Back to Top
#TAGS Αιγιάλεια Δελτίο Ειδήσεων Κορωνοϊός Η Επόμενη Μέρα ΧΑΡΤΗΣ ΚΟΡΩΝΟΪΟΥ
Αγγελίες
Μην ψάχνεις, βρες στο
THE BEST

ΑΓΟΡΑ

/

Η ιστορία της οικογένειας Κανελλοπούλου που έβαλε το Πατρινό αλάτι "Χιών" σε κάθε ελληνικό τραπέζι

Η ιστορία της οικογένειας Κανελλοπούλου ...

Αλάτι από τον τόπο μας εδώ και 83 χρόνια

Μπορεί η επωνυμία «Χιών» να αποτελεί συνώνυμο του αλατιού και η γνώριμη φιγούρα του μάγειρα με τον άσπρο μεγάλο σκούφο και το κόκκινο φουλάρι πάνω στη συσκευασία να είναι καθημερινό στοιχείο του ελληνικού τραπεζιού, ωστόσο λίγοι είναι αυτοί που γνωρίζουν ότι πίσω από το θαλασσινό αλάτι «Χιών» βρίσκεται μια Πατρινή οικογένεια, με χαμηλό προφίλ, η οικογένεια Κανελλόπουλου, η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το αλάτι 83 ολόκληρα χρόνια και συνεχίζει...

Του Φάνη Βγενόπουλου

Η ιστορία της οικογένειας Κανελλόπουλου ξεκινά στο Σούλι, αυτό το φτωχό και ηρωικό χωριό της Ελλάδας, όταν ο Δημήτρης Κανελλόπουλος κυνηγημένος από τους Τούρκους, αναγκάζεται να εγκαταλείψει την περιοχή και να καταφύγει με συγχωριανούς του στα Καλάβρυτα. Κατά τη διάρκεια της ζωής του απέκτησε πέντε παιδιά. Ένα από αυτά ο Σπύρος ήρθε στην Πάτρα το 1912 σε ηλικία 7 ετών και εν μέσω Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ρίχνεται στον αγώνα της ζωής.

Αρχικά εργάστηκε σε εμπορικά καταστήματα ως υπάλληλος. Για ένα διάστημα μάλιστα απασχολήθηκε στον Βλαχούτσικο, έναν από τους μεγαλύτερους τότε εμπόρους της Πάτρας. Ανήσυχος ων και έχοντας επιχειρηματικό πνεύμα δημιουργεί με τον αδελφό του Τηλέμαχο, ένα κεντρικό κατάστημα υαλικών.

Το 1935 όμως χωρίζουν τους επαγγελματικούς τους δρόμους και κάπως έτσι ξεκινά η ιστορία της «Χιών».

Στην Πάτρα του 1935, ο Σπύρος Κανελλόπουλος, αντιλαμβανόμενος από την αρχή την πολύτιμη αξία του αλατιού ως είδος, έστησε για βιοποριστικούς λόγους στην οδό Άστιγγος απέναντι από το παλιό λιμάνι της πόλης, σε συνεργασία με εμπειροτέχνες και με τη δική του φαντασία και ένστικτο, μια μικρή μονάδα κατεργασίας θαλασσινού αλατιού με σκοπό την επεξεργασία του. Το ονόμασε «Χιών», συσχετίζοντας την αγνότητα του αλατιού του με αυτή του χιονιού καθώς χιών σήμαινε χιόνι στην καθαρεύουσα.

Ο Σπύρος Κανελλόπουλος, αγόραζε αλάτι Μεσολογγίου, από τις αποθήκες του μονοπωλίου, το έπλενε, το φούρνιζε, το καθάριζε από τις πέτρες και το πωλούσε σε σάκους στα εδωδιμοπωλεία της περιοχής. Μάλιστα, πωλούσε το αλάτι και σε χάρτινα κουτιά οικιακής χρήσης, γεγονός που ήταν πρωτοποριακό για την εποχή.

Ήδη, από πολύ νωρίς το 1937, του αποδόθηκε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας από το Υπουργείο Οικονομίας του τότε Βασιλείου της Ελλάδας για την επεξεργασία καθαρισμένου αλατιού σε μορφή κρυστάλλων.

Ο Σπύρος Κανελλόπουλος, αγάπησε το αλάτι και γρήγορα ξεχώρισε από τους υπόλοιπους αλατέμπορους της περιοχής για την ποιότητα και την επαγγελματική συνέπεια της μονάδας του. Έτσι, η φήμη που δημιούργησε αύξησε τη ζήτηση και το 1939, τέσσερα χρόνια αφότου ξεκίνησε, αποφάσισε να  μεταφερθεί σε νέα εγκατάσταση στην οδό Φιλοποίμενος, στο ιστορικό εμπορικό κέντρο της Πάτρας.

