Back to Top
#TAGS Αιγιάλεια Κορωνοϊός Νάσος Νασόπουλος Πόλεμος στην Ουκρανία Θάνατος τριών παιδιών στην Πάτρα Πανελλήνιες 2022 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ
Αγγελίες
Μην ψάχνεις, βρες στο
THE BEST

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

/

Κινηματογραφικές ιστορίες ποίησης, αγάπης…ελευθερίας…

Κινηματογραφικές ιστορίες ποίησης, αγάπη...

Του Νεκτάριου Γεωργόπουλου

Πώς ένιωσαν οι άνθρωποι αλήθεια όταν οι αδερφοί Ωγκύστ και Λουί Λυμιέρ ανακάλυψαν τον κινηματογράφο, τι ήταν αυτό που αισθάνθηκαν όταν οι πρώτες κινούμενες εικόνες πέρασαν μπροστά από τα μάτια τους;

Κάθε φορά που μια κινηματογραφική ταινία προβάλλεται στο σινεμά, μια σύνθεση από λέξεις, εικόνες, αισθήσεις, οδηγούν στο να πάρει μια ιστορία σάρκα & οστά και μέσα στο σκοτάδι την ώρα της προβολής να αποκαλυφθεί προσωπικά στον καθένα, παίρνοντας μας μαζί της σ’ ένα μαγικό ταξίδι.

Το σενάριο, η σκηνοθεσία, η μουσική, οι πρωταγωνιστές, η φωτογραφία, τα σκηνικά, τα τοπία, είναι τα βασικά συστατικά της έβδομης Τέχνης!

Τι ακριβώς συμβαίνει στους ανθρώπους καθώς διαβάζουν την ποίηση του Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη; Όταν ήδη από τους πρώτους στίχους ταξιδεύουν νοερά στον κόσμο μα και στην ομορφιά του!

Είναι ίδια η ανάγνωση που κάνουμε όλοι άραγε ή ο καθένας ανάλογα με τις εμπειρίες και τα βιώματά του βλέπει και ονειρεύεται μια διαφορετική Ιθάκη;

Θυμάμαι πάντα με αγάπη μια στιγμή που ίσως, πιθανόν, μπορεί, κανείς δεν είναι σίγουρος εάν συνέβη και αφορά τη συνάντηση δύο μεγάλων ποιητών του Κωνσταντίνου Καβάφη και του Φερνάντο Πεσσόα. Είναι μια σκηνή από την κινηματογραφική ταινία "Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη" σε σκηνοθεσία Λευτέρη Χαραλαμπόπουλου. Ακούγεται η φωνή του ηθοποιού Μήνα Χατζησάββα …«Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα. Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή».

Κινηματογράφος και ποίηση συναντώνται σε μια αφήγηση, μια ιστορία και οι λέξεις φτάνουν στα χείλη των πρωταγωνιστών, είναι τέτοια η δύναμή τους που σε ταξιδεύουν πάντα και παντού…

Αυτή τη φορά το ταξίδι ξεκινάει με τη μουσική, την ομορφιά, τις μνήμες, τη Χημεία, την Ιστορία, το Τρικέρι, το μελτεμάκι, την ανάγνωση, την ενηλικίωση, την αγάπη και τη συνάντηση από τα χείλη της Αθηνάς – Μαρίας Λαοπόδη. Μιλώντας «για όλα αυτά που τότε μου άνοιγαν διάπλατα τόσους ορίζοντες για όλα αυτά που ήθελα να γίνω και να μάθω όταν θα μεγάλωνα λίγο παραπάνω».  

Υπάρχουν φορές που άλλα επιθυμεί η καρδιά σου και άλλου σε πάει η ζωή όπως λέει και η Βάσω Μαργέλου…. ξεκινώντας από την Πάτρα της οικονομικής κρίσης βρίσκοντας τη μαγεία και τους «μάγους», συνεχίζοντας στην Κύπρο και έπειτα στη διχοτομημένη Λευκωσία. Φτάνοντας μέχρι και την Κερύνεια, την παραθαλάσσια αυτή πόλη που κάποτε έσφυζε από ζωή και από εκεί στο «όνειρο» την Πάφο Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 2017… αναζητώντας τον επόμενο προορισμό.

