στο Σύνταγμα προβλέφθηκε η αποκέντρωση πόρων και αρμοδιοτήτων προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση, ώστε αυτή να καταστεί αυτοτελής, καθώς επίσης, προβλέφθηκε και η θέσπιση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης.

Η νομοθετική αδράνεια ή καλύτερα ο νομοθετικός  δισταγμός που ακολούθησαν δεν μετουσίωσαν τη Συνταγματική πρόβλεψη σε Νομοθετική εφαρμογή. Έτσι, ουσιαστικά μετά το 1981 παρατηρείται η ψήφιση νόμων υπέρ της οικονομικής αυτοτέλειας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (νόμος 1828 του ’89) που κι αυτός λόγω των αλλοιώσεων στην εφαρμογή του παρέμεινε ελλιπής και μόλις το 1994 θεσπίζεται, επιτέλους, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση.

Ο β’ βαθμός, ο οποίος παρά τις ατέλειες και  την οικονομική στενότητα μπόρεσε  να διευρύνει τη χωρική αντίληψη του  θεσμού της Αυτοδιοίκησης λειτουργώντας  ως προγύμναση για την επερχόμενη Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση που θα αποτελέσει,  πιθανότατα, τη λυδία λίθο της αποκέντρωσης στρατηγικών κρατικών αρμοδιοτήτων.

Στην  πραγματικότητα, χρειάστηκε να φθάσουμε στο 1997 για να νομοθετηθεί η αντίστοιχη χωρική επέκταση του Α’ βαθμού με το νόμο 2539 δηλαδή τον γνωστό «Καποδίστρια».

Τι σήμανε λοιπόν ο «Καποδίστριας»; Κατά τη γνώμη  μου επέτρεψε την εφαρμογή των προγραμμάτων ΕΠΤΑ και μετέπειτα ΘΗΣΕΑΣ καθώς και κοινοτικών προγραμμάτων που απέδωσαν έργα ενοποίησης των πρώην κοινοτήτων, έργα ποιότητας ζωής και προστασίας του περιβάλλοντος και, τελικά, το κυριότερο που απέδωσε ο «Καποδίστριας» ήταν η ψυχολογική, κοινωνική και διοικητική ενοποίηση του Αυτοδιοικητικού χώρου. Αυτό, σήμανε και το άνοιγμα της μεταρρυθμιστικής λεωφόρου που οδηγεί σήμερα στον Καλλικράτη.

Αν λοιπόν χρειαζόταν να επιλέξω ποια ήταν η  σημαντικότερη μέχρι σήμερα –  πράξη του Κράτους στο χώρο της Αυτοδιοίκησης θα έλεγα χωρίς  δεύτερη σκέψη ότι ήταν ο «Καποδίστριας». Έριξε τείχη, απαξίωσε προκαταλήψεις, διέλυσε τοπικισμούς και θεμελίωσε την οικονομική και στελεχιακή αναβάθμιση της Αυτοδιοίκησης.

Παρότι, λοιπόν συνέβη αυτή η πρόοδος, εντούτοις  δεν έγινε αντιληπτή παρά μόνο ως διοικητική μεταρρύθμιση. Το αποκεντρωτικό  πνεύμα του νόμου δεν μεταρρύθμισε την οπτική των πολιτών για  την λειτουργία των θεσμών και των οργάνων. Η προαναφερθείσα καθετοποίηση του κρατικού συγκεντρωτισμού παρέμενε ενεργή με αποτέλεσμα εντός του Καποδιστριακού περιβάλλοντος, αλλά και σε κάθε επίπεδο, όλοι, αιρετοί και υπάλληλοι να αναζητούν λύσεις παρακάμπτοντας τις συλλογικές λειτουργίες και την θεσπισμένη Ιεραρχία. Όλοι κατατείνουν στον ΕΝΑΝ και ικανό να δώσει τελικές λύσεις.

Όμως, δημοκρατία εντός της οποίας οι Πολίτες και τα όργανα δημοκρατικού προγραμματισμού κατατείνουν να λυτρώνονται από Έναν, είναι δημοκρατία σε παρακμή.

Όταν  η συλλογικότητα αυτοχειριάζεται, αυτό που γεννιέται στη θέση της  δεν είναι κάτι που μας αρέσει.

Ζούμε σε μια δημοκρατία, όπου άξιος λόγου  είναι αυτός που πετυχαίνει το στόχο του κάνοντας πατέντες και  όχι όποιος ψάχνει λύσεις μέσα στους θεσμούς.

