Back to Top
#TAGS Αιγιάλεια Δελτίο Ειδήσεων Κορωνοϊός Αγιά Σοφιά ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Εξάπλωση κορωνοϊού Χάρτης

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

/

H πρώτη εκτέλεση με τουφεκισμό στην Πάτρα - Πότε και πού έγινε

H πρώτη εκτέλεση με τουφεκισμό στην Πάτρ...

Το ημερολόγιο έδειχνε 4 Δεκεμβρίου 1925

Την πρώτη εκτέλεση με τουφεκισμό στην Πάτρα αλιεύουμε από το βιβλίο του δημοσιογράφου Τάσσου Σταθόπουλου «Θανατικές εκτελέσεις στην Πάτρα - βιβλίο φρίκη» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πικραμένος». 

Ο τουφεκισμός του Φώτη Παναγιωτόπουλου

 Η λαιμητόμος στη χώρα μας καταργήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Από τότε οι εκτελέσεις γίνονται με τουφεκισμό. Στην Πάτρα η πρώτη τέτοια εκτέλεση έγινε το 1925 στις 4 Δεκεμβρίου, σε ύψωμα πάνω από το Γηροκομείο, σε απόσταση επτά λεπτών της ώρας.

Τον τόπο της εκτέλεσης επέλεξε ο τότε Φρούραρχος Βλάσης Ανδρικόπουλος. Μέχρι τότε είχαν περάσει 30 χρόνια, χωρίς να γίνει καμία εκτέλεση στην πόλη μας.

Ο δύστυχος που δεν πρόκαμε να μεγαλώσει ήταν ένας 20χρόνος, καταδικασθείς για φόνο στην Κόρινθο, Φώτης Παναγιωτόπουλος.

Είχε καταγωγή από την Γκούρα Φενεού και καταδικάστηκε από το Στρατοδικείο (σημ. Καθώς ήδη έχουμε στρατιωτικό νόμο στην Ελλάδα μετά το «Κίνημα Πάγκαλου») για τη δολοφονία των ζωέμπορων Θόδωρου Σάντου και Αλέξη Καγιά.

Ο Παναγιωτόπουλος υποστήριξε πως τους σκότωσε ευρισκόμενος εν αμύνη, τούτο όμως δεν τον γλύτωσε. Καταδικάστηκε στην εσχάτη των ποινών.

Η υπόθεσή του προκάλεσε το μεγάλο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, ο δε τοπικός Τύπος μετέφερε με κάθε λεπτομέρεια όλες τις εξελίξεις.

Τα δημοσιεύματα του «Νεολόγου» εκείνων των ημερών είναι χαρακτηριστικά:

 «ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΟΥ ΔΡΑΣΤΟΥ ΤΗΣ ΛΗΣΤΕΙΑΣ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ

Η από προχθές Δευτέραν αρξαμένη δίκη εις το Στρατοδικείον διά τον φόνον και την ληστείαν των δύο ζωεμπόρων έξωθι της Κορινθίας, επερατώθη χθες την μεσημβρίαν. Το Στρατοδικείον απετελείτο εκ των κ.κ. Φραγκοπούλου ως Προέδρου, Λαγού και Τσιγγάνου ταγματαρχών και Κενταύρου και Αλιβιζάτου λοχαγών ως μελών. Την θέσιν του Κυβερνητικού Επιτρόπου κατείχεν ο κ. Κάστανος, την δε του γραμματέως ο κ. Σπηλιάδης.

Ο κατηγορούμενος Φώτ. Παναγιωτόπουλος μάλλον μελαγχροινός, μετρίου αναστήματος, είνε νεαρότατος, ηλικίας μόλις 20 ετών, κατάγεται δε εκ του χωρίου Γκούρα του Φενεού της Κορινθίας.

Κατά την ακροαματικήν διαδικασίαν εξητάσθησαν 10 μάρτυρες καταθέσαντες διάφορα επιβαρυντικά διά την διαγωγήν του κατηγορουμένου.

Κατά το κατηγορητήριον του εισηγητού, ο Φώτ. Παναγιωτόπουλος, πληροφορηθείς ότι οι δύο ζωέμποροι Θεόδ. Σάντος και Αλέξιος Καγιάς λόγω της εργασίας των έφερον μεθ' εαυτών σημαντικόν χρηματικόν ποσόν, καιροφυλάκτησε εις το απόκεντρον μέρος Πράσινο Λειβάδι της Κορινθίας, όπου εφόνευσε τούτους την 17 Μαΐου 1925 διά πυροβόλου όπλου, λαβών τα χρήματα άτινα έφερον μεθ’ εαυτών, καθώς και διάφορα τιμαλφή αντικείμενα, ήτοι εν χρυσούν ωρολόγιον κλπ.

Ο κατηγορούμενος, απολογούμενος, ωμολόγησεν ότι αυτός εφόνευσε τους δύο ζωεμπόρους αλλά ότι τούτο έπραξε κατόπιν συμπλοκής μετ' αυτών, ευρεθείς εν αμύνη. Η συμπλοκή, κατά τον Παναγιωτόπουλον, προήλθε διότι τοις εζήτησε να του δώσουν υπολειπόμενα χρήματα εκ τιμήματος ενός ημιόνου, τον οποίον τοις είχε πωλήσει και δεν του είχαν καταβάλει ολόκληρον το τίμημα. Οι παθόντες, προσέθεσεν, αντί να του δώσουν τα οφειλόμενα επετέθησαν κατ’ αυτού να τον φονεύσουν διά μαχαιρών, ηναγκάσθη δε τότε να κάμη χρήσιν του όπλου του. Αφού ούτω έγιναν οι φόνοι, έκρινε ότι ορθόν ήτο να λάβη ό,τι είχον μεθ' εαυτών, εφ’ όσον υπήρχε το χρέος. Δεν προσήλθεν αμέσως εις τας αρχάς, είπεν εν τέλει, διότι εφοβείτο την δίωξιν.

