Back to Top
#TAGS ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ Αιγιάλεια Νάσος Νασόπουλος Τέμπη
Αγγελίες
Μην ψάχνεις, βρες στο
THE BEST

CULTURE

/

Εκδήλωση για τον διανοητή Παναγιώτη Κονδύλη στην Πάτρα

Εκδήλωση για τον  διανοητή Παναγιώτη Κον...

Από το "Κοινοτικόν" το Σάββατο 4 Φεβρουαρίου

Ο χώρος εναλλακτικής παρέμβασης «Κοινοτικόν», θα πραγματοποιήσει εκδήλωση-αφιέρωμα στο έργο του μεγάλου Έλληνα διανοητή Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998). Η εκδήλωση  θα πραγματοποιηθεί στο «Κοινοτικόν», πεζόδρομος Ηφαίστου 50, στην Πάτρα, το Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012, στις 6.30 μ.μ. Για το έργο του Κονδύλη θα μιλήσουν οι:

Σπύρος Κουτρούλης: Βασικά σημεία της σκέψης του Π. Κονδύλη – Θεωρία του Πολέμου/Ανταρτοπολέμου.

Στράτος Μεϊντανόπουλος: Έθνος – Εθνικισμός/Αντεθνικισμός – Ανθρώπινα δικαιώματα στη σκέψη του Π. Κονδύλη.

Ο Παναγιώτης Κονδύλης γεννήθηκε στην Αρχαία Ολυμπία το 1943 και πέθανε στην Αθήνα τον Ιούλιο του 1998. Σπούδασε κλασσική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και φιλοσοφία, νεότερη ιστορία και φιλοσοφία στα Πανεπιστήμια της Φρανκφούρτης και της Χαϊδελβέργης. Στη Χαϊδελβέργη αναγορεύθηκε διδάκτωρ της φιλοσοφίας.

Βιβλία του σε ελληνική γλώσσα:Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη (1983), Ο Μαρξ και η αρχαία Ελλάδα (1984), Ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, Ι-ΙΙ (1987), Ο νεοελληνικός Διαφωτισμός (1988), Ισχύς και απόφαση (1991), Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού (1991), Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο (1992), Η ηδονή, η ισχύς, η ουτοπία (1992), Θεωρία του πολέμου (1997).

Βιβλία του σε γερμανική γλώσσα: Die Entstehung der Dialektik (1979), Die Aufklaerung (1981, β΄ έκδ. 1986), Macht und Entscheidung (1984), Konservativismus (1986), Marx und die griechische Antike (1987), Theorie des Krieges (1988), Die neuzeitliche Metaphysikkritik (1990), Der Niedergang der buergerlichen Denk- und Lebensform (1991), Planetarische Politik nach dem Kalten Krieg (1992), Montesquieu und der Geist der Gesetze (1996).

Για την εργασία του του απονεμήθηκε το μετάλλιο Γκαίτε και το βραβείο Χούμπολντ. Διετέλεσε Εταίρος του Ιδρύματος Ανωτάτων Σπουδών του Βερολίνου. Μέχρι το θάνατότου διηύθυνε τη ΄΄Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη΄΄ των εκδόσεων ΄΄Γνώση΄΄ και τη σειρά ΄΄Ο Νεώτερος Ευρωπαϊκός Πολιτισμός΄΄ των εκδόσεων ΄΄Νεφέλη΄΄.

Όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ο Παναγιώτης Κονδύλης εγκαταλείπει την Ελλάδα για να εγκατασταθεί στη Γερμανία, είναι ήδη κάτι περισσότερο από ένας νέος αξιοπρόσεκτος συγγραφέας. Φοιτητής ακόμη στην Αθήνα, είχε στρατευθεί στην υπόθεση της κομμουνιστικής Αριστεράς. Γρήγορα όμως θα της στρέψει την πλάτη, χωρίς διόλου να αποπειραθεί να την αντικαταστήσει με ένα άλλο ιδεολόγημα. «Όταν έκοψα τα ναρκωτικά, τα έκοψα ριζικά και τελειωτικά», θα πει πολλά χρόνια αργότερα.

Παρ’ όλ’ αυτά, η στράτευση και ο αγώνας, ως υπαρξιακά βιώματα, θα σταθούν καθοριστικά για την μετέπειτα εξέλιξή του. Ο αναγνώστης μπορεί να το διαισθανθεί στον δριμύ πολεμικό, τον σχεδόν εριστικό τόνο των κειμένων του. Αλλά και στις βασικές φιλοσοφικές του θέσεις. Οι ιδέες είναι όπλα, θα γράψει, όλη η σκέψη είναι από τη φύση της πολεμική.