Σε αυτή την ιστορία οι δύο κοπέλες θυμούνται, αισθάνονται, ανακαλύπτουν, ταξιδεύουν, μαθαίνουν, παρατηρούν, μεταμορφώνονται, γοητεύονται…και σίγουρα αισθάνονται για τη ζωή ότι αισθάνθηκαν και οι πρώτοι θεατές του κινηματόγραφου… έκπληξη!

Αθηνά Μαρία Λαοπόδη : «Κόκκινο Μελτέμι»

Ήταν κάπου αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Η κρίση δεν είχε κάνει ακόμα αισθητή την παρουσία της, τουλάχιστον όχι στην ζωή και το μυαλό μιας 16χρονης που ζούσε ανάμεσα στη Βιολογία και τη Χημεία. Όταν είσαι 16 και λίγο πριν τις εξετάσεις του καλοκαιριού δεν σκέφτεσαι και πολλά, δεν προλαβαίνεις.

Η ζωή είναι γεμάτη φροντιστήρια, διαβάσματα και στα διαλλείματα συζητήσεις με τις φίλες σου, λίγο facebook, καρδιοκτύπι με ανταπόκριση ή χωρίς δεν έχει σημασία και μουσική, πολλή μουσική. Τίποτα δεν συγκρίνεται με την μουσική των εφηβικών μου χρόνων, αυτή που σε συντροφεύει τις νύχτες ατέλειωτων διαβασμάτων. Ήταν μια τέτοια νύχτα λοιπόν, το στέρεο – ναι, στο σπίτι υπήρχε και υπάρχει ακόμη σε πείσμα όλης της τεχνολογικής παράκρουσης των τελευταίων ετών- έπαιζε μια εκπομπή με αφιέρωμα σε ταινίες τραγουδιών.

Δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία, βουνό οι ασκήσεις βλέπεις… Μέχρι που άκουσα μια ιδιαίτερα αισθαντική φωνή να τραγουδάει με παλμό και μια αίσθηση νοσταλγίας πως «it must have been love but its over now….» “Και τώρα ακούσαμε τους Roxette στην μεγάλη τους ομώνυμη επιτυχία και soundrack του blockbuster των 90ς Pretty Woman με την Τζούλια Ρόμπερτς και τον Ρίτσαρντ Γκιρ.”.. ενημέρωσε ο ραδιοφωνικός παραγωγός. 

Την θυμόμουν αυτή τη ταινία!  Πότε δεν ταυτιζόμουν με παραμύθια από μικρό παιδί αλλά αυτή η ταινία με είχε μαγέψει! Θες η ομορφιά των ηθοποιών, η λάμψη του Hollywood, αυτές οι γλυκόπικρες εναλλαγές στις σκηνές; Δεν ξέρω πάντως μου έμεινε ανεξίτηλη σχεδόν στην μνήμη μου όλη, εκτός από αυτό το τραγούδι….

Στις μέρες που ακολούθησαν ξαναείδα την ταινία, έμαθα και τους στίχους από το τραγούδι. Δεν ξέρω σαν να ερωτεύτηκα μέσα από αυτό. Μια ιδέα, κάτι άπιαστο, σκηνές που δεν είχα ζήσει ποτέ και όμως μου έλειπαν. Τέλος πάντων οι μέρες περνούσαν οι εξετάσεις ήταν προ των πυλών και τα ονειροπόλα ιντερμέδια τραγουδιών, ταινιών και συναφών ασχολιών είχαν μετριαστεί.

Όλα… πλην ενός. Βλέπετε η Χημεία ήταν ανέκαθεν το μάθημά μου όχι μόνο λόγω της έφεσης μου στον κλάδο, αλλά γιατί στο φροντιστήριο μου ο καθηγητής μας 20-22 χρόνια μεγαλύτερός μας ήταν στα μάτια μου το ιδανικό ταξίδι προς την ενηλικίωση μου. Ο κ. Άλκης δεν ήταν  πολύ ψηλός, ούτε ιδιαίτερα γεροδεμένος, ένας συνηθισμένος άνθρωπος μάλλον, είχε όμως μαύρα πλούσια μαλλιά, γένια και καταγάλανα μάτια λίγο σβησμένα, σαν τη θάλασσα σε συννεφιά..