Μετά την ως άνω απολογίαν ηγόρευσεν επί ώραν ο Κυβερνητικός επίτροπος κ. Κάστανος, όστις αφού διεξήλθε τα της ιστορίας της ληστείας εν Ελλάδι και ανέφερε τα εξ αυτής κακά, υπεστήριξε την πλήρη ενοχήν του κατηγορουμένου, ανήρεσε δε τα υπό του κατηγορουμένου λεχθέντα περί αμύνης, ανατρέξας προς τούτο εις τας μαρτυρικός καταθέσεις, εξ ων απεδείχθη ότι ουδεμία διαφορά υπήρχε μεταξύ κατηγορουμένου και παθόντων. Τέλος ζήτησε την επιβολήν της έσχατης των ποινών.

Μετά τας αγορεύσεις των συνηγόρων υποστηριξάντων την αθωότητα του πελάτου των, το Δικαστήριον απεσύρθη εις διάσκεψιν, κατόπιν επανελθόντων των στρατοδικών εις τας έδρας των, απηγγέλθη υπό του Προέδρου η απόφασις, δι’ ης επιβλήθη εις τον Φώτιον Παναγιωτόπουλον ως ένοχον φόνων και ληστείας άνευ ουδενός ελαφρυντικού, η ποινή του θανάτου.

Ο κατηγορούμενος Φώτιος Παναγιωτόπουλος κρατείται ήδη εις τας φυλακάς Μαργαρίτη (Σ.Σ. βρίσκονταν στο τέρμα της οδού Λόντου, απέναντι από το κάστρο, το κτίριο έχει γκρεμιστεί). Σήμερον την 10ην π.μ. ο κυβερνητικός Επίτροπος κ. Κάστανος θα μεταβή εις τας φυλακάς μετά του γραμματέως του Στρατοδικείου κ. Σπηλιάδη ίνα του κοινοποιήση την απόφασιν. Απόσπασμα της αποφάσεως εκοινοποιήθη εις την Μεραρχίαν και το Φρουραρχείον διά τας λεπτομερείας τής τελέσεως. Κατά τας κρατούσας αντιλήψεις ο τυφεκισμός του Παναγιωτόπουλου θεωρείται μάλλον αναπόφευκτος, θα γίνη δε την 8 προς την 9ην πρωινήν ίσως της Παρασκευής. Ο τόπος της εκτελέσεως δεν ανακοινούται επισήμως. Πιθανόν να ορισθή ως τοιούτος το Γηροκομείον ή το Εσχατοβούνιον ή ο Άγιος Αλέξιος».

Η δίκη του Παναγιωτόπουλου ξεκίνησε τη Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 1925 ολοκληρώθηκε μία μέρα μετά, την Τρίτη 1 Δεκεμβρίου με την καταδίκη του σε θάνατο. Η εκτέλεση της ποινής έγινε την Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου. Τρεις μέρες μετά την καταδίκη του εκτελέστηκε! Ούτε εφετείο, ούτε αίτηση χάριτος τίποτα. Μπαμ κι έξω, σε μια από τις πιο σκληρές αποφάσεις - εφαρμογές της Δικαιοσύνης. Οποιαδήποτε σύγκριση με το σήμερα, περιττή…

Ο «Νεολόγος» την Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 1925 με το ρεπορτάζ για την καταδίκη του Παναγιωτόπουλου

Την επόμενη μέρα οι Πατρινοί ξύπνησαν και διάβασαν στις εφημερίδες την είδηση:

«Ο ΑΥΡΙΑΝΟΣ ΤΥΦΕΚΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Κυβερνητικός Επίτροπος κ. Κάστανος συνοδευόμενος υπό του γραμματέως κ. Σπηλιάδη μετέβη χθες εις τας φυλακάς «Μαργαρίτη» όπου κρατείται ο καταδικασθείς προχθές εις θάνατον Φώτιος Παναγιωτόπουλος, και ανέγνωσαν προς αυτόν την σχετικήν απόφασιν του Στρατοδικείου. Ο κατάδικος ήκουσε με πολλήν απάθειαν την απόφασιν του Στρατοδικείου, ελπίζων ότι χάριν, ζητηθείσαν τηλεγραφικώς παρά του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Εν τω μεταξύ ο Κυβερνητικός Επίτροπος ειδοποίησε το Φρουραρχείον κλπ. αρμοδίας αρχάς ότι η απόφασις του Στρατοδικείου θα εκτελεσθή την 8ην π.μ. της αύριον Παρασκευής εις το παρά το Γηροκομείον «πεδίον βολής στρατού», ήτοι παρά το Νοσοκομείον Λοιμωδών νοσημάτων. Σήμερον υπό του Φρουραρχείου θα ορισθούν το εκτελεστικόν απόσπασμα καθώς και οι λοιπαί λεπτομέρειαι της θανατικής εκτελέσεως».