Το διάστημα 1970-1978 θα παρουσιάσει μια μεγάλη σειρά μεταφράσεων από τα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα ιταλικά. Δεκαέξι συνολικά τόμοι με κείμενα συγγραφέων όπως ο Μαξ Χορκχάιμερ, ο Άρνολντ Χάουζερ, ο Ερνστ Κασσίρερ, ο Νικολό Μακιαβέλλι.

Εκείνη η δίτομη έκδοση των Έργων του Φλωρεντινού περιλαμβάνει και το πρώτο σημαντικό δημοσίευμα του νεαρού Κονδύλη (1971-72), ένα εισαγωγικό δοκίμιο διακοσίων σχεδόν σελίδων.

Το 1977 υποστηρίζει στη Χαϊδελβέργη τη διατριβή του επί διδακτορία. Θέμα της η Γένεση της διαλεκτικής στο πρώιμο έργο των Χαίλντερλιν, Χέγκελ και Σέλλινγκ. Από τη διατριβή αυτή, θα προκύψουν τα δύο πρώτα ογκώδη βιβλία του Κονδύλη. Ο ομότιτλος τόμος (1979) και ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός (1981). Αυτός ο δεύτερος θα χαρακτηριστεί έργο κλασσικό και παραμένει ώς σήμερα το βασικό έργο αναφοράς για την ιστορία των διαφωτιστικών ιδεών στη γερμανόφωνη βιβλιογραφία.

Τα βιβλία που θα ακολουθήσουν για την Κριτική της Μεταφυσικής (1983), τον Συντηρητισμό (1986), την Θεωρία του Πολέμου (1988), την Παρακμή του αστικού τρόπου ζωής (1991) θα συμπληρώσουν την εικόνα του Κονδύλη ως συστηματικού στοχαστή και ιστορικού των ιδεών.

Κάποια απ’ αυτά θα πυροδοτήσουν έντονες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις.

Με τα διεθνοπολιτικά του γραπτά της δεκαετίας του ’90, την επαύριο της αμερικανικής νίκης στον Ψυχρό Πόλεμο, ο Κονδύλης θα στρέψει το ερμηνευτικό του βλέμμα σ’ ένα πεδίο καινούργιο γι’ αυτόν, την πλανητική συγχρονία και επικαιρότητα. Μόνο που αντί για τις δυτικές θριαμβολογίες περί του «τέλους της ιστορίας» και των συγκρούσεών της, που ήταν τότε του συρμού, εκείνος θα μιλήσει για τη νέα, ανεξέλεγκτη επίτασή τους.

Στις διακηρύξεις περί οικουμενικής κατίσχυσης των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», δεν θα δει παρά τα κενόλογα και ιδιοτελή ρητορεύματα της μόνης πλέον Υπερδύναμης, που κανείς δεν μπορεί να πάρει στην ονομαστική τους αξία. Και στις πομφόλυγες για την «τελειωτική επικράτηση» του δυτικού φιλελευθερισμού, θα αντιτάξει την πρόβλεψη της επικείμενης κατάρρευσής του, υπό το βάρος της σπάνεως των αγαθών και των οξυμένων περιβαλλοντικών, κοινωνικών και γεωπολιτικών εντάσεων.

Τα κείμενά του για τη σύγχρονη Ελλάδα, που ανήκουν στην αυτή κατηγορία, λοιδωρήθηκαν και διαστρεβλώθηκαν συχνά σε βαθμό πρωτόγνωρο. Παραμένουν ωστόσο μνημεία ατομικής εμβρίθειας και συλλογικής αυτογνωσίας.

Ο Κονδύλης υπήρξε συγγραφέας με όλη τη σημασία της λέξης. Αγαπούσε την πυκνή διατύπωση, τις σχοινοτενείς παραγράφους που καλύπτουν σελίδες ολόκληρες, τον υποτακτικό λόγο με τις πυραμιδωτές δευτερεύουσες προτάσεις – αλλά και τους κοφτούς αφορισμούς, και τις δραματικές κορυφώσεις. Ο αγώνας του ήταν πάντα με το λίπος των λέξεων.

