Back to Top

CULTURE

/

24 Αυγούστου του 79 μ.Χ: Οι τελευταίες ώρες της Πομπηίας

24 Αυγούστου του 79 μ.Χ: Οι τελευταίες ώρες της Πομπηίας

Ας θυμηθούμε κάτι από την η ιστορία του

Σαν χθες έγινε η τρομερή έκρηξη του Βεζούβιου, που κυριολεκτικά αποτέλειωσε την Πομπηία και τις γύρω περιοχές. Σήμερα, απολαμβάνουμε βεβαία τα καταστροφικά αποτελέσματα της έκρηξης, διότι μονό με αυτό τον τρόπο διασώθηκαν όλα ατόφια.

Η Πομπηία μοιάζει σαν να μην πέρασε μια μέρα από την έκρηξη. Οι κάτοικοι βρίσκονται στο σημείο, οπού προσυνάντησαν τη λάβα. Τα έργα τέχνης ξυπνούν μνήμες ενός ιδιαίτερου πολιτισμού και όλα αυτά κάτω από μια ψυχρή και απάνθρωπη λάβα. Είναι μια από τις φορές, που η δύναμη της φύσης φανερώνεται.

"Όλα έγιναν 24 Αυγούστου του 79 μ.Χ, πρώτη απογευματινή ώρα. Στον ουρανό αρχίζει να φαίνεται ένα νέφος ασυνήθιστου μεγέθους και σχήματος. Το νέφος ανυψώνεται γρήγορα και μοιάζει στο σχήμα με δέντρο και μάλιστα πεύκο. Βγαίνει από το βουνό, που εμείς οι Ρωμαίοι αποκαλούμε Βεζούβιο.

Το νέφος μοιάζει με πελώριο κορμό και η κορυφή του με κλαδιά ολόγυρα, που γέρνουν πάνω από τον κορμό. Το χρώμα του είναι λευκό, αλλά με τις πνοές του ανέμου αλλάζει παίρνοντας το χρώμα που έχει ο πηλός, ή άλλοτε είναι κατάστικτο από πολλά χρώματα, καθώς μεταφέρει μαζί του, χώμα και τέφρα". "Γάϊος Πλίνιος Σεκούνδος - αυτόπτης μάρτυρας".

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Ρωμαίοι δεν είχαν καμία λέξη για το ηφαίστειο μέχρι εκείνη τη στιγμή. Η λέξη δεν συμπεριλαμβανόταν στο λεξιλόγιο της λατινικής γλώσσας. Γνωρίζουν και περιγράφουν τον Βεζούβιο ως βουνό (mons Vesuvius). Ο Ρωμαϊκός θεός της φωτιάς, ο Vulcanus, που κατά τραγική σύμπτωση τελούσαν την γιορτή του (τα Βουλκανάλια) στις 23 Αυγούστου, - παραμονή δηλαδή της φοβερής έκρηξης - έδωσε αργότερα το όνομά του σε όλα τα ηφαίστεια.

Το χρονικό της μεγάλης αυτής καταστροφής, ξεκινά λίγο νωρίτερα. Στις 5 Φεβρουαρίου του 62 μ.Χ. εκδηλώνεται ένας ισχυρός σεισμός με επίκεντρο την περιοχή γύρω από τον κόλπο της Νάπολης.

Αυτό ήταν ένα προειδοποιητικό σημάδι για το κακό που θα ακολουθούσε λίγα χρόνια μετά. Τα επόμενα χρόνια, ο μαγματικός θάλαμος κάτω από τον Βεζούβιο διογκώνεται προκαλώντας ανύψωση της ξηράς και υποχώρηση της θάλασσας.

 

Στις 24 Αυγούστου 79 μ.Χ. ο Βεζούβιος αρχίζει να τρέμει. Ολόκληρη η περιοχή γύρω από τον κόλπο της Νάπολης ταράσσεται από έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα και δονήσεις του εδάφους. Από τα σπλάχνα του ηφαιστείου, ποταμοί λάβας ξεχύνονται και αρχίζουν να κυλούν στις πλαγιές του. Είναι η μεγαλύτερη καταστροφή στην ιστορία αυτού του ηφαιστείου.

Οι ακμάζουσες πόλεις και τα πλούσια προάστια γύρω από τον κόλπο της Νάπολης πρόκειται να αφανιστούν. Στα θύματα συγκαταλέγεται ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, ο συγγραφέας της Φυσικής Ιστορίας, ο οποίος ήταν και διοικητής του στόλου στο Μισηνό, 17 χιλιόμετρα δυτικά της Πομπηίας.