 Το ρεπορτάζ έτρεχε, το ενδιαφέρον των αναγνωστών μεγάλο, οι εφημερίδες περιέγραφαν με λεπτομέρεια κάθε θέμα που αφορούσε στη θανατική ποινή του Παναγιωτόπουλου. Εξαιρετικό το ρεπορτάζ καθώς ο Παναγιωτόπουλος μέτραγε αντίστροφα τις ώρες και τα λεπτά για να οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑΔΙΚΟΥ

ΠΩΣ ΗΛΛΑΞΕΝ ΑΠΟΤΟΜΩΣ ΑΙ ΕΛΠΙΔΕΣ ΤΟΥ

«Η θανατική εκτέλεσις του καταδικασθέντος προχθές υπό του Στρατοδικείου Πατρών είναι πλέον γεγονός αναπόφευκτον. Μέχρι της χθες εσπέρος ουδέν τηλεγράφημα είχε διαβιβασθή εξ Αθηνών εις απάντησιν των εντεύθεν και εκ μέρους των συγγενών του καταδίκου αποσταλέντων. Εξ άλλου χθες διεβιβάσθησαν τηλεγραφήματα εκ μέρους κατοίκων των κοινοτήτων Φενεού και Καλαβρύτων ζητούντων την εκτέλεσιν της αποφάσεως.

Χθες το Φρουραρχείον εξέδωκε μακράν διαταγήν δι’ ης κανονίζονται αι λεπτομέρειαι της εκτελέσεως, τας τιμάς κατά την ανάγνωσιν της αποφάσεως θ' αποδώση διλοχία στρατού σχηματισθείσα εκ των 6ου και 12ου Συντάγματος, δι' ανάλογων δε δυνάμεων θα μετάσχουν άπαντα τα ενταύθα στρατιωτικά σώματα.

Δύναμις χωροφυλάκων από τον ανθυπομοίραρχον κ. Φαϊλάδην θα παραλάβη την 7ην π.μ. από τας φύλακας «Μαργαρίτη» τον μελλοθάνατον ίνα τον οδηγήση δι' αυτοκινήτου εις το πεδίον της εκτελέσεως. Περί την 6½ πρωινήν εις το κελλίον του καταδίκου θα μεταβή ο στρατιωτικός ιερεύς, όστις θα τον εξομολόγηση και θα τον κοινωνήση των Αχράντων μυστηρίων. Το «πεδίον βολής» όπου θα τυφεκισθή ο Παναγιωτόπουλος, κείται ακριβώς 200 μέτρα βορειοανατολικώς της μονής Γηροκομείου.

Άμα τη μεταφορά του καταδίκου εις τον τόπον της εκτελέσεως ο αντιεισηγητής του Στρατοδικείου Δέδες συνοδευόμενος και υπό των γραμματέων του αυτού Δικαστηρίου κ.κ. Αλεξοπούλου και Σπηλιάδη θα αναγνώση εις τον κατάδικον εκ νέου την απόφασιν και θα τον ερωτήση περί των τελευταίων θελήσεων του. Ακολούθως ο στρατός θα σχηματίση παράταξιν και το υπό τον υπολοχαγόν κ. Κεντριστάκην απόσπασμα θα σταθή έναντι του μελλοθανάτου του οποίου αι χείρες θα δεθούν όπισθεν, εκτός και αν αρνηθή. Κατόπιν το ως άνω απόσπασμα θα πυροβολήση. Λοχίας της τελειωτικής βολής ωρίσθη ο λοχίας Γαϊτάνης και εις στρατιώτης της 1ης πολιβολαρχίας θα προσδέση την οθόνην εις τους οφθαλμούς του μελλοθανάτου.

- Το τελευταίον 24ωρον

Παρά την ψυχραιμίαν την οποίαν προχθές έδειξε και μετά την ανάγνωσιν υπό του Επιτρόπου κ. Κάστανου της καταδικαστικής αποφάσεως, ο Παναγιωτόπουλος χθες καθ' όλην την ημέραν διετέλει υπό το κράτος ζωηράς ανησυχίας. Περιέτρεχε τους θαλάμους των φυλακών και είχε σχεδόν εξαγριωθή. Εις την επιστασίαν μάλιστα των φυλακών κατεδόθη ότι συνεννοείτο με τινα ιδιώτην να του φέρη δυναμίτιδα διά ν' ανατίναξη τας φυλακάς. Λόγω τούτου ο επιστάτης των φυλακών κ. Θ. Τριπύλας ηναγκάσθη να τον απομονώση εις ιδιαίτερον δωμάτιον του άνω ορόφου των φυλακών και να του θέση χειροπέδας.

Συντάκτης μας επεσκέφθη τον Παναγιωτόπουλον χθες εις το απομονωτήριον. Ο κατάδικος ίστατο εκείνην την στιγμήν εις το κιγκλίδωμα ρεμβώδης παρατηρών προς τα έξω. Κατέναντι τού δεσμωτηρίου ομάς ανδρών και γυναικών τον παρατηρούν επίσης. Οταν αντελήφθη την είσοδον ξένων εις το απομονωτήριόν του, στρέφει αποτόμως, με καθαρώς διακρινομένην την δίψαν του να μάθη νέα περί της τύχης του.

Εις το ευρύ πρόσωπόν του έχει διαχυθή υπερβολική ωχρότης και οι οφθαλμοί του στρέφονται προς ημάς με χαυνότητα.

Ερωτά αρχικώς με παράπονον διατί τον απεμόνωσαν και ο επιστάτης των φυλακών τον καθησυχάζει, λέγων ότι τούτο εγένετo μήπως προβή εις κανέν απονενοημένο διάβημα και «χάση την ψυχήν του», ενώ αι ελπίδες διά να του χαρισθή η ποινή δεν απέλιπον εντελώς.