Έβρισκε στη σύνταξη της γερμανικής γλώσσας κάτι από την ευπλασία της θουκυδίδειας διατύπωσης. Γενικά, τα πρότυπά του ήταν κλασσικά, αρχαία ελληνικά. Απεχθανόταν σφόδρα τα «κινέζικα» της μετανεωτερίζουσας θεωρητικολογίας, αυτό το επιστημονίζον ζαργκόν που απεδαφίζει τη σκέψη από τα πράγματα.

Παρά ταύτα, και το δικό του γράψιμο δεν είναι εύκολο. Ο απίστευτος όγκος του υλικού που διεξέρχεται, απαιτεί από τον αναγνώστη διαρκή εγρήγορση και πειθαρχία. Προσιτότερα είναι τα μικρότερά του δοκίμια, εκείνα που έγραψε προλογίζοντας έργα του Λίχτενμπεργκ ή του Τσέζαρε Παβέζε λ.χ., και που με τον προσωπικό τους τόνο κάποτε ξαφνιάζουν τον αναγνώστη. Οι συνεντεύξεις του που συγκεντρώθηκαν στο Αόρατο χρονολόγιο της σκέψης (1998) είναι για τον αμύητο που ενδιαφέρεται να τον προσεγγίσει, η προσφυέστερη ίσως εισαγωγή στη σκέψη του.

Η πρόσφορά του στα εκδοτικά μας πράγματα υπήρξε ανυπολόγιστη. Οι τόμοι που μετέφρασε, επιμελήθηκε και εξέδωσε πλησιάζουν τους ενενήντα. Με τον Κονδύλη η ελληνική φιλοσοφική βιβλιογραφία εγκαταλείπει τον χώρο του τυχαίου και του σπασμωδικού και περνάει στην περιοχή του προγράμματος. Ακόμη και αν δεν είχε γράψει λέξη δική του, το ογκώδες αυτό μεταφραστικό έργο θα αρκούσε για να συντηρήσει το όνομά του στην ιστορία των ελληνικών γραμμάτων.

Με το πανεπιστήμιο, ελληνικό και γερμανικό, δεν τα πήγε ποτέ καλά. Αρκετά βιβλία του έφτασαν να γίνουν φοιτητικά εγχειρίδια, ο ίδιος όμως στο τέλος της ζωής του θεωρούσε προσβολή την προσφώνηση «κύριε καθηγητά», που από παραδρομή κάποτε του απηύθυναν.

Είναι αλήθεια ότι στο ξεκίνημά του δοκίμασε πράγματι να περπατήσει αυτή την οδό. Την απόρριψη που συνάντησε τότε, δεν την λησμόνησε ποτέ. Κι όταν αργότερα, γερμανικά και ελληνικά πανεπιστήμια του άνοιγαν τιμητικά τις πόρτες, αυτός προτίμησε επιδεικτικά να μην τις δρασκελίσει. Ωστόσο, οι –από Γερμανίας– διακρίσεις δεν του έλειψαν. Ανάμεσα στ’ άλλα, του απονεμήθηκαν το Μετάλλιο Γκαίτε και το Βραβείο Χούμπολντ.

Γεννημένος το 1943 στην Αρχαία Ολυμπία, ο Κονδύλης πέθανε πενήντα πέντε χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 1998, σε ιδιωτικό νοσοκομείο των Αθηνών. Σε μια εγχείρηση, όπως την είπανε, ρουτίνας, θύμα ίσως ιατρικού λάθους. Άφησε ημιτελές το έργο που ο ίδιος έβλεπε ως έργο ζωής, μια τρίτομη Κοινωνική Οντολογία.

«Με τον θάνατο του μεγάλου Έλληνα φιλοσόφου Παναγιώτη Κονδύλη», θα τον νεκρολογήσει στην Berliner Zeitung ο Γκούσταφ Ζάιμπτ, «η Γερμανία χάνει έναν από τους σημαντικότερους κληρονόμους και διάδοχους της πνευματικής της παράδοσης. Μόνο μ’ αυτό το παράδοξο μπορεί να ειπωθεί η σημασία αυτού του θανάτου».