Όχι δεν ήταν μόνο η κλασική γοητεία που ασκεί ο καθηγητής σε μια έφηβη, ήταν κάτι πολύ παραπάνω. Ήταν οι συζητήσεις μας  με αυτή τη  στεντόρεια ραδιοφωνική  φωνή του όταν δεν είχαμε μάθημα για μουσική, για Ιστορία, για Πολιτική, για Επιστήμη για όλα αυτά που τότε μου άνοιγαν διάπλατα τόσους ορίζοντες για όλα αυτά που ήθελα να γίνω και να μάθω όταν θα μεγάλωνα λίγο παραπάνω. Ήταν να αναρίθμητα ερεθίσματα που μου έδινε ώστε κάθε μέρα ναι διαβάζω περισσότερα για περισσότερα και φυσικά για τη Χημεία. Β Λυκείου εγώ, τα συγγράμματα των πρωτοετών διάβαζα, δεν ήθελα να μου ξεφύγει τίποτα ποτέ..

Αλλά που είχαμε μείνει; Ναι στις εξετάσεις του σχολείου. Έκανε απίστευτη ζέστη για Ιούνιο εκείνη τη χρονιά αλλά τα πράγματα πήγαν περίφημα. Τα 20αρια έπεσαν βροχή και ήρθε η ώρα να ξεκινήσει το καλοκαίρι της κόλασης-λέγε με προετοιμασία για τη Γ΄ Λυκείου.

Όλα θα ήταν υπέροχα αν ο κ. Άλκης δεν ανακοίνωνε ότι θα έφευγε για μια θέση ερευνητή σε κάποιο Πανεπιστήμιο στην Αγγλία. «ΟΧΙ! Μη φύγετε! Μη φύγετε! Δεν μου φτάνει να βλέπω τις φωτογραφίες σας στο facebook!» Να φωνάζω σαν μικρό κοριτσάκι ενώ στο μυαλό μου ήρθε το τραγούδι των Roxette και εκείνος να προσπαθεί να καθησυχάσει το εφηβικό μου ξέσπασμα- χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.

Ένα μήνα μετά, μέσα Αυγούστου και ενώ τα μαθήματα είχαν σταματήσει για καλοκαίρι το μυαλό μου γύριζε ακόμη στον κ. Άλκη που τον είχα χάσει στο μεσοδιάστημα, αφού φυσικά και δεν είχα ούτε το θάρρος αλλά και είχα και περίσσιο εγωισμό ώστε να του στείλω το οποιοδήποτε μήνυμα. Βρέθηκα λοιπόν  με την παρέα της ξαδέρφης μου- 20σαχρονοι τότε όλοι τους  στο νησί Τρίκερι.

Το Τρίκερι δεν είναι ένα νησί σαν όλα τα νησιά. Είναι ένα νησί στο οποίο ο χρόνος έχει σταματήσει. Αυτοκίνητα δεν υπάρχουν, καλντερίμια υπάρχουν, δύο ταβερνάκια, μια εκκλησιά στη μέση, ένα μονοπάτι προς το μοναστήρι-το οποίο στον Εμφύλιο ήταν τόπος εξορίας γυναικών, ένα παντοπωλείο που θυμίζει έντονα παλιές δεκαετίες και κάποια εξοχικά συνθέτουν ένα ιδιαίτερα γραφικό τοπίο μαζί με τον γαιδαράκο του νησιού – ο οποίος μάλλον τώρα που σας γράφω έχει περάσει το «ουράνιο τόξο»..

Στο νησί εκείνη την ημέρα- που είχε και γιορτή προς τιμήν της Παναγίας-είχα αφήσει τα κατσαρά καστανά μακριά μαλλιά μου ατημέλητα και φορούσα ένα κατακόκκινο πουά  φόρεμα λίγο πάνω από το γόνατο το οποίο παλλόταν απαλά μαζί με το μελτεμάκι που μας δρόσιζε εκείνη τη βραδιά στο μοναστήρι. Όλα τα κορίτσια τότε έτσι είναι το έθιμο, αν και δεν έχω μεγάλες επαφές με τα Θρησκευτικά, περνούσαμε κάτω από τον επιτάφιο της Παναγιάς. Μόλις πέρασα, εντελώς ξαφνικά τον είδα!

Ήταν εκεί μπροστά μου στο νησί ο κ. Άλκης! Η καρδιά που φτερούγιζε, ο πόνος στο στομάχι, η μυρωδιά από τα γαρύφαλλα του Επιταφίου όλα μπερδεύονται γλυκά.