Τον ερωτώμεν ακολούθως αν έχη να μας είπη τίποτε:

- Εχω παράπονο, λέγει, διότι με κατεδίκασαν άδικα. Εμένα οι παθόντες «πήγαν να με σκοτώσουν και δι' αυτό τους εσκότωσα. Κυττάχτε το χέρι μου, που έχει μια μαχαιριά.

Πράγματι εις τον καρπόν της αpιστεράς χειρός διακρίνεται επουλωμένη ουλή εκ τραύματος.

O επιστάτης του συνιστά να γράψη αν θέλη καμμίαν επιστολή και τον ερωτά αν έχει χρήματα να τα παραδώση διά να δοθούν εις τους οικείους του, αλλ’ απαντά αρνητικώς.

- Δεν πρόφτασα να κάμω λεφτά, λέγει. Είμαι τόσον νέος.

Ανήσυχος πάλιν βηματίζει εις το δωμάτιον και σχεδόν δεν αντελήφθη την έξοδόν μας. Όταν ο δεσμοφύλαξ κλείη την θύραν του απομονωτηρίου, ο μελλοθάνατος πλησιάζει προς τα κιγκλίδας του παραθύρου και προσηλώνεται πάλιν ρεμβώδης εις αυτό κυττάζων προς το στερέωμα, όπου αρχίζει αργά, αργά ν' απλώνεται η τελευταία του νύχτα».

 

Είναι εξαιρετικό το καλογραμμένο αυτό κείμενο, κρίμα που η διεύθυνση του «Νεολόγου» δεν μνημόνευσε το όνομα του συντάκτη. Η φράση «Είμαι τόσο νέος, δεν πρόφτασα να κάνω λεφτά» είναι εντυπωσιακή, ως προς την τραγικότητά της. «Είμαι τόσο νέος», είπε ο 20χρονος (1905-1925) Παναγιωτόπουλος, του οποίου δεν διασώθηκε καμία φωτογραφία του.

Μονόστηλη η τραγική είδηση στην 1η σελίδα του «Νεολόγου» της Πέμπτης 3 Δεκεμβρίου 1925

Ίσως η σκληρότερη τιμωρία, απάνθρωπη, είναι το γεγονός πως ο καταδικασθείς ήξερε το πότε θα πεθάνει. Όπως λένε πολλοί, δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα στον άνθρωπο, από το ότι δεν ξέρει πότε θα πεθάνει. Ο δύστυχος Παναγιωτόπουλος ενημερώθηκε αρμοδίως ότι του απέμενε μια μέρα ζωής. Απάνθρωπο…

 Ο «Νεολόγος» της Παρασκευής 4 Δεκεμβρίου 1925 με τις λεπτομέρειες της τελευταίας ημέρας του Παναγιωτόπουλου

Μετά τα συνεχή δημοσιεύματα όλες τις προηγούμενες ημέρες, ήταν αναμενόμενο η εκτέλεση της θανατικής ποινής του Φώτη Παναγιωτόπουλου να είχε προκαλέσει μεγάλο ενδιαφέρον στην κοινή γνώμη.

Και ο «Νεολόγος» μετέφερε με πρωτοσέλιδο αναλυτικό κείμενό του όλες τις λεπτομέρειες της εκτέλεσης της δικαστικής ποινής, που ήταν η εσχάτη όλων των ποινών: Εις θάνατον. Στον 20χρονο δεν δόθηκε χάρη, δεν υπήρχε δικαίωμα έφεσης, 4 μέρες μετά την έναρξη της δίκης, εκτελέστηκε. Είχε καταδικαστεί για τη δολοφονία δύο εμπόρων. Ο ίδιος παραδέχθηκε το έγκλημα, υποστήριξε όμως πως ήταν «εν αμύνη».

Δεν έχει καμιά σημασία. Το 1925 Πατρινοί ανηφόρισαν στο Γηροκομειό για να δουν ιδίοις όμμασι την δημόσια εκτέλεση ενός βαρυποινίτη. Πέρασε μισός αιώνας από τότε, για να εκλείψει αυτή η ποινή - όνειδος κάθε πολιτισμένης κοινωνίας.

Πάμε πάλι πίσω στο 1925, ιδού τι έγραφε ο «Νεολόγος» στο φύλλο του της 5ης Δεκεμβρίου (Σάββατο ήταν) 1925:

 

«Ο ΧΘΕΣΙΝΟΣ ΤΥΦΕΚΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΘΕΝΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Η τελευταία του νυξ. Αγωνιώδης αγρυπνία. Η στερεότυπος φράσις του. Mία επιστολή προς την μητέρα του. Ψύχραιμος αντιμετώπισις του θανάτου. ΟΛΑΙ ΑΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑΙ

Από τριακονταετίας ήδη είχε να εκτελεσθή θανατική καταδίκη εις τας Πάτρας. Οι παλαιότεροι συμπολίται λέγουν, ότι έχουν παρέλθει περίπου τριάκοντα έτη, αφότου εις τα Υψηλά Αλώνια υπό την λεπίδα της γκιλοτίνας έπιπτεν η κεφαλή του γέροντος εγκληματίου «Μπάρμπα Πέτρου. Ιδιαιτέρως θανατική καταδίκη διά τυφεκισμού πρώτην φοράν έλαβε χώραν χθες εν Πάτραις. Δι’ αυτό ίσως παρά την κρατούσαν χθες την πρωίαν κακοκαιρίαν, ο συρρεύσας εις το πεδίον της κρίσεως του δράστου των φόνων και της ληστείας της Κορινθίας δεν ήτο ολιγάριθμος. Διά την ιστορίαν ας σημειωθή ότι ούτε κυρίαι, ούτε αι δεσποινίδες έλειψαν.

