ΕΚΛΟΓΕΣ 2019

EDITORIAL

/

Ο Βασίλης Λαδάς γράφει στο thebest.gr για τα θαύματα του Νότιου Πάρκου

Ο Βασίλης Λαδάς γράφει στο thebest.gr για τα θαύματα του Νότιου Πάρκου

Ο Βασίλης Λαδάς είναι δικηγόρος, ποιητής και λογοτέχνης

7 Απριλίου  2019, ηλιόλουστη Κυριακή μεσημέρι ξεκινάμε τον περίπατο από το Φάρο της Ιχθυόσκαλας προς το λιμάνι των Ιτεών. Νότιο Πάρκο,  μιά διαδρομή ενάμισυ χιλιόμετρο περίπου.

Στην αφετηρία μας το πολυπληθές και θορυβώδες εντευκτήριο του Φάρου με παιδότοπο, χαρούμενες φωνές, και «πρόσεχε» από τις μαμάδες. Πίσω από την Ιχθυόσκαλα ήταν το μικρό λιμάνι της Ψιλής με τα ψαροκάικα. Στο ένδοξο παρελθόν του ήταν το λιμάνι των Ρωμαίων παλαίμαχων λεγεωνάριων του Αυγούστου, που ήρθαν από την θάλασσα και δημιούργησαν την πόλη. Ο δρόμος ευθύς βατός για όλους και γι αυτούς που κυλάνε καροτσάκια, κάτι το ακατόρθωτο μέσα στην πόλη, λιθόστρωτο στην αρχή του και σιμά στη θάλασσα.

Και ξαφνικά ο αιφνιδιασμός από ένα θαύμα: Ανάμεσα από τις μεγάλες τερατώδεις πέτρες τοποθετημένες ως προστατευτικός κυματοθραύστης του δρόμου, μια μικρή συκιά είχε βρει χώμα να φυτρώσει κρατώντας στα κλαδιά της ήδη έμβρυα σύκα που τον Ιούλιο θα ναι ώριμα να τα κόψει διψασμένος οδοιπόρος. Μοιάζει σαν εικόνα του παρελθόντος, αλλά ήταν εκεί για να θυμίζει ότι η φύση κινείται με τους δικούς της ρυθμούς κι όχι όπως θέλουν οι άνθρωποι. Ποιο πουλί ή άνεμος μετέφερε σπόρο συκιάς στην ακροθαλασσιά;

Ήδη καθ' οδόν προς το κολυμβητήριο του Ναυτικού Ομίλου Πατρών είχαμε δει στο γκαζόν τα θαύματα της ειρηνικής συνύπαρξης. Μία ομάδα Πακιστανών προσφύγων έπαιζαν κρίκετ. Μια μεγάλη κοινότητα νέων ομοφυλοφιλικού κινήματος κάτω από τη σημαία του ουράνιου τόξου άκουγαν μουσική από μαγνητόφωνο και τραγουδούσαν  μερικοί, έπαιζαν βόλεϊ. Οι φιλόζωοι σε άλλη γωνία έτρεχαν με τα σκυλιά τους. Οι ράτσες σκυλιών μπερδεύονταν μεταξύ τους ειρηνικά, όπως οι ράτσες των ανθρώπων. Στην προτομή του Θερβάντες, που βλέπει απέναντί του ένα απαράδεκτα τοποθετημένο κουβούκλιο της ΔΕΗ, είχαν στρώσει κουρελούδες Ρομά και γευμάτιζαν. Ίσως ένοιωθαν οικεία κοντά στην προτομή του μεγάλου συγγραφέα από την Ισπανία όπου τ’ αδέλφια τους χορεύουν φλαμένγκο.

Την περιοχή από την Ιχθυόσκαλα μέχρι το άγαλμα του Θερβάντες την θυμάμαι με την εικόνα που είχε πριν αλωθεί από τις μπουλντόζες. Ήταν το γήπεδο τένις, το  Κοκκινόχωμα, το αναψυκτήριο του Βουρνά – ένα  Βικτωριανό οικοδόμημα – και ένα μεγάλο μέρος του πάρκου του Αγίου Αντρέα, το παρκάκι όπως το λέγαμε, που κουτσουρεύτηκε. Στην ακροθαλασσιά  ένα μικρό κανονάκι που σημάδευε τον Πατραϊκό. Από το  όνομα της κατασκευάστριας βιομηχανίας, ο Νίκος Καχτίτσης επινόησε το παιγνιώδες όνομα του ήρωά του στα βιβλία του «Εξώστης» και  «Ήρωας της Γάνδης»: Στοπάκιος Παπένκους.

Η περιοχή επούλωσε τις πληγές της από τα εκσκαπτικά μηχανήματα και τα μπάζα και τώρα απέκτησε και πάλι την απλότητα της φύσης. Γι αυτό και τόσο διαφορετικοί άνθρωποι ένιωθαν απολύτως όμοιοι στο ανοιξιάτικο μεσημέρι. Ακόμη κατόρθωσε να συνομιλήσει με την παλιά εικόνα της έτσι ώστε να εκλείπει κάθε διάθεση νοσταλγίας για το παλιό, να αποδέχεσαι το καινούργιο ως φυσικό διάδοχο του παλιού. Θα συμφωνούσε πιστεύω κι ο Νίκος Καχτίτσης που στα αφηγήματά του – παρ’ ότι δεν αναφέρεται πουθενά η Πάτρα – τα τοπία του έχουν μνήμες και από την παλιά εικόνα της περιοχής του Αγίου Ανδρέα, όπως κι από  τα Εγγλέζικα και τις βίλες στη θάλασσα της  Πέντε Έψιλον. Το Νότιο Πάρκο αποκαθιστά την ομορφιά που είχε η πόλη πριν την επέλαση των πολυκατοικιών με τον τρόπο που έγινε.

