Δημοσιεύεται σήμερα αποκλειστικά από το "thebest.gr"
"Τα γεμιστά μελομακάρονα" είναι το Χριστουγεννιάτικο διήγημα που ο θείος Άκης εμπιστεύτηκε στο thebest.gr για πρώτη αποκλειστική δημοσίευση. Ο θείος Άκης (κατά κόσμον Δημήτρης Μακρίδης) έχει σπουδάσει Ιστορία στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, έχει δημοσιεύσει κείμενα του στη Νέα Εστία και στο diastixo.gr και έχει τιμηθεί με το Α' βραβείο διηγήματος της Ιστορικής Βιβλιοθήκης Χίου.
Η εικονογράφηση του διηγήματος έγινε από τον συνεργάτη του που υπογράφει ως "πετάλι πετάλι της χώρα μας το χάλι".
Σας ευχόμαστε καλή ανάγνωση!
Τα γεμιστά μελομακάρονα
Είχε ξεκινήσει από μέσα Νοέμβρη αυτή η παράξενη ιστορία. Στο ζαχαροπλαστείο «το Εκλεκτόν» γωνία Κούρμαλη και Αγ. Βαρβάρας που άλλοτε δεν πάταγε ψυχή, να μπαινοβγαίνει κόσμος και ντουνιάς.
Οι πάντες μάλιστα να ζητάνε το ίδιο. Κοινός παρανομαστής όλων τρεις μονάχα λέξεις. Τα γεμιστά μελομακάρονα. Έτσι τα παράγγελναν στον νέο ιδιοκτήτη. Η διεύθυνση του μαγαζιού είχε πρόσφατα αλλάξει.
Ο μερακλής γεράκος ιδιοκτήτης είχε πεθάνει και είχε αναλάβει ο καλομαθημένος γιος του που έλειπε χρόνια για αόριστες καλλιτεχνικές σπουδές στο εξωτερικό. Προσπαθούσε να κρατήσει το καλό όνομα αλλά μόνο το μοντέρνο ντεκόρ δεν έφτανε. Η κατάσταση άλλαξε άρδην με την έλευση αυτών των γεμιστών γλυκών.
Από το «θα κλείσει», γινόταν πλέον κυριολεκτικά διαδήλωση.
Ήταν τόση μεγάλη η ζήτηση που η παρτίδα ξεπουλιόταν πριν καλά-καλά έρθει. Που στο διάολο το είχαν μάθει όλοι πως είναι τόσο καλά; Ήταν κάπως χωριστά από τα υπόλοιπα μελομακάρονα χωρίς να έχουν κάποιο ειδικό ταμπελάκι.
Οι πελάτες που τα ζήταγαν δεν ήταν οι τυπικοί οικογενειάρχες που ήθελαν να τιμήσουν από νωρίς τα ήθη και τα έθιμα του τόπου τους. Ούτε κάποιοι θεματοφύλακες της παράδοσης που αναζητούσαν γεύσεις που θα τους ταξίδευαν νοητά στην παιδική τους ηλικία. Οι φάτσες που τα αγόραζαν μανιωδώς ήταν τουλάχιστον ύποπτες.
Τα πρόσωπά τους αντανακλούσαν άσχημα στα αρπακτικά μάτια των κυριών της περιοχής. «Πρώτη φορά βλέπουμε γεμιστά μελομακάρονα! Μας τρέλαναν οι κατσαρόλες της τηλεόρασης!» έλεγαν με ύφος απαξιωτικό. «Δεν θα τρυπήσω την κοιλιά μου, όπως αυτοί τρυπάνε τα χέρια τους» σχολίαζαν, αναφερόμενες στα τατουάζ του νεαρού ιδιοκτήτη, ενώ καλούσαν παράλληλα σε εμπάργκο συγγενείς και φίλους.
Παρακάλεσαν και τον παπά-Μάριο να μιλήσει στο Κυριακάτικο κήρυγμα για το ζήτημα. Τους το έκοψε εξ’ αρχής.