Κυρίες  και κύριοι,

πιστεύω ότι η Δημοκρατία είναι Πολίτευμα  βάσης και όχι κορυφής. Πολίτευμα  που τις λύσεις δίνουν οι συλλογικοί θεσμοί και όχι ο «Ένας», όποιος κι αν είναι, όπως κι αν λέγεται.

Και είναι  ιστορική ευκαιρία τώρα στη συγκυρία που διανύουμε, να συντελεστεί μια πραγματική επανάσταση και να εισαχθεί με την τελική μορφή του Σχεδίου Καλλικράτης, η Αρχή της Επικουρικότητας στην κάθετη δομή της Διοίκησης, μέσα από την ενεργοποίηση της συνταγματικής πρόβλεψης για πραγματική αποκέντρωση εξουσιών και πόρων.

Οι βαθμίδες εξουσίας πρέπει να προκύπτουν ως συμπληρωματικές  και όχι ως ανταγωνιστικές. Η Τοπική δημοτική Αυτοδιοίκηση πρέπει να διαχειρίζεται  το σύνολο των καθημερινών υποθέσεων  της κοινωνίας και να εισηγείται από θέση ισχύος το αναπτυξιακό της μέλλον μέσα απ’την μελέτη και εφαρμογή ενός βιώσιμου χωροταξικού σχεδιασμού, σύμφωνου με τις δυνατότητες και τις επιδιώξεις της.

Με βάση την αρχή της Αρχής της Επικουρικότητας, η δεύτερη βαθμίδα,  Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση θα πρέπει να είναι η  εγγύτερη μορφή έκφρασης υπερ-τοπικών αρμοδιοτήτων, άρα και ο στρατηγικός σύμμαχος των Δήμων με δεδομένο τον επιτελικό και συντονιστικό ρόλο. Τέλος το Κράτος πρέπει να διατηρήσει την κεντρική ευθύνη για την εποπτεία και τον έλεγχο, καθώς και για την Άμυνα, την ασφάλεια, τις Εξωτερικές υποθέσεις, τη Δικαιοσύνη και όσα συνθέτουν την Κρατική οντότητα, όπως τα μεγάλα διαπεριφερειακά έργα, η Παιδεία και η Υγεία. Αυτή, τελικά, η διαρρύθμιση της εξουσίας προϋποθέτει, τον δικό της πολιτικό χωροταξικό σχεδιασμό. Είναι κρίσιμο τι αποκεντρώνεται και πως αποκεντρώνεται προς την Αυτοδιοίκηση και πως θα ανακατανεμηθεί το προσωπικό.

Οι βαθμίδες εξουσίας σε μια πραγματική δημοκρατία δεν είναι υπαλληλική ιεραρχία και  κηδεμονία. Είναι άλλου είδους υπηρεσία προς την κοινωνία.

Σε μια  ουσιαστική δημοκρατία, ο πρωθυπουργός είναι ο πρώτος συντονιστής Υπουργός και η συμβολική προσωπικότητα που καταλαμβάνει την κορυφή του Πολιτεύματος εκλέγεται απευθείας από τον λαό ως ένδειξη ικανότητας της συλλογικής συνείδησης να αναδεικνύει τον άριστο μεταξύ των πολιτών και να προσδιορίζει την πορεία ενός εκάστου πολίτη ως μιμητικό πρότυπο του ενός που κρίθηκε άριστος και κάθε τι πάνω του αποπνέει ανιδιοτέλεια και προσφορά που διαχέεται σε όλα τα επίπεδα των συνεργατών άρα και της στη κοινωνία.

Ο Δήμαρχος θα είναι ο πρώτος δημότης και οι θεσμοί θα του επιτρέπουν να ασκεί με αξιοπρέπεια τα καθήκοντά του ως πρώτος παντού και όχι μόνο στις τελετές και στα μέσα ενημέρωσης την ίδια ώρα που συνωστίζεται για να λύσει τα θέματα την τοπικής κοινωνίας σε προθαλάμους Υπουργών και υπαλλήλων του κράτους. Σ’ αυτό το συμπέρασμα κατέληξα μετά από 1.200 ταξίδια στην Αθήνα για τα θέματα της Πάτρας.

Ο Βουλευτής, ο Περιφερειακός Σύμβουλος και ο Δημοτικός Σύμβουλος θα εκπροσωπούν τα χωρικά και όχι τα πολιτικά συμφέροντα και οι νόμοι δεν θα προκύπτουν ως ισοζύγια μηχανισμών εξουσίας, αλλά ως αποτέλεσμα διαλόγου της κοινωνίας.

Αυτή  η δημοκρατία βάσης είναι λειτουργική  σε κάθε βάση. Βάση είναι το επίπεδο της αυτοδιοίκησης, βάση είναι η Περιφερειακή αυτοδιοίκηση, βάση είναι και η κεντρική διοίκηση.