 

 

Στην προσπάθεια του να σώσει όσους είχαν παγιδευτεί στην καταστροφή, έπαθε ασφυξία από τους καπνούς, όταν βγήκε στη στεριά κοντά στην πόλη Σταβίες. Πέθανε όταν η βάρκα του παγιδεύτηκε σε έναν κολπίσκο, ωθούμενη από την ελαφρόπετρα που επέπλεε στο νερό και προσάραξε στην παραλία. Ο ανιψιός του, Γάϊος Πλίνιος Σεκούνδος ή πιο γνωστός σ' εμάς ως "ο Πλίνιος ο Νεότερος" (μελλοντικός κυβερνήτης της ρωμαϊκής επαρχίας της Βιθυνίας) παρατηρεί το γεγονός από το σπίτι του στο Μισηνό, που βρίσκεται μακρύτερα, στην απέναντι ακτή από την Πομπηία.

Περιγράφει λεπτομερώς όλα τα γεγονότα, αλλά και την τύχη του θείου του, στον γνωστό Ρωμαίο ιστορικό Τάκιτο. Η πρώτη έκρηξη και η βροχή από τέφρα που ακολούθησε συνέβη πιθανόν τις πρώτες πρωινές ώρες της 24ης Αυγούστου του 79 μ.Χ. Η έκρηξη έγινε αρχικά ορατή από το Μισηνό, περίπου στη 1:00 μ.μ. της ίδιας ημέρας. Ένα σύννεφο «σαν πεύκο» φάνηκε να υψώνεται από την κορυφή του Βεζούβιου.

Από την εκτίναξη τέφρας και κίσσηρης από το ηφαίστειο σχηματίστηκε ένα σύννεφο ύψους 27 χλμ. περίπου. Από τις αποθέσεις στρωμάτων τέφρας είναι προφανές ότι το σύννεφο κινήθηκε προς τα νότια.

Σε αυτήν τη φάση της έκρηξης, η Πομπηία άρχισε να καλύπτεται από στρώμα τέφρας και κίσσηρης που μετέφερε το σύννεφο με ρυθμό 15 εκ. την ώρα περίπου σύμφωνα με υπολογισμούς. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος έζησε αυτήν τη φάση, καθώς πλησίαζε στις Σταβίες: «Ήδη έπεφταν στάχτες, όλο και πιο θερμές και πυκνές, όσο πλησίαζαν τα πλοία, και ακολούθησαν κομμάτια κίσσηρης και μαυρισμένες πέτρες, διάπυρες και ραγισμένες από τις φλόγες». (Πλίνιος ο Νεότερος, Επιστολές 6.16).

 

Η βροχή από λιθάρια που ακολούθησε, με διάμετρο έως και 5 εκατοστά, ήταν καταστροφική. Ο Πλίνιος και οι σύντροφοι του αναγκάστηκαν να καλύψουν τα κεφάλια τους με μαξιλάρια για προστασία. Η δύναμη με την οποία έπεφταν τα θραύσματα ήταν πιθανώς θανατηφόρα.

Το σύννεφο σκοτείνιασε τον τόπο. Ας δούμε τι γράφει ο Πλίνιος ο Νεότερος ως αυτόπτης μάρτυρας της έκρηξης και της καταστροφής:

«Το σκοτάδι [ήταν] βαθύτερο και πυκνότερο σε σχέση με μια κανονική νύχτα» (Επιστολές 6.16). Μέχρι το βράδυ περίπου 1,3 μέτρο στάχτης και λευκής κίσσηρης είχαν συσσωρευτεί στην Πομπηία, αλλά η έκρηξη συνεχίστηκε πολλές ώρες ακόμη.

Στη φάση αυτή το βάρος της τέφρας πάνω στις στέγες προκάλεσε σειρά καταρρεύσεων, οπότε οι άνθρωποι δεν μπορούσαν πλέον να κρύβονται μέσα στα σπίτια τους. Έπεσε άλλο ένα στρώμα γκρίζας κίσσηρης με πάχος πάνω από ένα μέτρο, έτσι που τις πρώτες πρωινές ώρες η Πομπηία είχε καλυφθεί από σχεδόν 2,5 μέτρα ηφαιστειακού υλικού, ενώ στο Μποσκορεάλε (ένα πλούσιο προάστιο ανάμεσα στην Πομπηία και τον Βεζούβιο) το ύψος του έφτανε το 1,5 μέτρο. Στο σημείο αυτό η μορφή της έκρηξης άλλαξε.