Εκεί τον βρήκαν οι Γερμανοί κατακτητές, οι οποίοι με το που ήρθαν στην Πάτρα, δέσμευσαν ένα μέρος της ποσότητας του αλατιού που υπήρχε στο κατάστημα του Κανελλόπουλου για τις ανάγκες του στρατού κατοχής, γεγονός που αποδεικνύει έμπρακτα την σπουδαιότητα του αλατιού.

Οι συνεχιστές Μίμης και Νίκος

Ο Σπύρος Κανελλόπουλος παντρεύτηκε το 1938 την Τερψιχόρη Αργυροπούλου, που καταγόταν από την Πάτρα και διατηρούσε κατάστημα νυφικών και βαπτιστικών. Από το γάμο τους απέκτησαν δύο παιδιά, τον Δημήτρη, που γεννήθηκε το 1938 και τον Νίκο, το 1942.

Ο πρωτότοκος Δημήτρης τελείωσε το σχολείο στην Πάτρα, το 1955, στη μεταπολεμική περίοδο, τότε που η ελληνική οικονομία αγωνιζόταν να συνέλθει από τα πλήγματα που δέχτηκε κατά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο. Αν και η πρόσβαση στην Ανώτατη Εκπαίδευση ήταν δύσκολη εκείνα τα χρόνια, κατάφερε να φοιτήσει στην Α.Σ.Ο.Ε.Ε., μέχρι το 1961, που πήρε το πτυχίο του. Τελειώνοντας πήγε στο στρατό ως έφεδρος αξιωματικός μέχρι το 1964. Αργότερα, από το 1964 μέχρι το 1992 εργάστηκε ως υπάλληλος στο εμπορικό Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πατρών, όπου, από το 1971 μέχρι το 1992, υπήρξε διευθυντής. Ουσιαστικά όμως τόσο ο Δημήτρης (Μίμης) όσο και ο Νίκος μεγάλωσαν στο μαγαζί της Φιλοποίμενος.

Στο αλατάδικο του πατέρα τους, έμαθαν από πολύ νωρίς το θαλασσινό  αλάτι, το αγάπησαν και έδωσαν πνοή και όραμα στην οικογενειακή παρακαταθήκη.

Το 1967, ο Μίμης και ο Νίκος Κανελλόπουλος, μετέφεραν την επιχείρηση σε καινούργιες εγκαταστάσεις, στη συμβολή των οδών Ακτή Δυμαίων και Βορείου Ηπείρου, και με σοβαρό εκσυγχρονισμό για την εποχή, βελτίωσαν την ποιότητα, αύξησαν την παραγωγικότητα και ανέπτυξαν το δίκτυο πωλήσεων της επιχείρησης, όχι μόνο στην Πελοπόννησο αλλά και στην Δυτική Ελλάδα.

Εκεί για πρώτη φορά συσκευάστηκε το αλάτι σε πλαστικά άσπρα σακουλάκια, δεμένα με σπάγκο, με τον γνωστό μάγειρα με τον σκούφο. Οικεία  παιδική ανάμνηση για τους πιο παλιούς Πατρινούς και όχι μόνο.

Μια σημαντική καμπή για την ιστορία του αλατιού στην Ελλάδα, υπήρξε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών, όταν η χούντα αποφάσισε να δώσει τη χρήση εκμετάλλευσης των κρατικών αλυκών σε εταιρεία ιδιωτικών συμφερόντων, με την υποχρέωση οι επενδυτές να δημιουργήσουν μεγάλη αλυκή 600.000 τόνων στο Μεσολόγγι που θα χρησιμοποιείτο το αλάτι σαν πρώτη ύλη για την λειτουργία πετροχημικού συγκροτήματος και για τη δημιουργία σύγχρονου εργοστάσιου επεξεργασίας άλατος.

Ενάντια στην απόφαση παραχώρησης άδειας εκμετάλλευσης εργοστασίου άλατος που θα εκμεταλλευόταν την πρώτη ύλη, που το ίδιο θα παρήγαγε, ξεσηκώθηκαν, με κύρια παρότρυνση του Μίμη Κανελλόπουλου όλοι οι Έλληνες βιοτέχνες, που ήταν πάνω από 50, και με όλα τα επιτρεπτά μέσα προσπάθησαν να αποτρέψουν την τότε κυβέρνηση από τη δημιουργία αποικιακού κράτους μονοπωλίου. Οι διαμαρτυρίες δεν εισακούστηκαν, το εργοστάσιο ιδρύθηκε και λειτούργησε περίπου 10 μήνες, όπου ο επενδυτής αναγκάστηκε να αναστείλει τη λειτουργία, γιατί συνάντησε τρομερές δυσκολίες στην αγορά από τον ανταγωνισμό των υπολοίπων.

Η οικογένεια Κανελλόπουλου, αφού κατάφερε να ξεπεράσει και αυτόν τον σκόπελο με επιτυχία, συνέχισε την ανοδική της πορεία. Το 1980, οι αδελφοί Μίμης και Νίκος, αποφασίζουν να κάνουν το επόμενο μεγάλο βήμα.