Αν όλοι αποκτήσουν συμπεριφορά βάσης, τότε η χώρα θα φθάσει στην κορυφή.

Αν συνεχίσουμε  να έχουμε συμπεριφορά κορυφής για  να διαχειριζόμαστε τη βάση, τότε θα βουλιάξουμε οριστικά στην ανυποληψία και την παρακμή.

Κάθε  επίπεδο εξουσίας και Πολιτειακής οργάνωσης θα πρέπει να το αντιμετωπίζουμε ως Δήμο, γιατί αυτό είναι. Δεν είναι κάτι εξωανθρώπινο οι βαθμίδες οργάνωσης μιας κοινωνίας, μιας δημοκρατίας. Είναι ένας Δήμος με την έννοια του πληθυσμιακού μεγέθους, με την έννοια του χωρικού μεγέθους, με την έννοια του θεσμικού μεγέθους υπό το πρίσμα των διακριτών ρόλων.

Αν λοιπόν αντιμετωπίσουμε την έννοια του  Δήμου ως βασική έννοια ύπαρξης και  λειτουργίας του Δημοκρατικού Πολιτεύματος, δεν έχουμε παρά να αποφασίσουμε τι Δήμο θέλουμε, πως τον οργανώνουμε και, κυρίως, πως τον θεσμοθετούμε, προκειμένου να φθάσουμε στον στόχο μας.

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση, λοιπόν, ως πεδίο δημοκρατίας  και ως Πολιτειακός χώρος βάσης, φαντάζει το ιδανικό πεδίο σφυρηλάτησης μιας νέας μορφής Δημοκρατίας, απαλλαγμένης από τις παθογένειες που βιώνουμε σήμερα.

Αν η  Τοπική Αυτοδιοίκηση γίνει πραγματικός  Δήμος, τότε η χώρα μας θα γίνει  πρότυπος Δήμος, τότε θα μπορούμε –  επειδή η δημοκρατία είναι μιμητικό πρότυπο – να επανεξάγουμε την  θεσμική μας υπεροχή στις όμορες χώρες.

Κυρίες  και Κύριοι,

θα ήθελα  στο σημείο αυτό και έχοντας κατά νου ότι αυτή την περίοδο κυοφορείται  ένα μεγάλο βήμα προς την κατεύθυνση ισχυροποίησης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, να μου επιτρέψετε να τοποθετηθώ για  το είδος και τη θεσμική υπόσταση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που χρειαζόμαστε. Για την Τοπική Αυτοδιοίκηση που έχουμε την ευκαιρία να οικοδομήσουμε και να μετατρέψουμε σε κοιτίδα μιας νέας και καλύτερης δημοκρατίας για την Ελλάδα.

Για την  Τοπική Αυτοδιοίκηση που θα είναι  τόσο ελκυστική και πλήρης αναγνωρίσεων ώστε να αποτελεί πολιτικό προορισμό των άριστων και όχι σταθμό μετεπιβίβασης για άλλους μηχανισμούς εξουσίας.

Για την  Τοπική Αυτοδιοίκηση που θα υπηρετεί ακριβοδίκαια τα συμφέροντα των δημοτών  και θα οικοδομεί σε συνεργασία με την Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση ένα καλύτερο κομμάτι Ελλάδας. Κι όταν όλα αυτά τα κομμάτια Ελλάδας ενωθούν σε μια ενιαία εικόνα από μία Κυβέρνηση που δεν θα ’χει το ρόλο του εξουσιαστή, αλλά του Συντονιστή, τότε θα μπορούμε να μιλήσουμε για μια νέα χώρα, για μια νέα Ελλάδα.

Το σχέδιο ανάπτυξης ευρύτερων και πιο εκτεταμένων χωρικά Δήμων, από μόνο του δεν αρκεί.

Ο Καλλικράτης  από κοινού με τον Ικτίνο, αντιμετώπισε τον Παρθενώνα ως μια μικροκοσμική εικόνα του Σύμπαντος.

Επιχείρησε, όχι να μεγαλώσει το οικόπεδο του  Ναού, αλλά να χωρέσει τη σοφία του Σύμπαντος και τη λατρεία της γης μέσα στο Ναό. Πριν ξεκινήσει τη δόμηση, είχε εξαντλήσει το περιεχόμενο. Η Ελλάδα, λοιπόν, μέσα στο πολιτειακό Σύμπαν που διαμόρφωσαν η ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Οικογένεια Θεσμών και η πτώση των Συνόρων του κόσμου δε μπορεί παρά να επιδιώξει μια μικροκοσμική εικόνα αυτού του Σύμπαντος και όχι της παλαιάς και εν αχρησία δικής της αντίληψης.