Μετά το κολυμβητήριο του Ναυτικού Ομίλου Πατρών και περπατώντας  ανάμεσα σε ποδηλάτες, σκέιτ μπόουρντερς, δρομείς, καροτσάκια με αναπήρους, ερωτευμένα ζευγάρια, παππούδες με εγγόνια ανοίχτηκε μπροστά μας η μεγάλη έκταση του Πάρκου, όπου το πλάτος του από τη λεωφόρο της Ακτής Δυμαίων μέχρι την ακρογιαλιά ξεπερνά τα διακόσια μέτρα. Στον δρόμο μας δεξιά κι αριστερά πρόσφατα φυτεύτηκαν ελαιόδενδρα. Ευτυχώς γλιτώσαμε από τους φιγουράτους φοίνικες των πεντάστερων θερέτρων. Ελιές ταπεινές φύτεψε κι ο Πικιώνης στον λόφο της Ακροπόλεως. Ό,τι καλύτερο. Το δένδρο της ειρήνης να ναι πλάι στις οικογένειες Ελλήνων και μεταναστών  Βαλκάνιων που ειρηνικά κάθονταν στο χορτάρι ή στα χαμηλά παγκάκια – σαν τα πεζούλια των χωριών  που κάθονταν  οι γιαγιάδες να κουτσομπολέψουν. Οικογένειες και μεγάλες παρέες στους πάγκους που είχαν τοποθετηθεί κάτω από τους ευκάλυπτους έπιναν  καφέ αγορασμένο έξω από το Πάρκο  ή έτρωγαν  σάντουιτς , με τα παιδάκια να κάνουν τσουλήθρες στα υψωματάκια του Νότιου Πάρκου. Πιο κάτω, όταν ο περίπατος πλησίαζε το Λιμάνι, η παιδική χαρά περίκλειστη και ασφαλής . Έξω από την παιδική χαρά στο χορτάρι προς την πλευρά της θάλασσας παίζαν ποδόσφαιρο μικροί και μεγάλοι με τους μπαμπάδες τερματοφύλακες. Στο Λιμάνι ήταν αραγμένα τρία μεγάλα καράβια σαν να θέλαν κι αυτά να μπουν στο πάρκο.

Ποιος ήταν ο θαυματουργός Άγιος αυτής της Κυριακάτικης εύδειας; Η θάλασσα θα έλεγα, η θάλασσα!!! Ήδη, η θάλασσα εκεί που της  έριχναν μπάζα από τα υλικά των κατεδαφίσεων έκανε το μέγα θαύμα: Κύμα το κύμα σχημάτισε πάλι ακρογιαλιές. Ένα ζευγάρι έριχνε πλακουτσές πέτρες ν’ αναπηδούν στο νερό. Ένας φίλος μου είπε : «Μού ‘ρχεται να κολυμπήσω, τόσο  ωραία είναι». Θυμήθηκα τους στίχους του Βαλαωρίτη στον «Φωτεινό» για την θάλασσα που απειλεί τον βράχο ότι σιγά σιγά θα του φάει τα σωθικά. Αλλά και τον στίχο του Οδυσσέα Ελύτη στο «Φωτόδενδρο»: «Οι θάλασσες αυτές μια μέρα θα εκδικηθούνε..». Θυμήθηκα και την αξία της θάλασσας και των λιμανιών στον σχηματισμό της συλλογικής ευαισθησίας των Ελλήνων στον Σεφέρη. Γράφει στο: «Μυθιστόρημα» , «Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουνε οι δυό μαύρες συμπληγάδες/ Τις Κυριακές σαν κατεβούμε στα λιμάνια ν’ ανασάνουμε / βλέπουμε στο λιόγερμα…». Τη θάλασσα βλέπουμε και παίρνουμε ανάσα. Ανάσα. Αυτή είναι η πρώτη λέξη που έρχεται στο νου: Η ανάσα από την ανοιχτοσύνη, το μεθύσι του αέρα. Όλος ο κόσμος στο Νότιο Πάρκο είχε περάσει μέσα απο τις συμπληγάδες της καθημερινότητας  για να ανασάνει κοντά στη θάλασσα.

Στα θαύματα βέβαια συντέλεσαν  οι αρμόδιοι  που σεβάστηκαν τη φύση και δεν επιβάρυναν το τοπίο με περιττές κατασκευές.  Άφησαν το χώρο ανοιχτό για να έλθει το θαύμα. Να νοιώθουν όλοι σαν μικρά παιδιά που όταν δουν αλάνα τρέχουν να την κατακτήσουν. Εννόησαν ότι το γονίδιο της πόλης είναι η θάλασσα.

Φοβάμαι όμως, τρέμω κυριολεκτικά, όταν ακούω τις άγριες διαθέσεις για επεμβάσεις στο Νότιο Πάρκο. Ήδη οι σειρήνες των «επενδυτών» έχουν αρχίσει τα μαγικά τους. «Να φτειάξουμε παγοδρόμιο», «Να φτειάξουμε μπάρ και εστιατόρια», « Να φτειάξουμε προβλήτες για τα ιστοπλοϊκά», «Να φτειάξουμε κάτι το εμβληματικό», «Να γίνει διεθνής διαγωνισμός για τη διαμόρφωσή του». Το ακούσαμε κι αυτό.

Σαν κατάρες μου ακούγονται, σαν να θέλουν να βγάλουν τα μάτια του Νότιου Πάρκου.

Σχόλια

Απόψεις