«Έχουμε αρκετά για να τσακωνόμαστε, ας μην προσπαθήσουμε να βρούμε άλλο ένα». Θεώρησαν πως λειτουργεί κατευναστικά προς το εκκλησίασμα αλλά έκανε πολιτική. Υπολόγιζε σε κάποια γλυκά από το συνοικιακό μαγαζί για τα γεύματα αγάπης που ετοίμαζε.
Η γκρίνια συνεχιζόταν και αυξανόταν μάλιστα σταδιακά καθώς μπαίναμε στην τελική ευθεία των γιορτών. Η φαντασία των κατοίκων για το τι περιείχαν τα γλυκά άγγιζε τα όρια της συνωμοσίας. Αναπάντητα ερωτήματα πλανιόνταν στην ατμόσφαιρα. Ποιες νέες μεθόδους να έφερε από την Εσπερία ο νεαρός ιδιοκτήτης; Ποια να ήταν η μυστηριώδης συνταγή που ξετρέλανε τα απαιτητικά στομάχια των ντόπιων;
Τα κατσούφικα βακτήρια εισχώρησαν αναπόφευκτα και στο σπίτι του Στάθη, του κοιλιόδουλου αστυνομικού της περιοχής.
Η νοικοκυρά γυναίκα του, μαζί με τα υπόλοιπα που τον σταύρωνε καθημερινά, του αράδιασε πως «χαλάσανε έως και τα μελομακάρονα».
Είχε ακούσει και αυτός κάτι μισόλογα στο καφενείο που έγιναν νοήματα μόλις αντιλήφθηκαν την παρουσία του.
Κάποια μέρα που ήρθε κουρδισμένος από την απραξία στη δουλειά αποφάσισε να δράσει. Ήταν και το υπογλυκαιμικό κενό αφού κανένας συνάδελφος δεν γιόρταζε, που τον οδήγησε να περάσει το κατώφλι του συνοικιακού μαγαζιού. Μπήκε σαν χαρωπός μπουλούκος μέσα σε γνώριμα κατατόπια. Κολάκευσε το νεαρό, λέγοντας του πως είναι ίδιος ο πατέρας του, για να τον βλέπει ως φίλο και όχι ως όργανο.
Του παρήγγειλε να του βάλει πτι φουρ και δίπλες, που ήταν ακριβώς στις δύο απέναντι γωνίες του μαγαζιού. Και εκεί που τα δυο ζωγραφισμένα χέρια έφτιαχναν το χάρτινο κουτί μέσα στο εργαστήριο, άρπαξε την ευκαιρία. Με μία αριστοτεχνική κίνηση έχωσε ένα μελομακάρονο στην τσέπη της στολής.
Έπραξε αστραπιαία εκπαιδευμένος από μικρός να βουτάει το χέρι στο βάζο χωρίς να τον βλέπει κανένας.
Σε μία σκοτεινή πάροδο καταβρόχθισε το γλυκό όπως ο σκύλος ξεκοκαλίζει το θήραμα του. Είχε φάει και φάει γλυκά αλλά αυτό ήταν το κάτι άλλο. Έλιωνε στο στόμα και δεν σε μετάφερε στην γιορτινή Λαπωνία, αλλά στη Γη του πυρός. Σκέτη μαστούρα ήταν το άτιμο!
Η σπείρα της πυρκαγιάς εξαρθρώθηκε το αμέσως επόμενο πρωί, μόλις ο ίδιος συνήλθε. Το ζαχαροπλαστείο σφραγίστηκε, υλικά και προϊόντα κατασχέθηκαν. Αυτοί που στεναχωρήθηκαν περισσότερο με το κλείσιμο ήταν αυτοί που δεν αγόραζαν ποτέ, όπως συνήθως συμβαίνει. O Στάθης έμεινε με την απορία αν το απαγορευμένο είναι πιο γλυκό, σκέψη που τον συνόδευσε μαζί με την μελαγχολία των ημερών.