 - Εις τας φυλακάς «Μαργαρίτη»

Πλησιάζει 6η πρωινή και αι ζοφεραί πτέρυγες της νυκτός είνε ακόμη απλωμέναι εις τον ορίζοντα. Οι εγκάθειρκτοι των φυλακών «Μαργαρίτη» ησυχάζουν πάντες και δεν ακούονται πάρα μόνον οι βηματισμοί των φρουρών. To ακραίον εν τούτοις δωμάτιον της αριστεράς πλευράς του άνω ορόφου των φυλακών φωτίζεται ολίγον και μία σκιά διακρίνεται ανήσυχος και βηματίζουσα εντός αυτού. Είναι ο μελλοθάνατος. Καθ' όλην την νύκτα ηγρύπνησε, ο τε μεν κατακλινόμενος επί της εις το δάπεδον στρωμνής του, ο τε δε μένων επί ολόκληρα τέταρτα της ώρας προσκεκολλημένος εις το κιγκλίδωμα του παραθύρου. Σημαίνει ήδη η 6η πρωινή από το ωρολόγιον του Παντοκράτορος και ο ιερεύς Παπαχρήστος ανέρχεται αργά - αργά τας βαθμίδας των φυλακών, διά να φθάση εις το απομονωτήριον, όπου ο μελλοθάνατος.

Ο κατάδικος εξομολογείται εις τον αντιπρόσωπον του υψίστου επί δέκα λεπτά της ώρας και μεταλαμβάνει είτα των αχράντων μυστηρίων.

Εις τον ιερέα ομολόγησεν ότι πράγματι αυτός έκαμε τους φόνους, χωρίς να έχη συναίσθησιν, διότι ωργίσθη εκ της επιμονής των δύο παρ' αυτού φονευθέντων να μη του δώσουν τα χρήματα, άτινα τω ώφειλον, εκ του πωληθέντος εις αυτούς ημιόνου.

Είναι 6.30 περίπου όταν ο φρούραρχος Πατρών κ. Βλ. Ανδρικόπουλος συνοδευόμενος υπό του υπασπιστού του υπολοχαγού κ. Αναγνωστάκη καταφθάνουν διά να ίδουν τον κατάδικον.

 - Εις το κελλίον του καταδίκου

Μετά του Φρουράρχου εισερχόμεθα 5-6 ιδιώται και στρατιωτικοί, εις το απομονωτήριον του μελλοθανάτου. Εκάθητο την στιγμήν εκείνην εις ένα μικρόν σκαμνί. Εις το πρόσωπόν του υπάρχει ένα ζωηρόν ρόδινον χρώμα. Καπνίζει με αγριότητα οχεδόν. Παραπλεύρως του ο ιερεύς του απευθύνει παρηγορητικούς λόγους. Στρέφει με ζωηρότητα αρχικώς τους οφθαλμούς του προς το μέρος μας διά να περιπέση ευθύς αμέσως εις το ίδιόν του χαύνον (Σ.Σ. απαθές) ύφος.

Τον ερωτώμεν αν έχη να είπη τίποτε. Με φωνήν δε μόλις ακουομένην ψιθυρίζει:

-Τίποτα! τίποτα!

Και εις τας άλλας διαφόρους ερωτήσεις απαντά με μονοσύλλαβα. Συνήθως και οιονεί ασυναισθήτως, ψιθυρίζει:

- Αδικα!

- Μία επιστολή του.

Ο κ. Φρούραρχος τον ερωτά, αν έχει καμμίαν επιστολήν να τω παραδώση διά να δοθή εις τον προς ον όρον. Πράγματι παραδίδει μίαν επιστολήν εις τον Διευθυντήν των φυλακών κ. Τριπύλαν, ήτις έχει ως ακολούθως:

Φυλακαί Μαργαρίτη 4 Δεκεμβρίου 1925

Σεβαστή μου μητέρα,

Μην στενοχωρείσαι. Το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον. Εφ’ όσον η τύχη ηθέλησε να πεθάνω νέος δεν ημπορούμε να το αποφύγουμε. Η δικαιοσύνη μας κατεδίκασε να πεθάνουμε και πρέπει να γίνη, εφ' όσον εγκλημάτησα. Θα τιμωρηθώ, αλλά όχι όπως με καταδικάζει η κοινωνία. Εγώ εγκλημάτησα διά τους λόγους τους οποίους μου ήθελαν τα χρήματα όπου του είχα δώση κάποιου ζώου. Εάν εγώ δεν τους εσκότωνα, αυτοί θα με σκότωναν. Εάν υπήρχε δικαιοσύνη δεν με ντουφέκιζαν. Μητέρα δεν θέλω να στενοχωρηθής για μένα. Να κυττάξης τους αδελφούς μου να ζήσουν αυτοί καλά! Να στέλνετε το Μήτσο εις το σχολείο να τον μάθετε γράμματα. Εγώ μητέρα ως εδώ ήθελεν ο Θεός μας να ζήσωμεν. Μητέρα δίδω χαιρετισμούς εις όλους τους συγγενείς και φίλους μας.

Έτερον δεν έχω, σας φιλώ την δεξιάν σας όλων σας.