Μεταφέρουν την επιχείρηση «Χιών» στη Λεύκα Πατρών, στο σημερινό Βιοτεχνικό Πάρκο. Με πολύ αγάπη και μεράκι στήθηκε εκεί μια βιομηχανία που όχι μόνο ακολούθησε τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές, αλλά εφάρμοσε μέσα από αδιάκοπη έρευνα, μια τεχνολογία πρωτοποριακή στην επεξεργασία του θαλασσινού αλατιού, που σέβεται τη δομή των κρυστάλλων και δεν αλλοιώνει το πολύτιμo αυτό αγαθό της φύσης για τον άνθρωπο.

Ένα ακόμη βήμα – ορόσημο για την πορεία της επιχείρησης είναι το 1986, όταν για πρώτη φορά συσκεύασε επιτραπέζιο αλάτι ψιλό και χονδρό, η μόνη εταιρεία που συσκεύασε χονδρό αλάτι σε φιάλη για οικιακή χρήση. Τότε ανέπτυξε εμπορικό δίκτυο πωλήσεων στην Αττική και την υπόλοιπη Ελλάδα, ενώ παράλληλα ξεκίνησε συνεργασία με τις μεγάλες αλυσίδες λιανεμπορίου και προέβη σε πανελλαδική τηλεοπτική διαφήμιση.

Οι συνεχιστές της οικογενειακής παράδοσης ξεπερνούν τα ελληνικά σύνορα

Σε αυτό το περιβάλλον παράλληλα με τη «Χιών» μεγάλωσαν και τα παιδιά του Μίμη και του Νίκου Κανελλόπουλου. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι πάντα θεωρούσαν τη «Χιών» το τρίτο παιδί των οικογενειών τους. Σε κάποιες περιπτώσεις θα λέγαμε ότι ερχόταν και πρώτο. Η τρίτη γένια της «Χιών», πάνω από μια δεκαετία τώρα, έχει κληρονομήσει την οικογενειακή παρακαταθήκη του αλατιού και με την ίδια αγάπη και μεράκι για το θαλασσινό αλάτι και με νέα πνοή εργάζεται με ατέρμονο το περιθώριο εξέλιξης σε όλα τα επίπεδα, με κυριότερο αυτό της ποιότητας.

Μέχρι σήμερα η «Χιών» έχει κατά πολύ ξεπεράσει το όνειρο και τις προσδοκίες των δημιουργών της, όπου από τους 10.000 τόνους που ήταν ο αρχικός της στόχος, όταν πραγματοποίησε την μετεγκατάστασή της στην σημερινή θέση στο ΒΙΟΠΑ έχει φτάσει τους 30.000 τόνους επεξεργασμένου θαλασσινού αλατιού ετησίως.

Συνεχώς εκσυγχρονίζει τις εγκαταστάσεις της, αυξάνοντας την παραγωγική δυναμικότητα, αλλά κυρίως βελτιώνοντας την ποιότητα των προϊόντων της που είναι πλέον αναγνωρίσιμα από τις μεγαλύτερες παραγωγικές εταιρίες αλατιού στην Ευρώπη και όχι μόνο.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι το 1999 ήταν η πρώτη εταιρεία αλατιού στην Ελλάδα που πιστοποίησε τη παραγωγική της διαδικασία εφαρμόζοντας σύστημα ποιότητας κατά το Διεθνές πρότυπο ISO.

Τα προϊόντα «Χιών» για οικιακή κατανάλωση πωλούνται πανελλαδικά από τις αλυσίδες τροφίμων λιανικού και χονδρικού εμπορίου. Σε ότι έχει σχέση με τα προϊόντα βιομηχανικής κατανάλωσης, είναι ο κύριος προμηθευτής των σημαντικότερων γαλακτοκομικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα, όπως επίσης και της βιομηχανίας τροφίμων.

Περήφανοι για την ποιότητα των προϊόντων τους οι άνθρωποι της «Χιών» και έχοντας στα χέρια τους έναν θησαυρό που η κρίση δεν επηρέασε την κατανάλωσή του ποσοτικά, στράφηκαν και στις αγορές του εξωτερικού. Οι εξαγωγές σήμερα φτάνουν στο 20% του ετήσιου τζίρου της και τα προϊόντα, καταναλωτικά και βιομηχανικά, πωλούνται όχι μόνο στην αγορά της Ευρώπης αλλά και στον Καναδά, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γεωργία, την Κίνα και την Αυστραλία.

Με τις πρόσφατες συμμετοχές στη FoodExpo της Αθήνας και στην Anuga της Κολωνίας, την μεγαλύτερη έκθεση τροφίμων και ποτών παγκοσμίως, επισφραγίζει την διάθεση των ανθρώπων της να στραφούν και στην παγκόσμια αγορά, όπου επάξια η εταιρεία διεκδικεί τη θέση της, λόγω της εξαιρετικής ποιότητας των προϊόντων της και της επιχειρηματικής συνέπειας της, εντάσσοντας τα προϊόντα της ανάμεσα στους θησαυρούς που μας προσφέρει η Μεσόγειος.

 

Αγορά