Εάν επιδιώξουμε  απλά ένα μεγαλύτερο χώρο και πάλι - όσο μεγάλο κι αν βρούμε – θα είναι  μικρότερος από το μεγαλείο και το θεσμικό εύρος της Δημοκρατίας. Έτσι λοιπόν, το πρώτο πρόβλημα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν είναι γεωγραφικό και χωρικό. Είναι θεσμικό. Είναι ζήτημα αλληλουχίας και συνύπαρξης με τους υπόλοιπους θεσμούς της Πολιτείας και της κοινωνίας.

Φυσικά  με τον όρο συνύπαρξη, δεν εννοώ την μεταβίβαση χρονιζόντων και, εντέλει, δυσεπίλυτων προβλημάτων της κεντρικής εξουσίας στην Τοπική Αυτοδιοίκηση ως μέτρο λύτρωσης του κράτους απ’ τις συνέπειες των αδυναμιών του. Εννοώ τη συνεργασία των θεσμών ώστε η λύση των προβλημάτων να μπει σε μία νέα βάση, στηριγμένη στην Αρχή της Επικουρικότητας, όπως αυτή ισχύει, άλλωστε, στη σχέση Ευρωπαϊκής Ένωσης και Κράτους-μέλους. Το κράτος-μέλος εκχωρεί το νομοθετικό δικαίωμα στα επιτελικά όργανα της Ένωσης να διατυπώνουν κοινούς κανόνες-στόχους και στη συνέχεια να αναλαμβάνουν τη δέσμευση προσαρμογής σε αυτούς, μέσω της υλοποίησης των Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων. Ομοίως, η Αυτοδιοίκηση εκχωρεί το δικαίωμα ή υποβάλλει το αίτημα αρωγής προς το εθνικό κράτος και αυτό με τη σειρά του θεσπίζει τους κανόνες προς την Αυτοδιοίκηση αλλά και υποστηρίζει εμπράγματα την υλοποίησή τους.

Πως λοιπόν θα αποφύγουμε τον κίνδυνο να δομηθεί  η Νέα Τοπική Αυτοδιοίκηση με γνώμονα  τις βουλές του κεντροδιοίκητου  κράτους για εξοικονόμηση λειτουργικού κόστους και αποκέντρωση ευθυνών και όχι αρμοδιοτήτων; Με έναν τρόπο. Αντιπροτείνοντας ένα ολοκληρωμένο πρότυπο Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τοπικού Δημοκρατικού Πολιτεύματος ικανού να αποτελέσει την ουσιαστική Δημοκρατία στον 21ο αιώνα.

Ένα πρότυπο  τοπικής διακυβέρνησης το οποίο θα βρίσκεται σε αρμονία με το περιβάλλον, με τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες, με τις τεχνολογικές επιρροές και με τις εξωστρεφείς κοινωνικές δυναμικές, σύμφωνα πάντα με τις ισχύουσες συνθήκες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πιθανότατα  τώρα, που η κυβέρνηση επιδεικνύει τη βούληση μετασχηματισμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, να είναι η πιο κατάλληλη στιγμή γι’ αυτή τη δημόσια τοποθέτηση.

Ας προσεγγίσουμε  λοιπόν μαζί αυτήν την νέα Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση, λοιπόν, όπως δηλώνει  και το όνομά της, αφορά σε δύο έννοιες. Η μια είναι δηλωτική του γεωγραφικού χώρου αναφοράς, υπό την ανάγνωση ενός τμήματος, μιας χωρικής μονάδας μιας Περιφέρειας.

Η άλλη έννοια, αυτή της αυτοδιοίκησης είναι  δηλωτική του είδους της διοίκησης  και του βαθμού ανεξαρτησίας από την κεντρική διοίκηση.

Εφόσον, λοιπόν, θέλουμε να εκκινήσουμε σωστά, και παρ’ ότι αυτό δεν αποτελεί ικανή κι’ αναγκαία συνθήκη οφείλουμε κατ’ αρχήν να προσδιορίσουμε τα γεωγραφικά όρια και να κινηθούμε στη λογική, όχι της ισομερούς πληθυσμιακής και εδαφικής τμηματοποίησης του χάρτη της χώρας, αλλά στην λογική της – κατά το δυνατόν – πιο ομοιογενούς και αλληλοσυμπληρούμενης χωροταξικής τοποθέτησης του ανθρώπινου και φυσικού δυναμικού της Ελλάδας.