Φώτης Παναγιωτόπουλος

 

- Η μεταφορά

Είνε 6.45' π.μ. όταν ο Φρούραρχος κ. Ανδρικόπουλος μετά του υπασπιστού του, του υπομοιράρχου κ. Θούα και τινων άλλων αξιωματικών, επιβαίνοντες αυτοκινήτου αναχωρούν διά Γηροκομείον, ίνα ορίσουν το μέρος, όπου ο Παναγιωτόπουλος θα τυφεκισθή.

Όσον η ώρα παρέρχεται, τόσον ο μελλοθάνατος καθίσταται ανησυχώτερος. Εζήτησε και έπιε δύο καφφέδες, καπνίζει δε άνευ διακοπής. Αι παραμυθίαι του ιερέως εξακολουθούν επίσης. Εις νέαν ερώτησίν μας, ο ιερεύς παρεμβαίνων λέγει:

- Είνε καλός ο Φώτης! Αποθνήσκει ως δίκαιος εν ειρήνη!

Εις το άκουσμα της φράσεως ταύτης ο κατάδικος τινάσσεται προς στιγμήν εκ της θέσεώς του διά να καθίση πάλιν, πάντοτε με τους οφθαλμούς εστραμμένους προς τον ουρανόν.

Εχει σημάνει μόλις η 7η π.μ. όταν η συνοδεία διά την μεταφοράν του μέλλοντος να θανατωθή καταφθάνη επ' αυτοκινήτου εις τας φυλακάς. Ο επί κεφαλής αυτής ανθυπομοίραρχος κ. Φαϊλάδης παρατάσσει τους άνδρας του έξωθι του δεσμωτηρίου. Επακολουθούν κατόπιν άλλαι τινες διατυπώσεις και περί την 7.30' ο Παναγιωτόπουλος ειδοποιείται να ετοιμασθή. Ζητεί και άλλον καφφέν. Οι παραπλεύρως του δωματίου του εγκάθειρκτοι συσπειρούνται έξωθι της θύρας τούτου, διά να τον χαιρετίσουν. Δύο - τρεις πατριώται του τον φιλούν. Ανταποδίδει και αυτός τους χαιρετισμούς, μάλλον μηχανικούς.

Μερικοί δακρύζουν και οι δεσμοφύλακες μετά πολλού κόπου ηδυνήθησαν να απομακρύνουν τους άλλους καταδίκους οι όποιοι έχουν συγκεντρωθή γύρω του. Την 7.55’ ούτος εισέρχεται εις το αυτοκίνητον. Πλήθος περιέργων συγκεντρωμένων έξωθι των φυλακών αποπειράται να πλησίαση το αυτοκίνητον. Απομακρύνεται όμως υπό των χωροφυλάκων και στρατιωτών. Εις το αυτοκίνητον εκτός του ανθυπομοιράρχου κ. Φαϊλάδη, των χωροφυλάκων και του καταδίκου, εισήλθε και ο ιερεύς ψάλλων την εξόδιον ακολουθίαν. Ωρα 8.5’ το αυτοκίνητον ταχύ φεύγει προς τον τόπον της εκτελέσεως.

- Το πεδίον της κρίσεως

Το μέρος όπου εξετελέσθη χθες η απόφασις του Στρατοδικείου κείται ακριβώς περί τα 7 λεπτά άνωθεν της Μονής Γηροκομείου προς το βόρειον δε μέρος αυτής και παρά την χαράδραν ήτις σχηματίζεται μεταξύ των δύο εκεί λόφων.

Ο Φρούραρχος κ. Ανδρικόπουλος αφιχθείς εκεί από της 7.15' πρωινής ώρισεν ακριβώς που θα σχηματισθή υπό της διλοχίας το Π της παρατάξεως. Λόγω του ολίγον επικλινούς τού εδάφους, ο κατάδικος ωρίσθη να σταθή μόνον 6 βήματα από του εκτελεστικού αποσπάσματος.

Οι περίεργοι όσον η ώρα παρέρχεται πληθύνονται ολοέν. Η βροχή έχει σταματήσει και πολλά αυτοκίνητα συγκοινωνίας μεταφέρουν κόσμον αενάως. Το πλήθος κατέλαβεν ιδίως τον προς τα αριστερά του τόπου της εκτελέσεως λοφίσκον και τον εις τας δύο παραλλήλους πλευράς αυτού χώρον. Την 8.10' δύο σαλπιγκταί ευρισκόμενοι εις τον άνωθι του μέρους του τυφεκισμού, λόφον, σημαίνουν διά τα πλήθη αποχώρησιν, από τα επικίνδυνα μέρη.

Ολίγον κατόπιν φθάνει το απόσπασμα της εκτελέσεως υπό τον ανθυπολοχαγόν κ. Παπανδρεόπουλον. Αποτελείται εκ τεσσάρων λοχιών, τεσσάρων δεκανέων και τεσσάρων στρατιωτών. Επακολουθεί η άφιξις της διλοχίας του στρατού, ήτις και σχηματίζει την εκ Π παράταξιν. Το πλήθος δεικνύον διαθέσεις να διάσπαση την παράταξιν, απομακρύνεται υπό δυνάμεως αστυφυλάκων τελούσης υπό τας διαταγάς του υπαστυνόμου κ. Γερανέα. Εντός της παρατάξεως μένουν οι αξιωματικοί, δύο - τρεις ευρισκόμενοι εκεί πολιτευταί, οι δημοσιογράφοι, ο δικηγόρος του καταδίκου κ. Αποστολόπουλος και ο της πολιτικής αγωγής κ. Αρ. Φωτήλας. Μετ' ολίγον φθάνει ο Αντειηγητής του Στρατοδικείου κ. Δέδες συνοδευόμενος υπό του γραμματέως κ. Σπηλιάδη και δύο άλλων αξιωματικών του ίδιου Στρατοδικείου. Η άφιξις αύτη επιτείνει την αγωνίαν των συνωθουμένων περιέργων.