Ο κ. Άλκης είχε έρθει μέρες εκεί όπως έμαθα εκ των υστέρων σε ένα φίλο του που είχε εξοχικό.  Εκείνο το βράδυ, το πρώτο μου βράδυ που ήπια, σαν ενήλικας- πόσο άχαρο στα 16 κάνεις τα πάντα «σαν» ενήλικας ενώ δεν είσαι, ούτε παιδί είσαι βέβαια αλλά τέλος πάντων. Εκείνο το βράδυ λοιπόν, μετά το μοναστήρι, την ώρα του φαγητού εγκατέλειψα την παρέα μου και του ζήτησα να κάνουμε μια μικρή βόλτα. Δέχτηκε να πάμε μέχρι λίγο παρακάτω στη πλατεία.

Εκεί στη πλατεία με το κόκκινο μου το φόρεμα και με τα μαλλιά μου να τα παίρνει ο αέρας την βρήκα την δύναμη και του το πα  σε μισό ενικό, μισό πληθυντικό….Εγώ..Εγώ κύριε Αλκη…Άλκη δεν θέλω να φύγετε, δεν θέλω να σε χάσω, είμαι ερωτευμένη, νομίζω σας αγαπάω, νομίζω δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα..

Εκείνος με ένα γλυκό χαμόγελο μου έπιασε το χέρι μου- πόσο απαλό άγγιγμα ήταν εκείνο! -και το φίλησε. Τα μάτια τα δικά μου ήταν υγρά από συγκίνηση και τα δικά του φαινόταν πιο λαμπερά σαν πρόσκαιρα να χε φύγει η μόνιμη συννεφιά τους. .…«Κορίτσι μου, ωραίο μου κορίτσι που θα γίνεις μια ωραία γυναίκα όπως η ταινία που μου έλεγες ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτό το μελτεμάκι που πρόσφερες  στην ψυχή μου απόψε, αλλά ούτε θα το αφήσω να με παρασύρει!

Είναι ιεροσυλία να αγγίξει κανείς, αυτό το μοναδικό συναίσθημα των νιάτων σου. Όμορφο μου κορίτσι αυτό που νιώθεις είναι δώρο, γιατί είναι αγνό και θα με αγκαλιάζει  μαζί με το αυτό το βλέμμα που έχεις τώρα μαύρα μου μάτια, μια ζωή- αλλά όχι είναι τόσο πολύτιμο, τόσο καθάριο που δεν θα αφήσω καμιά σκιά να το καλύψει-ούτε τη δική μου, όταν μεγαλώσεις λίγο περισσότερο θα καταλάβεις…»  Μα είμαστε και οι δύο νέοι, πρόλαβα να ψελλίσω μέσα σε αναφιλητά, «θα καταλάβεις» μου ξανάπε και γύρισε στη παρέα του μην αφήνοντας με να πω τίποτα άλλο…

Πέρασαν 7 χρόνια από τότε. Μάθαινα σποραδικά νέα του από το fb, δεν ασχολείται πολύ εξάλλου, τον είχε κερδίσει η έρευνα. Εγώ δεν ακολούθησα αρχικά σπουδές. Όταν εν τέλει η κρίση χτύπησε την οικογένεια άφησα το Πανεπιστήμιο, ευτυχώς για λίγο, ασχολήθηκα ενεργά με την πολιτική και  βρέθηκα συνέταιρος σε ένα bar-restaurant, άλλωστε στο μυαλό μου, μέσα στον απίστευτο κατακρημνισμό ονείρων που επέφερε η κρίση, ήταν μόνο πως να βγάλω χρήματα.  Φαντάζομαι κάπως έτσι χάνεται η αθωότητα..

Μια μέρα, λίγο πριν κλείσουμε για καλοκαίρι  ξαναφόρεσα εκείνο το κόκκινο φουστάνι-ναι ειχα διατηρήσει στο ακέραιο τη σιλουέτα και τα εφηβικά μου ρούχα. Εκείνη την ημέρα σαν σκηνή από μυθιστόρημα πες, έγινε αυτό που δεν περίμενα. Μπήκε στο μαγαζί ένας κύριος με λίγα γκριζωπά μαλλιά στους κροτάφους, τα γένια και κάποιες ρυτίδες γύρω από τα μεγάλα του, πάντοτε το ίδιο μελαγχολικά, μάτια αλλά γοητευτικότατος με μια μεγάλη παρέα από συνομηλίκους τους- όλοι τους καλοντυμένοι και ξένοι.  Τον αναγνώρισα αμέσως!