Και θα καταλήξει: «Ο Κονδύλης υπήρξε συνεχιστής της γερμανικής παράδοσης της δύστροπης, οχληρής σκέψης. Τη στάση του αυτή την υποβάσταζε πάντα μια σπάνια πνευματική ελευθερία και μια σχεδόν αδιόρατη ευαισθησία: ο Κονδύλης δεν μπορούσε τα συνθήματα, την ωραιολογία, τον ναρκισσισμό. Όμως και η σκληρότητά του ήταν μεσογειακή, φωτεινή και ανθρώπινη. Ο ακαταπόνητος πέθανε, προτού ολοκληρώσει το ογκωδέστερο έργο του. Το καλοκαίρι λογάριαζε να το περάσει στην Ελλάδα».

Ο Παναγιώτης Κονδύλης για την ελληνική κρίση

Την ελληνική κρίση αρκετοί την είχαν προϊδεαστεί. Όχι λίγοι είχαν περιγράψει από νωρίς και με ακρίβεια τα συμπτώματά της, καθώς αυτά πλήθαιναν στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. Από την «Ελλαδογραφία» του Νίκου Γκάτσου (1976) ώς το «Finis Graeciae» του Χρήστου Γιανναρά (1987), κι από τον «Γλωσσικό αφελληνισμό» του Γιάννη Καλιόρη (1984) ώς τους «Κωλοέλληνες» του Διονύση Σαββόπουλου (1989) –αναφέρω εδώ επίτηδες έργα εντελώς ετερόκλιτα–, οι διαγνώσεις που προτάθηκαν συνέκλιναν.

Στρεβλός εκσυγχρονισμός, νόθος εξαστισμός και περιβαλλοντική υποβάθμιση, παραγωγική αποδιάρθρωση και δανειοδίαιτη ευμάρεια, αισθητικός εκχυδαϊσμός και παρακμή της παιδείας, λαϊκισμός, αναξιοκρατία, κομματισμός, διαφθορά: στα βασικά όλοι συμφωνούν.

Παρά ταύτα, στην πλειονότητά τους οι διαγνώσεις αυτές έμειναν μερικές, αποσπασματικές. Και αυτό διότι η περιγραφή ενός αρνητικού φαινομένου από μόνη της δεν επαρκεί, δύο ακόμη στοιχεία απαιτούνται για να της προσδώσουν πληρότητα. Το πρώτο είναι η εύστοχη απόδοση του φαινομένου, εν προκειμένω η υπόδειξη των παραγόντων που οδήγησαν ώς αυτό. Το δεύτερο, η ασφαλής μεσομακροπρόθεσμη πρόβλεψη για την εξέλιξή του. Με την έννοια αυτή, την πληρέστερη ερμηνεία και περιγραφή της ελληνικής κρίσης την οφείλουμε στον Παναγιώτη Κονδύλη.

Ο Κονδύλης καταπιάστηκε με το ελληνικό πρόβλημα μόνο σποράδην, σε μια σειρά από κείμενά του δημοσιευμένα ως εισαγωγές ή επίμετρα στις ελληνικές εκδόσεις των βιβλίων του από το 1991 ώς το 1998. Όμως η συνοχή των παρατηρήσεών του είναι τέτοια που έχει κανείς την εντύπωση ότι βρίσκεται εμπρός σε έργο συστηματικό. Στον πυρήνα του προβλήματος, ο Κονδύλης εντοπίζει ό,τι αποκαλεί «καχεξία του αστικού στοιχείου».

Η χαλαρή κοινωνική συνομάδωση που ονομάστηκε ελληνική αστική τάξη, δεν κατόρθωσε ποτέ «να δημιουργήσει γηγενή και αυτοτελή αστικό πολιτισμό». Χώρα με ασήμαντη θέση στον διεθνή καταμερισμό της υλικής και πνευματικής εργασίας, και επιπλέον υποπαραγωγική και χρονίως εξαρτημένη από την ξένη προστασία, η Ελλάδα ήταν επόμενο να διολισθήσει στον παρασιτισμό. Ακόμη και η νεοελληνική ιδεολογία, ο τρόπος δηλαδή που κατανοούμε τον εαυτό μας, είναι εν μέρει προϊόν εισαγωγής.

Το ότι ο παράσιτος μπόρεσε επί τόσες δεκαετίες να είναι συγχρόνως και υπερκαταναλωτής, ο Κονδύλης το εξηγεί επικαλούμενος την ιστορική συγκυρία. Διαρκούντος του Ψυχρού Πολέμου, οργανισμοί όπως η Ατλαντική Συμμαχία και η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιούργησαν για τις χώρες της Δύσης ένα θεσμικό και οικονομικό θερμοκήπιο εντός του οποίου η Ελλάδα κατέλαβε οιονεί θέση πτωχού πλην ομοτράπεζου συγγενούς.

