Το νέο του βιβλίο με τίτλο «Δείπνα» παρουσιάζεται στην «Πρωτοπορία» την Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου
Στην τέχνη της ποίησης μετά από δύο πεζογραφήματα, την «Ασώματη κεφαλή» και το «Μουσαφεράτ» που σημαίνει οι ταξιδιώτες, επέστρεψε ο γνωστός Πατρινός συγγραφέας και δικηγόρος Βασίλης Λαδάς κυκλοφορώντας από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης την ποιητική συλλογή με τίτλο «Δείπνα». Το βιβλίο αναμένεται να παρουσιαστεί την προσεχή Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου στις 20.30 στο χώρο του βιβλιοπωλείου Πρωτοπορία στην οδό Γεροκωστοπούλου και θα μιλήσουν ο Δήμος Κερασίδης επιμελητής εκδόσεων και ο ίδιος ο συγγραφέας.
Όπως είχε εκμυστηρευθεί και σημειώσει ο ίδιος ο Βασίλης Λαδάς στην στήλη «Τυπωθήτω» της εφημερίδας Ελευθεροτυπία και στον Μισέλ Φάις, με τα «Δείπνα» πιάνει ξανά το νήμα με την τελευταία ποιητική συλλογή του, την «Απόκρεω» που είχε βγει το 2004 από τον Γαβριηλίδη.
Ασχολείται και πάλι με τη βρώση και την πόση με μία διαφορά, όπως διευκρινίζει, «στα “Δείπνα” του δειλινού αποφεύγω αυτοαναφορικούς συμβολισμούς και μεταφορές. Έχω κατά νου την ποίηση των ιδεών και τα επιγράμματα.
Πώς αλλιώς να αντιμετωπίσω τους βομβαρδισμούς των τηλεοπτικών εκπομπών με γκουρμέ συνταγές, σε μια εποχή που η ιερότητα του δείπνου έχει χαθεί και πολλαπλασιάζονται οι θάνατοι από δίψα και πείνα.
Αίφνης, μια μέρα είδα πάνω σε κάδο σκουπιδιών αυτοκόλλητο σύνθημα αντιεξουσιαστών που έλεγε: “Προσέξτε τα σκουπίδια που πετάτε, από τους κάδους τρώνε άνθρωποι”.
Ο σαρκασμός υπενθύμιζε ότι ενώ εξαφανίστηκαν οι δηλητηριάσεις ως μέσον δολοφονίας σε αυτοκρατορικές αυλές, μα και σε φτωχόσπιτα, όπου επιδέξιες μαγείρισσες φαρμάκωναν καταπιεστές συζύγους, πολλαπλασιάστηκαν οι εξ αμελείας από μουχλιασμένα και σκουληκιασμένα τρόφιμα και από βρόμικο νερό, όσο κι αν οι μικρές καθημερινές δόσεις δηλητηρίου δημιουργούν αντισώματα στο αίμα.
Το σύνθημα με παρακίνησε στον ακτιβισμό των λέξεων».Ο Βασίλης Λαδάς στο ίδιο κείμενο που δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» υπογραμμίζει ότι «υπάρχουν, αφ' ενός, φιλόσοφοι που συμποσιάζονται, ξακουστοί νέοι που περνούν τη νύχτα “με τα καλά κρασιά και μες στα ωραία ρόδα”, εταίρες ξεμυαλίστρες, χοντροί κρεατοφάγοι και αφ' ετέρου, οι πεινώντες και διψώντες και μαζί οι φτωχοί που μοιράζονται λιγοστό ψωμί και φαΐ, οι χωμάτινοι άνθρωποι του Βαν Γκογκ, που τρώνε πατάτες έντρομοι μπροστά στη θεότητα του τραπεζιού.