- Η εκτέλεσις

Ένας γενικός ψίθυρος αίφνης διατρέχει το πέριξ πλήθος.

- Ερχεται! λέγουν όλοι σχεδόν, με συγκίνησιν.

Πράγματι περί ώραν 8.40' από μακράν εμφανίζεται η συνοδεία και εις το μέσον αυτής ο μελλοθάνατος. Ο κόσμος εκδηλοί κινήσεις να πλησίαση προς το μέρος του μεταφερομένου, άλλα σταματά μάλλον υπό τό κράτος τρομερού συναισθήματος.

Ο κατάδικος εισάγεται τέλος εντός της παρατάξως. Είναι ήδη πελιδνός (σ.σ. κάτωχρος, κατάχλομος, δυσκίνητος) και οι οφρύς, του συσπώνται. Διατηρεί εν τούτοις πολλήν ψυχραιμίαν.

Σχηματίζεται κύκλος γύρω του και ο γραμματεύς του Στρατοδικείου κ. Αλεξόπουλος ενώ ο στρατός παρουσιάζει όπλα, οι αξιωματικοί χαιρετούν στρατιωτικώς και οι πολίται αποκαλύπτονται, αναγινώσκει την καταδικαστικήν απόφασιν. Ο μελλοθάνατος φαίνεται μηδόλως προσέχων εις αυτήν, παρατηρών πάντοτε ασυναισθήτως την παράταξιν και τα πλήθη.

Μετά την ανάγνωσιν της αποφάσεως οι κ.κ. Ανδρικόπουλος και Δέδες τον ερωτούν διά την τελευταίαν του θέλησιν.

- Αδικα! ψιθυρίζει και οι οφθαλμοί του δακρύζουν ελαφρώς.

Ο συνήγορος του κ. Αποστολόπουλος πλησιάζει και τον ασπάζεται. Είναι ώρα 8.45' ακριβώς, όταν ο κατάδικος τοποθετείται εις το μέρος όπου θα δεχθή τας θανάσιμους βολάς. Του λύονται αι χειροπέδαι, διά να του περισφίγξουν πάλιν τας χείρας όπισθεν. Ο δεκανεύς Γιαννόπουλος τον πλησιαζει και ο κ. Φρούραρχος του συνιστά να γονυπετήση. Αρνείται και διά τα δύο.

Το εκτελεστικόν απόσπασμα έχει τοποθετηθή ήδη κατέναντί του και αγωνία θανάσιμος συνέχει τους πάντας γύρω. Ο κατάδικος με μόλις καμπτόμενα τα γόνατα, παρατηρεί με την αυτήν ως πάντοτε χαυνότητα τας κινήσεις των στρατιωτών του αποσπάσματος. Το απόσπασμα ευρισκόμενον μέχρι τότε ολίγον μακράν του μελλοθανάτου, πλησιάζει ήδη και ίσταται επ’ αυτού εις απόστασιν εξ βημάτων. Ο ανθυπολοχαγός κ. Παπανδρεόπουλος δίδει το παράγγελμα:

- Γονυπετήσατε! Επί σκοπόν!

Εις το σημείον τούτο εις λοχίας του αποσπάσματος, εκ συγκινήσεως προφανώς, επίεσε την σκανδάλην, άλλα το όπλον του έπαθεν αφλογιστίαν. Εκ του ξηρού του όπλου κρότου οι οφθαλμοί του καταδίκου ανέλαμψαν προς στιγμήν ζωηρώς διά να καταστή κατόπιν πάλλευκος. Οξύ ακούεται όμως αμέσως το παράγγελμα:

- Πυρ!

Μία συνταρακτική ομοβροντία, ένα ημίλευκον νέφος καπνού και ο Παναγιωτόπουλος κάμψας μόλις την κοιλίαν, κατέπεσεν προς τα όπισθεν κλίνας την κεφαλήν προς τα αριστερά. Ουδείς σπασμός και ουδεμία φωνή ηκούσθη πλην μόνον ελαφρού στεναγμού. Ευθύς κατόπιν ο λοχίας κ. Γαϊτάνης σπεύδει και διά περιστρόφου δίδει την τελειωτικήν βολήν. Αμέσως είτα ο ανθυπίατρος κ. Ντόντος διαπιστοί, επελθόντα ακαριαίως, τον θάνατον. Την 9 παρά 12 το έργον της Νεμέσεως είχε συντελεσθή. Ο Παναγιωτόπουλος ήτο νεκρός.

- Τα μετά των τυφεκισμόν

Ο ανθυπίατρος κ. Ντόντος διεπίστωσεν ότι ο θάνατος επήλθεν αμέσως, διότι μία εκ των 6 σφαιρών αίτινες, επέτυχον τον κατάδικον διήλθε κάτωθεν της ουλής του αριστερού μαστού, διατρήσασα ούτω την καρδίαν του. Η τελειωτική βολή κατά μυστηριώδη σύμπτωση εισήλθεν επίσης διά του στόματος και συντρίψασα το κρανίον, ενεσφηνώθη εις το έδαφος.

Μετά την εκτέλεσιν ο στρατιώτης Δεσύλας έκλεισε τους οφθαλμούς του τυφεκισθέντος, προσδέσας και τας σιαγόνας τούτου δι’ οθονίων, σφιγκτά δε διότι εκ του στόματος του ήρχισεν εξερχόμενον αίμα.