Έτσι, θα αποφύγουμε de jure την κατάτμηση των αυτοδιοικητικών περιφερειών με κριτήρια μικροπολιτικά και ισορροπιστικά. Σε κάθε περίπτωση, η ίδια η εξέλιξη των πραγμάτων έχει διαμορφώσει ευρύτερες αντιλήψεις που παράγουν δικές τους πολιτικές δυναμικές μητροπολιτικών αστικών κέντρων και περιφερειακών κέντρων.

Για παράδειγμα ακόμη και γύρω από μικρότερα αστικά κέντρα της Περιφέρειας έχει αναπτυχθεί μια αντίληψη γειτνίασης των μικρότερων κέντρων προς το μεγαλύτερο, με αποτέλεσμα την de facto αποδοχή της ηγετικής παρουσίας αυτού του αστικού κέντρου. Αυτό το γεγονός επιτρέπει την ανάπτυξη ενός μητροπολιτικού μοντέλου διάρθρωσης των υπηρεσιών και των υποδομών σε τοπικό επίπεδο, χωρίς τον κίνδυνο τοπικιστικών εξάρσεων, οι οποίες αποτέλεσαν τροχοπέδη στο παρελθόν.

Στην  ουσία, η νέα Τοπική Αυτοδιοίκηση πρέπει να αναπτυχθεί σαν ιστός υπηρεσιών και υποδομών που θα αποτελεί στην συνολική του έκταση μια άριστα σχηματισμένη και λειτουργική αυτοδιοικούμενη Περιφέρεια.

Πρώτα απ’ όλα, λοιπόν, πρέπει να οριστικοποιηθεί μέσα από μελέτη και διάλογο ο χωροταξικός σχεδιασμός των Περιφερειών. Είναι αδύνατον να λειτουργήσει ένα σχέδιο διαμόρφωσης νέων δήμων, εάν πρώτα δεν έχει αποτυπωθεί το γεωγραφικό σύνολό τους ανά περιφέρεια.

Στο πνεύμα της Δημοκρατίας, η Κυβέρνηση  οφείλει να σχηματοποιήσει τα κρατικά  υποσύνολα και να προχωρήσει σε μια  γενναία αποκέντρωση αρμοδιοτήτων και πόρων, θέτοντας με σαφήνεια το πλαίσιο των αναπτυξιακών απαιτήσεων και τον πήχη κάθε περιφέρειας ούτως ώστε όλες να είναι βιώσιμες και αλληλοσυμπληρούμενες. Η κάθε όμως ενδοπεριφερειακή ανισότητα να υπάρχει ιδιαίτερη ενίσχυση από την κεντρική διοίκηση.

Θα λάβουμε, λοιπόν, ως Περιφέρεια αναφοράς – για  λόγους οικονομίας της ομιλίας –  την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας  και θα επιχειρήσουμε μέσα σ’ αυτήν να αποτυπώσουμε τις αρχές μιας ειλικρινούς και αποδοτικής Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Εξ αρχής να τονίσω ότι τα λεγόμενα δεν μπορούν να έχουν καθολική εφαρμογή χωρίς τις αναγκαίες προσαρμογές που υπαγορεύει η ιδιαιτερότητα κάθε περιοχής.

Η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας προσδιορίζεται από την ύπαρξη ενός – υπό κλίμακα  – μητροπολιτικού αστικού κέντρου που είναι η Πάτρα. Εντός της αυτοδιοικούμενης Περιφέρειας θα υπάρχουν και άλλα αστικά κέντρα, όπως ο Πύργος, ο Αγρίνιο, η Αμαλιάδα, το Αίγιο, το Μεσολόγγι , και Ναύπακτος. Θα υπάρχουν, όμως, κι άλλα, μικρότερα, μεγάλης τοπικής σημασίας υπό το πρίσμα της γεωγραφικής ή γενικότερα αναπτυξιακής δυναμικής και ιδιαιτερότητας.

Αυτόματα, λοιπόν, προκύπτει μια διαβάθμιση τριών βαθμών. Όπως ακριβώς και  με την Πολιτειακή Οργάνωση. Πρώτος βαθμός και δεύτερος βαθμός αυτοδιοίκησης  και Εθνικός-Κυβερνητικός βαθμός διοίκησης.

Εφόσον, λοιπόν, θέλουμε μια λειτουργική  αποτύπωση μιας σύγχρονης δημοκρατίας  σε όλα τα επίπεδα, πρέπει στην ανάλυσή  μας να εκλάβουμε την διάρθρωση  της αυτοδιοίκησης σε κάθε περιφέρεια ως – υπό κλίμακα – Κρατικής διάρθρωσης. Αυτή η προσλαμβάνουσα πρέπει να επικρατήσει αμφίπλευρα. Και από την πλευρά των τοπικών κοινωνιών και από την πλευρά του Κρατικού νομοθέτη.


