ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ

/

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ

Του Βασίλειου Μαγκλάρα

«Χρόνους πολλούς μετά την αμαρτία που την είπανε αρετή… Ταραχή θα πέσει στον Άδη και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του Ήλιου. Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση. Και μετά θα μιλήσει να πει : Εξόριστε ποιητή στον αιώνα σου λέγε τι βλέπεις;» (Προφητικόν Οδ. Ελύτης)                                     

Χρόνους πολλούς μετά την «κρίση» και την κατάρρευσή μας που την είπανε χρεοκοπία, το  μερτικό μας θα ορίζεται με ματωμένα πλεονάσματα ανάμεσα στο χάος και στην υποταγή.                                                                    

Χρόνους πολλούς μετά την χρεοκοπία τα αίτια παραμένουν ερμητικά κλειστά στον ανεχτικό  μυκτηρισμό και στο δοξαστικό της πλάνης του απυρόβλητου.                                              

Χρόνους πολλούς το είδος των ανθρώπων που γοητεύεται στον ονομαστικό αταβισμό, θα εκδηλώνει τη λατρεία του στη μέθη του φανταστικού και θα παραπέμπει την πίστη του ως μάρτυρες του Ισλάμ.                                                                                                                                  

Χρόνους πολλούς… Χρόνια άγονα θα κυβερνούν τη ζωή μας μέσα από χαραμάδες φωτός, μέσα από κομμένες ανάσες παιδιών, μέσα από αβεβαίωτους όρους και πειραγμένες υπογραφές.                                                                                                                                                             

Και εμείς εκεί μαρμαρωμένοι, κορνίζες σ’ ένα τοίχο σιωπής, θα παρατηρούμε ανέκφραστοι χωρίς λόγο, χωρίς αντίδραση, αποκλεισμένοι σ’ ένα περιβάλλον νοητικά καινό…     

Βλέπουμε μεσοπέλαγα να μας γεμίζουν τις τσέπες άμμο και την απελπισία μας προσδόκιμο ζωής στο μένος, που έμελλε να το πουν πολιτική.                                                                                 

Βλέπουμε τον κορνιαχτό των ανθρώπων να τυλίγει τα κέρινα ομοιώματα της κομπορρημοσύνης και αντί να τρομάξουν τα κίβδηλα, λιποψυχά ο αποσβολωμένος κόσμος.                                                    

 Βλέπουμε στους άνυδρους καιρούς το μέλλον να απορρίπτεται ως αδιάθετο και θέση να έχει η υποχρέωση στο «λάθος» παρελθόν.                                                                                                  

Βλέπουμε τους αδιέξοδους δρόμους των νέων, τις ατέλειωτες ουρές των ανέργων, την ανελέητη εξόντωση των παραδομένων.                                                                                                  

Βλέπουμε το τέλος των κοινωνιών στη σιωπή των πνιγμένων λυγμών.                                                                                          

Βλέπουμε τις τράπεζες των ιδεών να έχουν  εξαγορασθεί στα χρηματιστήρια των Λαών.                                                                                         

Βλέπουμε στα εκδοτήρια των αγορών, το τίμημα της ευτελούς αξίας, να περιφέρεται ως το κοινωνικό μας αγαθό.                                                                                                                           

Βλέπουμε την αίγλη των παλιών εποχών, των μεγάλων στιγμών, που ο ήλιος φώτιζε και το σκοτεινό μέρος του εαυτού μας και την καταφρονεμένη Πατρίδα μας και τότε επικαλούμαστε τα λόγια του μεγάλου μας ποιητή:                                                                                                                            

 Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ/και μυρσίνη εσύ δοξαστική/μη παρακαλώ σας μη/λησμονάτε τον Τόπο μου.                                                                                                                                                    

Και ολοφυρόμενοι, παρ’ όλα αυτά μεταπηδάμε από την τραγωδία στη διακωμώδηση ως μέσον άμυνας, γνήσια τέκνα του Αριστοφάνη και του Σοφοκλή, του Εφιάλτη και του Κυνέγειρου, του Ελύτη και του Σουρή, από τον οποίο παραθέτω απόσπασμα από ποίημά του καθ’ όλα επίκαιρο:                                                                                                                                       

Ποιος είδε κράτος λιγοστό/σ’ όλη τη γη μοναδικό/ εκατό να ξοδεύει/ και πενήντα να μαζεύει;/Να τρέφει όλους τους αργούς,/να’ χει επτά πρωθυπουργούς,/ταμείο δίχως χρήματα/και δόξης τόσα μνήματα;/Να’ χει κλητήρες για φρουρά/και να σε κλέβουν φανερά/κι’ ενώ αυτοί σε κλέβουνε/τον κλέφτη να γυρεύουνε;/…Θέλει ακόμα-κι αυτό είναι ωραίο-να παριστάνει τον Ευρωπαίο./Στα δυο φορώντας τα πόδια που ‘χει/στο ‘να λουστρίνι, στ άλλο τσαρούχι./Δυστυχία σου, Ελλάς/με τα τέκνα που γεννάς!                                     

ΥΓ. Οι εκλογές είναι γιορτή της Δημοκρατίας, ας δώσουμε στην κάλπη το φωτεινό μας κομμάτι του ήλιου του νοητού.                                                                                                                                                           

*Μαγκλάρας Βασίλης                               

[email protected]     

Σχόλια

Απόψεις