«Άλκη…» χαμογέλασε, έμεινε έκπληκτος από την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα και η ζωή μου, όμως χάρηκε που με είδε. Είχε έρθει στην Ελλάδα για διακοπές με τους συναδέλφους του καθηγητές στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου όπου πλέον δίδασκε.

Δεν είπαμε πολλά. Μόνο πως ακόμη δεν είχε κάνει οικογένεια, πώς δεν σκοπεύει να γυρίσει στην Ελλάδα μόνιμα ποτέ ξανά, πως παρακολουθεί την πολίτικη μου εξέλιξη και πως με διαβάζει ανελλιπώς όταν πετυχαίνει άρθρο μου στο internet και ας είμαστε πολιτικώς αντίθετοι..

Τους κέρασα και πριν φύγει ήρθε με χαιρέτησε. Μου είπε «το ίδιο κόκκινο φόρεμα, το ίδιο μελτεμάκι, η ίδια αγνότητα στο βλέμμα, με αγκαλιάζει ακόμα εκείνο το συναίσθημα..».

«Ήταν αγάπη» του ψιθύρισα και τον πήρα αγκαλιά, μέσα στο μαγαζί. Τα χέρια του ήταν το ίδιο απαλά όπως τότε που με πρωτοάγγιξε στο νησί. Όσο ήμουν στην αγκαλιά του δεν ήμασταν στο μαγαζί. Ήμασταν στο Τρίκερι, μέσα μου και στα αυτιά μου ηχούσε το ίδιο τραγούδι των Roxette και εγώ μέσα σε αυτή την αγκαλιά, κατάλαβα όλα όσα μου είχε πει τότε.

Το μαγαζί δεν ξανάνοιξε ποτέ μετά εκείνο το καλοκαίρι.

Ο ήχος από τον τελικό προορισμού  του τραίνου με ξυπνά. Είναι 19/6/2021 η μάσκα με πνίγει αλλά είναι αναγκαίο κακό. Ήρθα Αθήνα να δώσω μάθημα. Είμαι στο τρίτο έτος της Νευροψυχολογίας. Του χρόνου αν δεν είμαστε κλεισμένοι σε κανένα ακόμη lockdown, πόσο κουραστική και γκρίζα είναι αυτή η εποχή, τελειώνω και μάλλον θα φύγω Αγγλία για μεταπτυχιακό στις Νευροεπιστήμες, θα αφήσω και την πολιτική προσωρινά. Το κινητό πάντα στο χέρι μου, ξανακοιτάω το τελευταίο άρθρο που είχα ανοίξει πριν αποκοιμηθώ. Είναι ένα άρθρο σε ιστοσελίδα επιστημονικού περιοδικού για την αποτελεσματικότητα των εμβολίων. Στους υπογράφοντες την έρευνα ο Άλκης και η σύζυγός του, επιστήμων και η ίδια στο ίδιο Πανεπιστήμιο.

Την ανάγνωση σταματά το τηλέφωνο του συντρόφου μου.

- Έφτασες καλά;

- Ναι το βράδυ θα βγώ με τα κορίτσια λέω να φορέσω….

- Άσε ξέρω το κόκκινο φουστάνι…

- Ναι, θα σε πάρω μετά δεν μπορώ να μιλάω με τη μάσκα, σε αγαπώ.

Μπαίνω στο ταξί. Στο ραδιόφωνο έπαιζε ο Roy Orbison το «Pretty Woman». Χαμογέλασα, όσο μπορούσα με τη μάσκα. Έξω τα φύλλα παλλόταν απαλά..Καλοκαιρινό μελτεμάκι..

Όλα πια άλλαξαν. Έχει μείνει όμως ένα μελτεμάκι και ένα κόκκινο πουά φόρεμα, λίγο ξεθωριασμένο πια να μου θυμίζει τη ζωή που ζούσαμε, τη ζωή που λαχτάρα τόσο να ξανάρθει…

Αθηνά Μαρία Λαοπόδη.