Η ισχύς, η εξουσία, η διαχείριση, τα πάντα  πρέπει να βαδίζουν παράλληλα και  αρμονικά σε κάθε πεδίο. Και στο κράτος και στην Περιφέρεια. Ειδάλλως  θα ξαναφτιάξουμε τοπικούς και παθογόνους δορυφόρους ενός κεντροδιοίκητου κράτους.

Θέλοντας, ταυτόχρονα, να αποφύγουμε να ρισκάρουμε αφήνοντας τα πάντα στα χέρια  και στις προθέσεις του Ελληνικού  Κράτους, πάμε να δούμε πως μπορεί η Περιφέρεια να αποτελέσει ένα πρότυπο κράτους και – τελικά – να προσδιορίσουμε το εύρος των αρμοδιοτήτων και πόρων που χρειαζόμαστε, καθώς και τα γνωστικά και τεχνολογικά εφόδια που απαιτούνται ώστε να μην συμβιβαστούμε με τίποτε λιγότερο.

Η νέα  υπόθεση εργασίας μας λοιπόν είναι η διάρθρωση ενός βιώσιμου τοπικού κράτους, το οποί θα συνορεύει με άλλα βιώσιμα τοπικά κράτη και όλα μαζί στο σύνολό τους θα επαναποτελέσουν μια υγιή Ελληνική Δημοκρατία, ένα κράτος πραγματικά στέρεο, δίκαιο και λειτουργικό.

Πρώτα απ’ όλα λοιπόν, η αιρετή Περιφέρεια θα πρέπει να λειτουργήσει ως κεντρική τοπική κυβέρνηση, ως συντονιστής και όχι ως κλειδοκράτορας της ανάπτυξης.

Το Περιφερειακό Συμβούλιο θα πρέπει να περιλαμβάνει στους κόλπους του ισχυρούς εκπροσώπους  των τοπικών κοινωνιών. Πολίτες που μπορούν να αντιληφθούν το συνολικό τοπίο και να μην λειτουργούν ως παρατρεχάμενοι τοπικών συμφερόντων.

Σ’  αυτό το επίπεδο, οι Δήμοι θα είναι οι εταίροι και οι εισηγητές της ανάπτυξης και των δημοκρατικών θεσμών. Η αιρετή Περιφέρεια θα πρέπει σε συνεργασία με τους Δήμους να προχωρήσει στον χωροταξικό σχεδιασμό έτσι ώστε ούτε μία δυνατότητα να μην παραγνωρίζεται, έτσι ώστε ούτε ένα ευρώ να μην σπαταλιέται στο βωμό μικροτοπικών και μικροπολιτικών συμφερόντων.

Για να γίνει εφικτό αυτό, απαιτείται κάθε Δήμος να καταστρώσει τον επιχειρησιακό του σχεδιασμό αξιοποιώντας το σύνολο του τοπικού επιστημονικού δυναμικού και υποβοηθούμενος από την Πανεπιστημιακή κοινότητα και τις – εκ των πραγμάτων – εμπειρότερες υπηρεσίες της Περιφέρειας και των μεγαλύτερων Δήμων. Αξιοποιώντας το σύνολο των παραγωγικών τάξεων και των κοινωνικών εταίρων και οργανώσεων, έτσι ώστε ούτε μια φωνή, ούτε μια πρόταση να μην πάει χαμένη. Η συναίσθηση του πολίτη ότι η άποψή του είναι σεβαστή και χρήσιμη, αποτελεί το πρωτογενές κίνητρο συμμετοχής του στις δημοκρατικές λειτουργίες.

Αυτός ο επιχειρησιακός σχεδιασμός θα παρουσιαστεί ενώπιον όλων στο Περιφερειακό Συμβούλιο  και με τη χρήση της τεχνολογίας  θα παρουσιαστεί παντού, αφού ετεροδημότες ή, απλά, καταρτισμένοι άνθρωποι μπορούν  να συνεισφέρουν με την άποψή τους.

Κατόπιν αυτού, θα πρέπει να οδηγηθούμε σε ένα  Περιφερειακό Χωροταξικό Σχεδιασμό  ο οποίος θα έχει συμφωνηθεί και  θα παραμείνει απρόσβλητος από συγκυριακές  επιδιώξεις. Θα αποτελεί το Σύνταγμα της  Περιφέρειας. Τον οδικό χάρτη  για μια νέα μορφή διακυβέρνησης, όπου κάθε Δήμος θα γνωρίζει τι επιδιώκει, τι προσδοκά, τι εισφέρει και τι εισπράττει.           Κάθε δήμος θα διαθέτει τις υποδομές που χρειάζεται και με βάση την αρχή της Επικουρικότητας θα συμπληρώνεται από γειτονικούς Δήμους.