Η ψυχή μου είναι πιο κοντά σε αυτούς. Αλλά και σε έναν αλήτη κυνικό φιλόσοφο που κοιμάται σε ψαρόβαρκα στο παλιό λιμάνι της Πάτρας και όταν πίνουμε προσεύχεται ειρωνικά “Χριστούλη μου, αν ένα κιλό κρασί σε νερό το μετατρέπεις κάθε μέρα, επί των υδάτων της θαλάσσης θα σε βλέπω να περιπατείς”.
Η λέξη “δείπνο” έρχεται από το ρήμα “δαίω”, που σημαίνει μοιράζω ίσες μερίδες. Κι έτσι γίνεται, μοιράζεται το φαγητό στο τραπέζι της οικογένειας, της φυλής, της παρέας. Πάει πολύ πίσω αυτό το μοίρασμα, στις πρώτες κοινότητες.
Στον “Πιανίστα” του Πολάνσκι, πατέρας τετραμελούς οικογένειας, που έπαιρνε το τρένο για το κρεματόριο, αγόρασε μια μόνο καραμέλα και με ξυραφάκι τη μοίρασε στα τέσσερα. Αλλά το μοίρασμα του φαγητού έχει πλέον χάσει την ιερότητά του. Υπαινίσσομαι αυτήν την απώλεια.
Στα ποιήματα επίσης απέφυγα τη βαρυστομαχιά των “θυέστειων” δείπνων. Δεν υπάρχουν, εννοείται, συνταγές στο βιβλίο, έστω κι αν αναφέρονται προτιμήσεις ποιητών ή οι ντομάτες γεμιστές του αστυνόμου Χαρίτου.
Και βέβαια, κάτω από τις γραμμές επιδιώκω να διαγράφονται τα ίχνη από ένα παιδί, έναν μετανάστη που πεινάει ή ψάχνει νερό, όπως και η μοναξιά του άρρωστου που δειπνεί μόνος του, με το στρογγυλό σαν μηδέν χάπι της ισορροπίας, ή του πατέρα με τη μονάκριβη κόρη του σε εξορία.
Και δεν ξεχνώ ένα μαύρο γατί που παραμονή εκλογών του 2007 πετάχτηκε στον δρόμο, γιατί του φάνηκε πως μύρισε φαγητό στο απέναντι πεζοδρόμιο και το πάτησαν στη χλαλοή τα αυτοκίνητα. Μόνον αφίσες υπήρχαν υποψηφίων και ηλίθια χαμόγελα στους τοίχους».
Ο Βασίλης Λαδάς έχει γεννηθεί στην Πάτρα το 1946, όπου ζει και εργάζεται. Έχει σπουδάσει νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και δουλεύει ως δικηγόρος.
Έχει εκδώσει τα πεζά κείμενα: «Η πόλη και ο μύθος» (2002), «Ρίον-Αντίρριον» (2004), καθώς και τα ποιήματα (με το ψευδώνυμο Βασίλης Αρφάνης): «Ο Γιάννης και η Μαρία» (1972), «Το ραντεβού» (1984), «Βράδυ στο σπίτι» (1990), «Το νεκρό παιδί» (1990), «Διπλή πόλη» (1994), «Παραβολή» (2001) και «Απόκρεω» (2004).
Επίσης στο ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου έχει ανέβει πριν έξι χρόνια η διασκευή του «Ρίον-Αντίρριον» ενώ το Ιόνιο Θέατρο παρουσίασε το 2006 στο πλαίσιο της Πάτρα, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, το έργο του «Ανήθικη ποίηση» που ήταν μια επιλογή και ανθολόγηση ποιημάτων και πεζών για τις πόρνες, τα πορνεία και τους πελάτες τους.
O Βασίλης Λαδάς με αφορμή τα «Δείπνα» είχε μιλήσει και στο περιοδικό The Best στο καλοκαιρινό τεύχος του 2011 στη Σοφία Μαυρίδη.
Τ.ΜΑΡΤΑΤΟΣ
Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr








