Back to Top
#TAGS ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ Αιγιάλεια Νάσος Νασόπουλος Τέμπη
Αγγελίες
Μην ψάχνεις, βρες στο
THE BEST

ΑΠΟΨΕΙΣ

/

Πολιτική αφύπνιση, μετρημένη συγκίνηση- Η ζωή του Γαλιλαίου

Πολιτική αφύπνιση, μετρημένη συγκίνηση- ...

Του Πάνου Τσερόλα

Η «νέα εποχή» του ΔΗΠΕΘΕ, υπό την διεύθυνση του Κώστα Καζάκου, ξεκινάει δυναμικά τον θεατρικό χειμώνα δίνοντας στην πόλη της Πάτρας την ευκαιρία να παρακολουθήσει μια από τις κορυφαίες στιγμές του Μπέρτολτ Μπρέχτ- Κατ’ επέκταση, μια από τις εξέχουσες στιγμές του παγκόσμιου θεάτρου. Η «Ζωή του Γαλιλαίου» είναι ένα έργο που ο Μπρέχτ έγραψε πρώτη φορά στα τέλη του ’30, και ύστερα τροποποίησε (κυρίως το φινάλε) στα τέλη του ’40, ενώ ακόμα κατακαθόταν ο ραδιενεργός απόηχος από την Χιροσίμα.

Αυτή η εμπλοκή της Ιστορίας με το έργο είναι και που ενώνει, ως θεμέλιο, την διαχρονικότητα της ζωής του Γαλιλαίου από το 1600 με την εποχή που γράφτηκε και με την σημερινή εποχή. Καθόλου τυχαία, ίσως η πιο δυνατή στιγμή της παράστασης στο θέατρο Απόλλων είναι η προβολή του φρικιαστικού «μανιταριού» κατά την διάρκεια της απολογίας του Γαλιλαίου στον μαθητή του. Καθόλου τυχαία επίσης, αυτή ακριβώς η απολογία είναι το αποτέλεσμα της τροποποίησης του Μπρέχτ στα τέλη του ’40: Στην αρχική εκδοχή, ο Γαλιλαίος παραπλανεί την Ιερά Εξέταση και συνεχίζει να γράφει τις ανακαλύψεις του, τις οποίες ο μαθητής του φέρνει στο φως. Ο Γαλιλαίος δεν είναι παρά ένας ήρωας, που ξεγελάει την εξουσία χαρίζοντας της μια ψεύτικη παραίτηση και συνεχίζει απτόητος την δουλειά του. Μετά όμως τον Αύγουστο του ’45, ο Μπρεχτ αντι-ηρωποιεί τον ήρωά του. Το διαρκές ταξίδι της γνώσης ενάντια στην εξουσία δεν σημαίνει ότι η εξουσία δεν μπορεί να αξιοποιήσει την ίδια γνώση για δικά της οφέλη. Το καθεστώς στο οποίο κατακτάται η κάθε ανακάλυψη κρίνει σε μεγάλο βαθμό αν θα είναι προς όφελος των πολλών, ή ενάντιά τους. Ο επιστήμονας δεν μπορεί παρά να δίνει έναν ταυτόχρονο αγώνα και δεν μπορεί να νοηθεί εκτός κοινωνικού πλαισίου.

Σε πρώτο επίπεδο, η σύγκρουση βρίσκεται ανάμεσα στην αλήθεια της επιστήμης και την αλήθεια της Εκκλησίας, που στην αυγή του 17ου αιώνα κατείχε εξουσία και αλήθεια με τρόπο ενιαίο και αδιαμφισβήτητο. Προφανώς όμως ο Μπρεχτ δεν ιεραρχεί μια αγόρευση ενάντια στον θεοκρατικό σκοταδισμό- η Εξουσία διαστέλλεται στο χώρο και το χρόνο ανεξαρτήτως αν είναι στο Βατικανό ή στο Λευκό Οίκο. Τα προβλήματα του Γαλιλαίου με την Ιερά Εξέταση ξεδιπλώνουν την βασική προβληματική: Ο επιστήμονας, η διαδρομή του προς την αλήθεια απέναντι στην Εξουσία, οι συμβιβασμοί που γίνονται και δεν γίνονται, οι θυσίες, το φως ενάντια στο σκοτάδι. Το βασικό μοτίβο του έργου είναι πάντα  το κατώφλι της μεγάλης αλλαγής για την κοσμική μας αντίληψη, αλλά το παράλληλο μοτίβο αφορά σε ένα ποτήρι γάλα που επανέρχεται σε αρκετές στιγμές του έργου. Σε πρώτη ανάγνωση, η διαδρομή ενός ποτηριού με γάλα στο οικογενειακό τραπέζι δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με τις σχετικές διαδρομές των πλανητικών σωμάτων. Ο Μπρεχτ όμως μέσα από τον Γαλιλαίο του ενώνει αυτές τις διαδρομές ως το αντικείμενο μιας ταυτόχρονης κατάκτησης. Επιστήμη, πολιτική, τέχνη, σε μια αδιάρρηκτη ενότητα. Έργο πρωτοπόρο και μοναδικό, βαθιά στρατευμένο και απελευθερωτικό.

Πηγαίνοντας βαθύτερα ωστόσο, ο Μπρεχτ δεν υποτιμά καθόλου την συζήτηση για τον ιδιαίτερο ρόλο του υποκειμένου σε αυτήν ενότητα. Για τον ρόλο του επιστήμονα, απηχώντας και στον ρόλο του καλλιτέχνη. Η απολογία του Γαλιλαίου εκφράζει μια επίσης διαχρονική πολλαπλότητα: Ο Γαλιλαίος συνθηκολογεί με το ατελές του εαυτού του και το αποδέχεται. Θα μπορούσε να δώσει την ζωή του για τις ιδέες του, θα μπορούσε να ανακαλύψει άλλα διακόσια σημαντικά πράγματα που δεν θα αφορούσαν την Εκκλησία ή θα μπορούσε απλώς να απολαύσει τη ζωή του τρώγοντας συκωτάκια χήνας με θυμάρι και πίνοντας καλό κρασί. Δεν απαρνείται καμιά του πλευρά, και σε όλη του τη διαδρομή αναμετράται με τις ίδιες αντιφάσεις. Θα κλέψει μια ιδέα για το τηλεσκόπιο για να βγάλει λίγα παραπάνω λεφτά, θα φοβηθεί τον πόνο όταν του δείξουν τα όργανα βασανιστηρίων και θα αποκηρύξει το πάθος του, θα συνεχίσει να γράφει και ας τον έχουν εγκαταλείψει όλοι. Είναι ταυτόχρονα ηττημένος και νικητής, πάντα ατελής και «λίγος» μπροστά σε αυτό που ίσως θα ήθελε να είναι. Με αυτόν τον προβληματισμό, αφήνοντας τον ως συνήθως στην κρίση του θεατή και χωρίς να δίνει ολοκληρωμένη απάντηση, ο Μπρεχτ κλείνει το έργο χωρίς τον παραμικρό διδακτισμό. Ή μάλλον, αφήνει κομμάτια μιας απάντησης: Απαρνηθείτε τους πεφωτισμένους στο δρόμο για το φως. Ο μόνος τρόπος για να συμπληρωθούν οι ατελείς μονάδες, δεν είναι παρά να ενωθούν σε μια συλλογική, μεγαλύτερη και ισχυρή ενότητα.

Η παράσταση, σε σκηνοθεσία Κώστα Καζάκου και με τον ίδιο στον ομώνυμο εμβληματικό ρόλο, μοιάζει (εύλογα) να εστιάζει στις πολιτικές αιχμές προσπαθώντας συνεχώς να αποδείξει την διαχρονικότητά τους και την αναγωγή τους στο σήμερα. Όντας στην ίδια τη φύση του έργου κάτι τέτοιο στέκεται εύκολο και αποτελεσματικό. Καθόλου δύσκολο άλλωστε δεν είναι να δει κανείς την ελπίδα του Γαλιλαίου για τον νέο Πάπα, ο οποίος ξεκινάει ως μαθηματικός (ερχόμενος από έναν κόσμο λογικής) και καταλήγει να ασπάζεται το παλιό όσο περίπου διαρκεί το ντύσιμό του με τα νέα ράσα.

Σε μια όμορφη σκηνή, μέχρι να ντυθεί ο άλλοτε μαθηματικός και αρχικά υποστηρικτικός για τον Γαλιλαίο Πάπας, η ελπίδα γίνεται αμέσως 3ο μνημόν… ε, χμ, γεωκεντρικό σύστημα. Καμιά φορά, ίσως η απόδοση του έργου προσπαθεί να κάνει ακόμα πιο απλό το απλό, χωρίς να είναι απαραίτητο.  Το ούτως ή άλλως μεγάλο σε διάρκεια έργο (~τρεις ώρες, έχοντας και ένα αναγκαίο ψαλίδι στο αρχικό κείμενο) φαίνεται να έχει μια αγωνία να σιγουρευτεί ότι «περνάει το μήνυμα» που κάπως το φορτώνει επιπλέον, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι κουράζει.