Η λειτουργία ενός τέτοιου συστήματος προϋποθέτει την συγκρότηση και εφαρμογή ενός ικανού και βιώσιμου χωροταξικού σχεδιασμού που θα καταγράφει και θα αξιοποιεί το σύνολο του φυσικού και ανθρώπινου πλούτου και θα διατάσει τις δυνάμεις της περιφέρειας ως συνόλου δήμων με τρόπο αναπτυξιακό.

Ο πρωτογενής τομές, ο δευτερογενής και ο τριτογενής τομέας από κοινού με το δυναμικό των  φυσικών πόρων πρέπει να ενταχθούν  σε ένα ενιαίο στρατηγικό πλάνο λειτουργίας  και αλληλοσυμπλήρωσης. Αυτό θα υποδείξει  και επιταχύνει τη δημιουργία διαδημοτικών υποδομών και θα φθάσει στον πολίτη ως άμεσο και ορατό όφελος, καθώς θα διογκωθεί το ΑΕΠ της Περιφέρειας, άρα και ο κοινωνικός πόρος.

Η χωροθέτηση των δραστηριοτήτων σε κάθε τομέα  της οικονομίας θα προσδώσει σταθερά  και παραμετροποιημένα χαρακτηριστικά σε όλη την έκταση της Περιφέρειας με αποτέλεσμα κάθε πολίτης και κάθε δήμος να μπορούν να αντιλαμβάνονται στην ολότητά τους το αναπτυξιακό τοπίο και να αποκτούν ένα αντικειμενικό προβάδισμα έναντι των προβλημάτων που ανακύπτουν, καθώς η συμμαχία και η αλληλοσυμπλήρωση θεσμών και διοικητικών σχημάτων θα δημιουργεί ένα ισχυρό δίχτυ προστασίας για κάθε έναν.

Ο κυριότερος ωφελούμενος από μία τέτοια στρατηγική θα είναι ο τομέας της οικιστικής και πολεοδομικής συγκρότησης, αφού κάθε περιοχή θα προστατεύεται από την οικιστική και πολεοδομική αυθαιρεσία που αποτελεί επί δεκαετίες μια ανοικτή πληγή στην τοπική ανάπτυξη, στον τουρισμό, στο περιβάλλον, στις επενδύσεις.

Ουσιαστικά, και μη θέλοντας να εκταθώ περισσότερο στο θέμα της Περιφερειακής Συγκρότησης, μπορούμε να δημιουργήσουμε σε κάθε Περιφέρεια έναν πολλαπλασιαστή ισχύος για κάθε δήμο. Ακόμα και στο μέγα θέμα των δημόσιων έργων και κυρίως του διαδημοτικού, διαπεριφερειακού οδικού και αρδευτικού δικτύου, καθώς και στο μέγα – επίσης – θέμα της διαχείρισης απορριμμάτων. Εκεί που η αρχή της επικουρικότητας καθίσταται κρίσιμη. Η μελέτη, ωρίμανση και κατασκευή ενός έργου που υπερβαίνει τα όρια ενός δήμου θα επιταχυνθεί κατά πολύ εφόσον σχεδιαστεί και υλοποιηθεί με τρόπο που να ευνοεί την ευρύτερη οικονομία και ανάπτυξη. Τα δημόσια έργα και οι περιβαλλοντικές υποδομές έχουν από τη φύση τους σχέση με το σύνολο των παραγωγικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων μιας περιοχής. Ακόμη και οι πολιτιστικοί θεσμοί. Ακόμα και η μεταναστευτική πολιτική. Δε μπορούμε χάριν του τοπικού πατριωτισμού να κλείσουμε τα μάτια στη αλληλουχία των πράξεων και των επιπτώσεων. Μόνο μέσα από μια ενδοπεριφερειακή συμφωνία μπορούμε να επιτύχουμε την απρόσκοπτη συνέχεια και πρόοδο.

Μέσα  απ’ την παραλληλία και συνεργασία Πρώτου και Δεύτερου βαθμού Αυτοδιοίκησης θα θεμελιώσουμε μια νέα Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Η Περιφερειακή αυτοδιοίκηση και η Δημοτική Αυτοδιοίκηση στην ουσία αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Της νέας Ελληνικής Δημοκρατίας που πρέπει να γεννηθεί επειγόντως αν θέλουμε να έχουμε Ελλάδα. Αν δε θέλουμε να μείνουμε βραχίονας ενός ανάλγητου και δομικά καταπονημένου κράτους.