Ο ιδιοκτήτης μαζί με τον ανασφάλιστο αλλοδαπό βοηθό του θα έκαναν γιορτές πίσω από τα κάγκελα. Έμεινε μόνο το κολλάζ του πίσω από το ταμείο με τα πρόσωπα των πολιτικών μέσα σε μία φυλακή να χάσκει δίπλα στη ξεθωριασμένη αφίσα του Euro 2004. Η τοιχογραφία περιείχε στην πραγματικότητα και τον ίδιο τον καλλιτέχνη, όπως τα έργα των μεγάλων αναγεννησιακών ζωγράφων. Και αυτός αντί να κάνει την δουλειά του ήθελε να κάνει μπίζνες, όπως και οι εκπρόσωποί του στο Κοινοβούλιο.
Με αυτά και με αυτά, οι κοινότυπες ειδήσεις των ημερών συμπληρώθηκαν από κάτι ενδιαφέρον. Πέρα από την ανεβασμένη τιμή της γαλοπούλας, τις χορωδίες που τα «έψαλαν» στους άρχοντες και την χιλιοειπωμένη διαπίστωση πως στην Αυστραλία κάνουν μπάνιο χριστουγεννιάτικα η εορταστική ειδησεογραφία περιείχε και τα …μπαφομελομακάρονα.
Έτσι τα βάφτισε περιπαικτικά έντυπος και ηλεκτρονικός τύπος. Φυσικά με το απαραίτητο πασπάλισμα της ρωμέικης υπερβολής που έδωσε και στους κουραμπιέδες πέρα από ζάχαρη άχνη, σκόνη κόκας! στις ιστοσελίδες κάποιων ανώνυμων μπλογκ.
Από τότε, δεν άλλαξαν και πολλά πράγματα στη χώρα. Κυρίως ο τρόπος που οι ιθαγενείς γιορτάζουν. Έτσι μόλις οι μαθητές βγουν με τρίγωνα και φλογέρες στους δρόμους, οι παραδόσεις που περιλαμβάνουν λεφτά και φαγητό θα τιμηθούν δεόντως για τις επόμενες δύο βδομάδες. Οι μεγάλοι θα χορέψουν το «απόψε στις ακρογιαλιές» μέσα στο καταχείμωνο και θα τραγουδήσουν για κάποιο «αγριολούλουδο που αντέχει» δίπλα σε τόνους τσιμέντων.
Οι μικροί θα χοροπηδήσουν λέγοντας «καλοκαιρινές διακοπές για πάντα» και όλοι μαζί θα αρχίσουν να φουσκώνουν για δεκαπέντε μέρες από μάσα και πιόμα ανταγωνιζόμενοι τους Αϊ-Βασίληδες στις βιτρίνες. Ίσως δώσουν κάποια παλιά, τριμμένα ρούχα τους σε ιδρύματα σε κάποιο μικρό διάλλειμα μεταξύ φαγητού, διασκέδασης και αγορών.
Και όταν σμίξουν με συγγενείς και φίλους, όταν επιστρέψουν για λίγο οι διαρροές αυτών που δουλεύουν στο εξωτερικό θα έχουν ένα ακόμη αστείο να λένε στις στιγμές αμηχανίας. Κυρίως με τους περίφημους μαλακογνωστούς που θα βρεθούν δίπλα-δίπλα στα γιορτινά τραπέζια.
Όταν ορμήσουν στα εορταστικά γλυκά και ενώ τα τρώνε σαν φιστίκια χάνοντας το μέτρημα. Θα αστειευτούν ρωτώντας αν τα μελομακάρονα είναι γεμιστά, θυμίζοντας το γεγονός που είχε συμβεί τέτοιες μέρες στο «Εκλεκτόν». Και μάλιστα οι πιο πνευματώδεις θα πηγαίνουν και λίγο παραπέρα.
Για να παινέψουν τη νοικοκυρά, θα λένε πως τα γλυκά της είναι τόσο καλά, ίδια μαστούρα!
Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr
* Τα κείμενα που φιλοξενούνται στη στήλη «Απόψεις» του thebest.gr απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων και όχι του portal.