Αθηνά Μαρία Λαοπόδη.

Βάσω Μαργέλου : Άλλα επιθυμεί η καρδιά σου και αλλού σε πάει η ζωή…

Δεν ξέρω αν θέλω να σου μιλήσω για την «εποχή» του covid-19 μιας και νιώθω ότι έχουμε ακόμα δρόμο… Θυμάμαι όμως έντονα την ανακοίνωση για το lock down,  τον Μάρτιο του ’20. Θυμάμαι ακόμα πώς ένιωσα, τον φόβο που με κατέκλυσε και τους έρημους δρόμους…

Έχει πια καλοκαιριάσει και μοιάζει η ζωή μας - σχετικά - φυσιολογική  ενώ σου γράφω έχοντας πόνο στο αριστερό μου χέρι από το εμβόλιο και τη μάσκα κρεμασμένη δίπλα μου, σε ένα παλιό ερμάριο. Θυμήθηκα και  εκείνο το τηλεφώνημα που μιλήσαμε για την ταινία «ο λύκος και το γεράκι» με πρωταγωνιστές τους Φάιφερ και Μπρόντερικ? Λοιπόν, την είδα ξανά και ξανά  γιατί όπως ξέρεις, λατρεύω τον κινηματογράφο και τα παραμύθια. Πάντα μου άρεσαν τα παραμύθια. Μου άρεσαν γιατί στο τέλος τα μάγια λύνονται, οι ήρωες ευτυχούν και το κακό εξοστρακίζεται.

Ρωτάς αν τα πιστεύω?

 Θα σου θυμίσω πρώτα το σενάριο.  Εκείνη και ο αγαπημένος της, λόγω μιας κατάρας,  δεν συναντιόνται ποτέ με την ανθρώπινη μορφή τους. Ο μύθος σε πρώτο πλάνο πραγματεύεται την αέναη μάχη του καλού με το κακό όπου το τέλος είναι προβλέψιμο-  ο έρωτας ο απελευθερωτής οδηγεί τους ήρωες στο μονοπάτι της αυτογνωσίας και εντέλει, της ελευθερίας.  Η  περιπέτεια των ηρώων  θυμίζει κατά μια έννοια , αυτό  που οι περισσότεροι  έχουμε μετουσιώσει σε ρουτίνα. Άλλα επιθυμεί η καρδιά σου και αλλού σε πάει η ζωή…

Κάπως έτσι κι εγώ, εκκινώντας από την Πάτρα, θα σου διηγηθώ τα τελευταία χρόνια της ζωής μου… Στην Πάτρα  ήρθα ως  «ερωτική μετανάστρια» το 2007  αφήνοντας πίσω μου  μια Αθήνα γεμάτη γοητεία, προκλήσεις και έντονη ζωή. Ο δικός μου «λύκος» με βοήθησε να ανοίξω τα φτερά μου και η πόλη έγινε, έκτοτε, αναπόσπαστο μέρος των αναμνήσεων μου. Θυμάμαι μια πόλη ζωντανή, γεμάτη από την φοιτητική ενέργεια, τα στέκια, τα καρναβάλια και την πιο όμορφη Τσικνοπέμπτη σε όλο το Πανελλήνιο. Τέχνες και εκδηλώσεις, θέατρο, συναυλίες και θάλασσα. Ναι, θάλασσα… ήμουν περικυκλωμένη από τη θάλασσα για να ατενίζει η ματιά και τα όνειρα.  Η Πάτρα για μένα, ήταν μια πόλη των αντιθέσεων- τη μέρα μια επαρχιακή πόλη με τα μεσημέρια της νωχελικά και τα βράδια μεταμορφωνόταν σε μια κοσμοπολίτισσα πλανεύτρα ∙ σαν το  «λύκο και το γεράκι» ισορροπούσε σε μια δική της «μαγεία».  Εκεί, ανάμεσα στους δυο κόσμους της Πάτρας, βρήκα τους «μάγους» και φτιάξαμε το δικό μας  «μετασχηματιστικό» ελιξήριο. Ο Διονύσης, ο Στάθης, η Αλεξάνδρα, η Ρούλα, ο Παναγιώτης και τόσοι ακόμα, ντόπαραν τον οργανισμό μου με  μαντζούνια πολιτισμού, με ονειρικές  συνιστώσες από αυτές που δημιουργεί η εμπειρία, η ευφυΐα, το ταλέντο και η βαθιά καλλιέργεια που αποζητά  ανοιχτές πύλες προς το αέναο ιδανικό. Η πραγματική όσμωση επιτυγχάνεται ανάμεσα σε σπονδές τσίπουρου και ανεξάντλητες συζητήσεις και διαφωνίες για τις τέχνες, την πολιτική, την κοινωνιολογική διάσταση των φαινομένων. Και η κοινωνιολογία είχε βαρύνουσα σημασία στα χρόνια που ακολούθησαν∙ τα χρόνια της οικονομικής κρίσης έπληξαν βαρύτατα την Πάτρα και τα μάγια έσπασαν. Έσπασαν και οι ζωές μας…