Οι «ανάσες» δροσιάς με τα μουσικά διαλείμματα της τετραμελούς μπάντας και την κρυστάλλινη φωνή της Μαρίας Ρούτση συμμαζεύουν ζωηρά τις όποιες κοιλιές, αν και η μουσική μοιάζει να αμφιταλαντεύεται για το αν θα είναι αποστασιοποιημένη και πιο ήσυχη ή θα μπολιάζει με μελωδία τα ιντερλούδια. Η συμμετοχή των εικόνων και βίντεο είναι λιτή και πολύ λειτουργική καθ’ όλη την διάρκεια του έργου.

Η σκηνοθεσία του Κ. Καζάκου είναι στέρεη και με εμπιστοσύνη στο κείμενο, χωρίς να παίρνει ρίσκα ή να επιχειρεί κάτι νέο, διατηρώντας μια σταθερή προσέγγιση που ακολουθείται στο έργο παγκοσμίως με τον πληθωρικό Γαλιλαίο να αποτελεί ένα «βαρυτικό» κέντρο έχοντας μαθητές και αντιπάλους να κινούνται σε τροχιές προς το φως του. Άλλοι καίγονται από αυτόν (η κόρη του, Βιργινία), άλλοι παίρνουν φως για να συνεχίσουν την μεταλαμπάδευση αφού πρώτα τον αποκυρήξουν (Αντρέας).

Το αυτό ισχύει και για τα κοστούμια της Θάλειας Ιστικοπούλου και για τους φωτισμούς του Νίκου Σωτηρόπουλου (με πετυχημένο σημείο τους συναισθηματικά φορτισμένους φωτισμούς στους πίσω πάγκους και το εντός/εκτός κατώφλι της σκηνής). Από την άλλη, η Μάρω Γαλάνη καταφέρνει και «τρυπώνει» όπου βρίσκει ευκαιρία, καθοδηγώντας τις πολύ πετυχημένες (και σατιρικές) κινήσεις των καλόγερων αλλά και το συμμετρικά χαοτικό καρναβάλι στο διάλειμμα του έργου.

Η «Μπρεχτική αποστασιοποίηση» αποτελεί μια θεατρική μέθοδο που μέχρι σήμερα αποτελεί μια ολοζώντανη συζήτηση. Η προσπάθειά του να αρνηθεί την οικειότητα έχει διπλό στόχο: Αφενός να διατηρήσει το κριτικό πνεύμα του θεατή μη επιδιώκοντας μια συγκινησιακή ταύτιση, αφετέρου να αφήσει τον ηθοποιό να αναπαριστά και να σχολιάζει ταυτόχρονα. Αυτό αποτελεί και μια μεγάλη πρόκληση.  Η «Ζωή του Γαλιλαίου» έχει την τύχη να ενώνει έμπειρα και οικεία πρόσωπα με την ενέργεια νέων και ανερχόμενων καλλιτεχνών. Η πετυχημένα γκροτέσκα παρουσία του Δ. Βούλτσου και του Σ. Κουβαρδά κρατούν τις κωμικές ανάσες, ενώ το σύνολο της πολυμελούς ομάδας (Γ. Μάρκου, Η. Γιαννάκης, Θ. Σαράντος, Α. Θανασούλας, Δ. Καλαντζής, Γ.Ντάβαρης, Φ. Δίπλας) μοιάζει να δένει στέρεα από τις πρώτες ακόμα παραστάσεις. Η Δωροθέα Στεργιώτη και η Πέτρα Μαυρίδη «κρατούν» σχεδόν το πρώτο, κάπως πιο αργό, μέρος του έργου, με την δεύτερη να ανταποκρίνεται καθ’ όλη την διάρκεια στον διχασμό του ρόλου (δέσμια του πατέρα της, δέσμια της πίστης) που ίσως μάλιστα να ήθελε μια παραπάνω εστίαση. Οι φοιτητές της Δραματικής Σχολής του ΔΗΠΕΘΕ καταφέρνουν να διακρίνονται εκφραστικά καθώς πλαισιώνουν σε διάφορες στιγμές την δράση, ενώ στο πάντα απαιτητικό και δύσκολο έργο των παιδικών ερμηνειών οι «μικροί» τα πάνε μια χαρά (ειδικά σε μια μονομαχία για τα μάτια των… άστρων των Μεδίκων). Ο Κώστας Καζάκος, σε έναν από τους μεγαλύτερους ρόλους του Μπρεχτ, δεν φεύγει σχεδόν ποτέ από την σκηνή και υποδύεται με πληθωρικό τρόπο τον… Κώστα Καζάκο – όταν μονολογεί και σε κάθε του λόγο κρύβεται μια πολυετής και δοκιμασμένη εμπειρία, όταν δυσκολεύεται με τις δικές του ατέλειες και τα δικά του βάρη στην πλάτη του από την αναμέτρηση με την εξουσία, όταν μεταλαμπαδεύει τα δικά του αποστάγματα. Στο τελευταίο μέρος, της απολογίας, το μόνο ίσως συγκινησιακά φορτισμένο σημείο, Καζάκος και Γαλιλαίος κάπου συναντιούνται για να γίνει ταυτόχρονα ερμηνεία και σχολιασμός των προβληματικών που θέτει ο Μπρεχτ.