Σε κάθε δήμο, το Δημαρχείο πρέπει να απευθύνει, εκ νέου, προσκλητήριο στους πολίτες. Οφείλουν οι αιρετοί να υπερβάλλουν εαυτόν στον κοπιαστικό πεδίο της ανάκτησης της αμφίδρομης  σχέσης επικοινωνίας και δράσης μεταξύ θεσμών και πολιτών. Να γίνει το δημοκρατικό εφαλτήριο μιας κοινωνίας που βλέπει μπροστά και είναι ικανή να μετατρέπει τη διαφορετικότητα σε κίνηση και δυναμική.

Προκειμένου να επιδιώξουμε αξιόπιστα αυτή την προοπτική πρέπει να περιγράψουμε με ακρίβεια το πλαίσιο Αρχών λειτουργίας του επερχόμενου Καλλικρατικού δήμου.

Πρώτα απ’ όλα πρέπει να αναγεννηθούν οι μηχανισμοί αναμόχλευσης της κοινωνίας.

Να ανακτηθεί  η άμεση επαφή θεσμών και πολιτών.

Να συλλεχθεί κάθε άποψη και κάθε ιδέα που μπορεί να αξιοποιηθεί στον κοινό στόχο.

Να εμπιστευτούμε  τον εθελοντισμό και να προσφύγουμε  στη δύναμη και στο ταλέντο  των συμπολιτών μας.

Να εδραιωθεί  μια άτρωτη διαχειριστική ηθική  ικανή να εμφυσήσει στους πολίτες μια νέα πίστη, μια νέα εμπιστοσύνη στην δημοκρατική αυτοδιοικητική λειτουργία.

Να ξαναδούμε  το θέμα των αστικών υποδομών και  να προβλέψουμε τις μακροπρόθεσμες απαιτήσεις του φυσικού και του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, υπερνικώντας τις τωρινές οικονομικές και προγραμματικές δυσκολίες.

Να γίνει  ο Δήμος, όχι μόνο παρατηρητήριο  των διαθέσιμων πόρων, αλλά εγγυητής της διασφάλισης και ορθολογικής  αξιοποίησής τους.

Να θέσουμε  τα πάντα σε διαβούλευση κι ας μην  μας τρομάζουν οι φωνές περί αργοπορίας.

Κοντά 200 χρόνια χάθηκαν υπό την πίεση του κατεπείγοντος. Δεν θα χαθεί ο κόσμος εάν επενδύσουμε χρόνο σε μεγάλες και ισχυρές συναινέσεις από τις οποίες δε θα ’χει λόγο να αποχωρήσει κανείς.

Και πρώτο  δεν πρέπει να αποχωρήσει το Κράτος το οποίο οφείλει να ενεργοποιήσει άμεσα τις Συνταγματικές προβλέψεις και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν απ’ αυτές σε οικονομικό, θεσμικό και εφαρμοστικό επίπεδο.

Κυρίες  και κύριοι,

νομίζω, τελικά, πως το μεγάλο μυστικό για μια ουσιαστική δημοκρατία στον 21ο αιώνα, δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει γρίφος. Είναι όλα φανερά. Απαιτείται μια πραγματική επιστροφή στο βασικό κύτταρο της Δημοκρατίας. Στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Στην δημοκρατία των πολιτών. Στην κατάρριψη αντιδημοκρατικών στερεοτύπων.

Δήμος και Περιφέρεια δύο βαθμοί αυτοδιοίκησης, ένας στόχος. Μια νέα Ελληνική Δημοκρατία. Μια νέα Ελλάδα. Τοπική Αυτοδιοίκηση Δημοτικού σχεδιασμού και δράσης με Περιφερειακή συνεννόηση και αλληλεγγύη.

Ξεκινάμε  απ’ την αρχή έχοντας όλοι μα όλοι το προνόμιο μιας νέας ευκαιρίας. Η πρόκληση μία για όλους μας. Να σταθούμε στο ύψος που απαιτούν καιροί, πολίτες, θεσμοί και κράτος.

Κυρίες  και κύριοι,

Ήρθε  η ώρα να οικοδομήσουμε την  ουσιαστική Δημοκρατία στον 21ο αιώνα, να δώσουμε εμείς πάλι αξία στο αγαθό που δωρίσαμε στο σύγχρονο κόσμο.

Σας ευχαριστώ"

Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr

Ειδήσεις