Πήρα τον λύκο μου και φύγαμε. «Πετάξαμε» στην  Κύπρο με τους στίχους από το ποίημα «Ελένη» του Σεφέρη στην καρδιά… «Δακρυσμένο πουλί, στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα, άραξα μοναχός μ' αυτό το παραμύθι…».

 Εκείνο το καλοκαίρι του ’16 στο νησί, κύλησε με διάθεση εξερεύνησης. Περπατήσαμε στη διχοτομημένη Λευκωσία∙ μια πόλη μεταξύ ανατολής και δύσης, ελληνισμού και πορθητών. Ο ιμάμης από τα μεγάφωνα καλούσε σε προσευχή τους μουσουλμάνους στα κατεχόμενα και ο αντίλαλος στην ελεύθερη Λευκωσία θυμίζει την εισβολή απομακρύνοντας τις θύμησες της συμβίωσης των δυο πολιτισμών. Ανακατεύτηκα με τους ντόπιους, προσπάθησα να εγκολπώσω τη ντοπιολαλιά τους ως το γοητευτικό κράμα του αρχαίου ελληνισμού και των γλωσσικών δανείων ενώ γνώρισα και ηλικιωμένους Τουρκοκύπριους, στην κατεχόμενη πλευρά, που μιλούσαν άψογα ελληνικά… Την πρώτη φορά που διασχίσαμε τον πεζόδρομο της Λήδρας μέχρι το σημείο που διακόπτεται από τα «σύνορα» για να φτάσω στην τουρκική πλευρά της Λευκωσίας, ένιωσα να «πισωπατώ». Δεν ήμουν σίγουρη για την απόφαση μου, χωρίς ακόμα να έχω τολμήσει να το ερμηνεύσω. Οι επόμενες φορές ήταν πιο εύκολες. Θες η ρακή, θες ότι παντού οι άνθρωποι είναι ίδιοι, θες ότι η επαφή με άλλους πολιτισμούς ενέχει γοητεία…όπως και να το δεις, οι δερβίσηδες της τουριστικής «βόρειας» Λευκωσίας, ο τούρκικος καφές και τα λουκούμια, οι ιμάμηδες και τα αρώματα της Ανατολής έφτιαχναν στο μυαλό μου τη συνέχεια του παραμυθιού. Η φωτογραφική μηχανή δεν σταμάτησε τα «κλικ». Οι γειτονιές που μοιάζουν ακίνητες στο χρόνο, απομεινάρια της εισβολής, οι έποικοι και οι Τουρκοκύπριοι που νιώθουν Κύπριοι κι όχι Τούρκοι, είναι στοιχεία που συνθέτουν μια νέα κατάσταση πολιτισμικής ανασυγκρότησης.

Όταν άρχισα να εξοικειώνομαι με την κατεχόμενη πλευρά της Λευκωσίας, βρήκα και το λεωφορείο της γραμμής που μας πήγε στην Κερύνεια. Κερύνεια! Από την απόλυτη δόξα στο ναδίρ. Στις αρχές του 19ου μέχρι και τον 20ο αιώνα, η παραθαλάσσια αυτή πόλη έσφυζε από ζωή, διασκέδαση και τέχνες και ήταν  εξέχων τουριστικός προορισμός για τους Ευρωπαίους. Ο παραλιακός δρόμος με το Κάστρο και το λιμανάκι ήταν η must βόλτα για τους παραθεριστές και τις κυρίες της αριστοκρατίας με τις ομπρέλες τους.  Τώρα φιλοξενεί τα όνειρα των ανθρώπων που έχουν αποικήσει την Κερύνεια, τα παζάρια, την φτώχεια και ένα αβέβαιο μέλλον για την βόρεια πλευρά του νησιού.