 

Η παράσταση «η Ζωή του Γαλιλαίου» του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας βάζει ψηλά τον πήχη για το κοινό, σε καιρούς αρκετά δύσκολους και εμμονικούς με το χαμήλωμα του πήχη. Σε σημεία ανταποκρίνεται, προσφέροντας μια δυνατή θεατρική εμπειρία, σε κάποια σημεία «μπουκώνει» από τις ίδιες του τις απαιτήσεις. Καταφέρνει και κρατά τον θεατή για (το πιο άνισο) πρώτο μέρος και τον αποζημιώνει στο δεύτερο αξιοποιώντας τα μέγιστα την δύναμη του Μπρεχτικού κειμένου. Η παράσταση είναι δεμένη και φροντισμένη, και αναμένεται να έχει μια πετυχημένη παρουσία στη θεατρική περίοδο για την Πάτρα, χωρίς να είναι καινοτόμα ή να φέρνει μια νέα πρόταση για το Μπρεχτικό έργο. Αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό, καθώς ίσως δεν αποτελούσε και στόχο της παραγωγής, επιμένοντας να εστιάσει στην διαχρονικότητα ενός ριζοσπαστικού κειμένου πολιτικής αφύπνισης και ισχυρών ιδεολογικών προβληματισμών που παραμένουν επίκαιροι.

 

Ο Μπένγιαμιν, φίλος του Μπρεχτ, καθώς αποθέωνε την εκ θεμελίων ανανέωση του παγκόσμιου θεάτρου από την οπτική αυτού του σπουδαίου καλλιτέχνη, επέμενε πολλές φορές: Η επαναστατικοποίηση του περιεχομένου δεν μπορεί παρά να συνοδεύεται από την επαναστατικοποίηση του μέσου, της φόρμας, της μορφής, της ερμηνείας. Όντως, η πολιτική στράτευση ενός έργου είναι μέρος της καλλιτεχνικής του στράτευσης, αυτοτελές και σε διαλεκτική ενότητα. Παραμένει όμως μονάχα μέρος της απάντησης.

 

Συνεχίζοντας λοιπόν, απολαμβάνοντας την  «Ζωή του Γαλιλαίου», την συζήτηση για εκείνη την νέα διαλεκτική που έχει ανάγκη η εποχή μας. Μια εποχή που πρέπει επίσης να ταρακουνήσουμε από τα θεμέλιά της.

Πάνος Τσερόλας

Μέλος του Δ.Σ. του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας

 

Υ.Γ. Φυσικά, η συμμετοχή μου στο Δ.Σ. του ΔΗΠΕΘΕ της Πάτρας, προκαλεί μια θετική προδιάθεση και ίσως δυσκολεύει την αμεροληψία μιας κριτικής ματιάς. Ωστόσο, παρακολουθώντας τον Γαλιλαίο προσπάθησα να είμαι απλώς θεατής και όχι μέλος του Δ.Σ., όπως αντίστοιχα είχα κάνει για το Effect πέρυσι (την κριτική μπορείτε να δείτε εδώ). Σε τελική ανάλυση ωστόσο, μια γνώμη για ένα έργο τέχνης δεν υποκαθιστά την θέασή του, αντίθετα την ενθαρρύνει! Σπεύσατε!

 

Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr

* Τα κείμενα που φιλοξενούνται στη στήλη «Απόψεις» του thebest.gr απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων και όχι του portal.

Απόψεις