Το πλήθος μετά τον τυφεκισμόν παρά τας προσπάθειας στρατιωτών και αστυφυλάκων, περιεκύκλωσε το πτώμα, παρατηρών αυτό με φρίκην. Ακολούθως ο νεκρός ετοποθετήθη εις φορείον καί υπό συνοδείαν στρατιωτών με επί κεφαλής τον άνθυπολοχαγόν κ. Ζήσην μετεφέρθη εις το νεκροταφείον Αγίας Αλεξιωτίσσης διά να παραδοθή εις τους οικείους του, ή άλλως να ενταφιασθή εκεί. Μέχρι του απογεύματος όμως ουδείς οικείος είχεν εμφανισθεί. Κατά την εκτέλεσιν παρίσταντο πλείστοι συγχωριανοί του τυφεκισθέντος, καθώς και ο υιός του φονευθέντος Καγιά, οίτινες και επεκρότησαν την εφαρμογήν της εσχάτης των ποινών κατά του Παναγιωτοπούλου. Oύτοι προέβλεπον επικίνδυνον μέλλον διά τούτον, αφού εις ηλικίαν μόλις 17 ετών είχε διαπράξει εν Κορινθία βδελυρόν έγκλημα καταδικασθείς εις τριετή φυλάκισιν, τελευταίως δε είχεν αποβή το φόβητρον της Κορινθίας».

 

H περιοχή, μεταξύ Γηροκομείου και «Νοσημάτων Θώρακα» σήμερα. Αγαπημένος τόπος αναψυχής των Πατρινών. Πριν από 90 χρόνια κάποιοι έβλεπαν για τελευταία φορά το φως της ημέρας. H εκτέλεση του Παναγιωτόπουλου έγινε σε αυτό το σημείο. Μερικές δεκάδες μέτρα βορειοανατολικά από την Μονή Γηροκομειού, εκεί στο ύψωμα μεταξύ της γνωστής ταβέρνας «Μαραβέλα» και του «Κωνσταντοπούλειου»

Την Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 1925 ο «Νεολόγος» επανήλθε στο θέμα, με αφορμή μία παραδρομή και φιλοξένησε ένα μικρό χρονολόγιο των εκτελέσεων στην Πάτρα.

Διαβάζουμε πρωτοσέλιδα:

«ΠΑΛΑΙΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ

Χάριν της ακριβείας επανορθούμεν ό,τι εγράψαμεν χθες σχετικώς με εκτέλεσιν θανατικής ποινής εν τω παρελθόντι.

Ο Μπάρμπα Πέτρος εκαρατομήθη ουχί εις Υψηλά Αλώνια προ 30ετίας και πλέον, αλλά εις τους παρά τον Αγ. Ανδρέαν αγρούς, εις το Β.Α. μέρος του νυν σιδηροδρομικού σταθμού. Εις το ίδιον μέρος εκαρατομήθη και ο ναύτης Κοντογεώργος επί ναυταπάτη και φόνω.

Εις το ίδιο μέρος είχε καρατομηθεί και ο Πετράλδος επί εμπρησμώ της οικίας Βούδλεϋ.

Εις τα Υψηλά Αλώνια εκαρατομήθησαν προ 50ετίας και πλέον τρεις κατηγορούμενοι επί αποπλανήσει και φόνω ενός νέου.

Η Βαλασία Καναβούρα σημειώνει σχετικά: «Στις 4 Δεκεμβρίου του 1925 εκτελέστηκε στην Πάτρα ένας ακόμα ληστής, ο Παναγιωτόπουλος, που είχε καταδικαστεί σε θάνατο για διπλή δολοφονία με κίνητρο τη ληστεία. Ακόμα και λίγες ώρες πριν την εκτέλεση του ήλπιζε σε απονομή χάρης, καθώς οι συγγενείς του την είχαν στείλει τηλεγράφημα στον πρωθυπουργό, ζητώντας την αναστολή της εκτέλεσης. Την ίδια στιγμή βέβαια η κοινότητα Φενεού της Κορινθίας και η κοινότητα Καλαβρύτων ζητούσαν την άμεση εκτέλεση της ποινής, καθώς ο ληστής αποτελούσε φόβητρο για τις περιοχές αυτές όλο το προηγούμενο διάστημα. Η εκτέλεση πραγματοποιήθηκε στις 8:45 το πρωί στο πεδίο βολής του στρατού, λίγο έξω από την πόλη. Η παρουσία του κόσμου ήταν και πάλι εντυπωσιακή «Παρά την κακοκαιρίαν ήτις μαστίζει την Πάτρα από ημερών, άπειρος κόσμος συνέρρευσε εις το πεδίον της εκτελέσεως. Δεν απέλειψαν δε και τα θήλεα πάσης τάξεως και ενδυμασίας». Σε όλη τη διάρκεια της τελετής ο Παναγιωτόπουλος ήταν ψύχραιμος «μέχρι αναισθησίας», όπως σημειώνεται στο «Εμπρός», ενώ δήλωσε πως δεν είχε κάτι να πει. Μετά την εκτέλεση το πτώμα του παραδόθηκε στους συγγενείς του».

Είναι το σημείο στο νεκροταφείο της Αλεξιώτισσας όπου μεταφέρονται τα οστά όσων δεν έχουν τάφο. Στο συγκεκριμένο τμήμα, που είναι σκεπασμένο με μεταλλικό κάλυμμα, πιθανώς, να ετάφη και ο νεαρός πρωταγωνιστής του συγκεκριμένου κεφαλαίου…

Ειδήσεις