Η θερμοκρασία είχε περάσει τους 43 βαθμούς και οι κράχτες καλούσαν τον κόσμο να δροσιστεί στα μπαρ και τα εστιατόρια της παραλιακής οδού. «Γιουνάνι»? Ναι του λέω, στα ελληνικά. Και κάπως έτσι,  ο Χασάν μας κάλεσε να φάμε στην ταβέρνα του για να μας διηγηθεί πόσο αγαπάει την Ελλάδα. Βέβαια, δεν μπορεί να μας επισκεφθεί διότι δεν αναγνωρίζουμε το ψευδοκράτος και τους πολίτες του. Αφού ένιωσα ότι μου απευθύνεται ως σε  «εγγυήτρια δύναμη» λόγω εθνικότητας κι αφού δεν είχα τίποτα να απαντήσω στον Χασάν, ήπιαμε σταυρωτά την τελευταία μας ρακή καταλήγοντας στο αυτονόητο « η πολιτική έχει χωρίσει τους λαούς, εμείς δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα»…

Το καλοκαίρι θέριευε,  ο υδράργυρος χτυπούσε κόκκινο, οι σόλες είχαν λιώσει, η αγωνία κορυφωνόταν και η ώρα της επιλογής είχε παγώσει. Συνεντεύξεις, συνεντεύξεις και μετά σιωπή…Το όνειρο της επαγγελματικής αποκατάστασης απομακρυνόταν  και τα χρήματα  από το παγκάρι μας, εξανεμίζονταν.

Και ένα χειμωνιάτικο πρωί, χτύπησε το τηλέφωνο. Το ταξίδι στην Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, Πάφος 2017 είχε ξεκινήσει. Η δουλειά σε μια ευρωπαϊκών προδιαγραφών διοργάνωση δεν είναι εύκολη υπόθεση, σίγουρα όμως άνοιξε ασκούς εμπειρίας, πρόσμιξης με άλλες κουλτούρες και έβαλε τον πήχη της αρτιότητας ψηλά. Φιλαρμονική του Βερολίνου, Ute Lemper, Fanny Ardant, παραγωγές αρχαίου δράματος σε μυσταγωγικούς αρχαιολογικούς χώρους, σε ερειπωμένες μονές και σε χωριά, στις παραλίες αλλά και σε χώρους υπερσύγχρονους, με τη συνδρομή των ντόπιων, των εκατοντάδων εθελοντών με κίνητρο το  πάθος. Πάθος γιατί ο πολιτισμός ενώνει, ανυψώνει και δημιουργεί παρέες ανομοιογενείς και μαγικές. Γιατί έβλεπαν την πόλη τους να αλλάζει, να παίρνει ζωή και να γίνεται πεδίο ελεύθερης καλλιτεχνικής έκφρασης. Και στο τέλος, όλα πήγαν καλά. Τα πυροτεχνήματα τον Δεκέμβριο του ’17 στον παφιακό ουρανό σήμαναν τη λήξη μιας ακόμα περιπέτειας. Μετά από λίγο καιρό αποχαιρετήσαμε τα ροζ ηλιοβασιλέματα της Πάφου και «πετάξαμε» στον ελληνικό ουρανό.

Ένιωθα ευτυχισμένη. Μύριζα την προγονική γή, περπατούσα χιλιόμετρα και χανόμουν σε δρόμους και στέκια αγαπημένα. Ανακαλούσα συχνά τις μνήμες  από την Πάφο και μπορώ πλέον να σου πω ότι, ένα μέρος της καρδιάς μου, ανήκει εκεί. 

Αλλά, ακόμα δεν έχω καταλήξει. Δεν ξέρω που θέλω να αράξω και να γεράσω- αν σταθώ τυχερή, ή ποιος θα είναι ο επόμενος προορισμός.

Προς το παρόν, ελπίζω ότι θα σύντομα θα ανταμώσουμε στην Πάτρα. Με τσίπουρο και μεζέδες. Καλή μας αντάμωση!

 

Βάσω Μαργέλου.

Βάσω Μαργέλου.

Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr

Ειδήσεις