Η εξωτερική βοήθεια από την εποχή του Σχεδίου Μάρσαλ ώς εκείνη των ποικιλώνυμων κοινοτικών «πακέτων», συνιστούσε κατά κάποιο τρόπο το υλικό αντίτιμο της γεωπολιτικής της νομιμοφροσύνης. Μόνο που τα τεράστια αυτά ποσά σπανίως διατέθηκαν προς όφελος δραστηριοτήτων πράγματι παραγωγικών αλλά το συνηθέστερο διέρρευσαν απευθείας στην ιδιωτική κατανάλωση.

Το ίδιο συνέβη με τον ιλιγγιώδη εξωτερικό δανεισμό της χώρας. Το σύνολο σχεδόν της ελληνικής «ανάπτυξης» των τελευταίων δεκαετιών, προέρχεται από την κατανάλωση, άρα από την αγοραία κατασπατάληση των ξένων μεταβιβάσεων και δανείων.

Σε οξεία αντίθεση προς όσους τείνουν να επιρρίπτουν την ευθύνη σε μία μόνο μερίδα (τους πολιτικούς, το κράτος, την «πλουτοκρατία», τη δημοσιοϋπαλληλία, τους ελεύθερους επαγγελματίες κ.ο.κ.), ο Κονδύλης μιλάει ευθέως για ένα «επαίσχυντο κοινωνικό συμβόλαιο». Η νοοτροπία του παρασιτικού καταναλωτισμού, γράφει, αφορά τη «συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων».

Δεν έχουμε να κάνουμε με «έναν λίγο-πολύ υγιή εθνικό κορμό, ο οποίος έχει αρκετές περισσές ικμάδες ώστε να τρέφει και μερικά παράσιτα ποσοτικώς αμελητέα, παρά για ένα πλαδαρό σώμα πού παρασιτεί ως σύνολο εις βάρος ολόκληρου του εαυτού του, ήτοι τρώει τις σάρκες του, συχνότατα και τα περιττώματά του».

Με τα δύο τρίτα των προϋπολογισμών του κράτους να κατευθύνονται επί δεκαετίες ολόκληρες σε μισθούς, συντάξεις και αγροτικές επιδοτήσεις, και με ένα επιπλέον 20% να διατίθεται για τοκοχρεολύσια, άρα εν πολλοίς για τον ίδιο σκοπό, η εκτίμηση αυτή του Κονδύλη είναι αμάχητη. Το παράδοξο της ελληνικής περίπτωσης είναι ότι ο παρασιτικός καταναλωτισμός μας ήταν οργανωμένος δημοκρατικά, η διανομή του ξένου χρήματος γινόταν με πνεύμα κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ο Παναγιώτης Κονδύλης εκδήμησε το 1998, μια δεκαετία δηλαδή πριν το ξέσπασμα της κρίσης. Ήδη όμως στα 1992 διέβλεπε τις πιθανές εξελίξεις. Η νέα συγκυρία μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, πίστευε, θα υποβάθμιζε τον ρόλο της Ελλάδας στους κόλπους της Δύσης. Αυτό θα οδηγούσε αργά ή γρήγορα τους εταίρους μας αφενός μεν στην άρνηση «να χρηματοδοτήσουν περαιτέρω τον ελληνικό παρασιτικό καταναλωτισμό, επιβάλλοντας στην ελληνική οικονομία αυστηρή δίαιτα εξυγιάνσεως και επαναφέροντας το ελληνικό βιοτικό επίπεδο στο ύψος πού επιτρέπουν οι δυνατότητές της».

Αφετέρου δε στην απόφαση να αγνοήσουν «ό,τι οι Έλληνες θεωρούν ως εθνικά τους δίκαια, υιοθετώντας στα αντίστοιχα ζητήματα είτε τη θέση των αντιπάλων της Ελλάδας είτε εν πάση περιπτώσει θέση σύμφωνη με τα δικά τους περιφερειακά συμφέροντα».

Με το Μνημόνιο της 8ης Μαΐου 2010, το πρώτο σκέλος της πρόβλεψης, η έξωθεν επιβεβλημένη «αυστηρή δίαιτα», επιβεβαιώθηκε πλήρως. Το μέλλον θα δείξει αν θα ισχύσει το ίδιο και στα εθνικά μας ζητήματα.

Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr

Culture