Το μάγμα άρχισε να κυλά στις πλαγιές του Βεζούβιου προκαλώντας πυροκλαστικά ρεύματα και κύματα, όπως τα αποκαλούν οι ηφαιστειολόγοι. Φαίνεται ότι το πρώτο πυροκλαστικό κύμα χτύπησε το Ερκουλάνουμ (Ηράκλειο) στις 25 Αυγούστου, περίπου στη 1:00 μετά τα μεσάνυχτα. Χρειάστηκαν περίπου τέσσερα λεπτά για να φτάσει στην πόλη. Ήταν τόσο σφοδρό που γκρέμισε κιονοστοιχίες και παρέσυρε οικοδομικά υλικά σε απόσταση 4 μέτρων.

Οι άνθρωποι πέθαναν ακαριαία από ασφυξία. Μετά το κύμα ακολούθησε ένα ρεύμα που σάρωσε την πόλη και κάλυψε την παραλία. Το τρίτο πυροκλαστικό κύμα που ξεχύνεται περίπου στις 6:30 το πρωί, φαίνεται ότι έφτασε και στην Πομπηία κατά τα στοιχεία που βρέθηκαν δίπλα στην πύλη του Ερκουλάνουμ. Τότε καταστράφηκαν οικοδομές έξω από τα τείχη, όπως η Έπαυλη των Μυστηρίων και η Έπαυλη του Διομήδη.

Το Ερκουλάνουμ ή Ηράκλειο, θάφτηκε από το επόμενο πυροκλαστικό κύμα, το οποίο μετέβαλε την ακτογραμμή και κάλυψε τα πάντα εκτός από το θέατρο. Αρχικά η Πομπηία προστατευόταν από τα τείχη της.

 

Όμως, ένα τέταρτο κύμα, που καταφθάνει στις 7:30 π.μ. περίπου, περνάει πάνω από τα τείχη και με τη βοήθεια της τέφρας που είχε συσσωρευτεί σταδιακά, θάβει ό,τι είχε απομείνει όρθιο στην πόλη. Παρατηρήθηκε ότι πολλά από τα σώματα που βρέθηκαν στην Πομπηία, ανασύρθηκαν από την επιφάνεια του στρώματος κίσσηρης, το οποίο βρισκόταν ανάμεσα στα στρώματα που συνδέθηκαν με το τέταρτο και το πέμπτο πυροκλαστικό κύμα.

Προφανώς, οι άνθρωποι αυτοί είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια τους, αλλά μέσα στο σκοτάδι δεν ήξεραν πού να τρέξουν και από πού να ξεφύγουν. Το κύμα θερμών αερίων τούς σκότωσε ακαριαία. Σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς περίπου το 10% του πληθυσμού της Πομπηίας σκοτώθηκε. Το έκτο πυροκλαστικό κύμα, εκδηλώθηκε περίπου στις 8:00 π.μ.

Ο Πλίνιος ο Νεότερος το περιέγραψε ως «απειλητικό μαύρο σύννεφο που το έσκιζαν διχαλωτές και τρεμάμενες φλόγες και άνοιγε αποκαλύπτοντας μεγάλες γλώσσες φωτιάς σαν αστραπές μεγεθυσμένες» (Επιστολές 6.20). Το έβλεπαν να κατακάθεται και να εξαπλώνεται πάνω από τον κόλπο της Νάπολης.

Ο Πλίνιος ο Νεότερος και η μητέρα του μαζί με άλλους κατοίκους του Μισηνού αναγκάζονται να φύγουν, αν και βρίσκονται 32 χλμ. μακριά από την έκρηξη. Μάλλον ένα τέτοιο εκτεταμένο κύμα σκότωσε τον κόσμο που είχε καταφέρει να εγκαταλείψει τις πόλεις κοντά στον Βεζούβιο, ανάμεσα τους και τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο.

 

Σε αντίθεση με την Πομπηία, το Ηράκλειο δε θάφτηκε από την ηφαιστειακή τέφρα. Νεκρά σώματα παντού. Στο Ερκουλάνουμ, ένα μωρό μέσα στην κούνια του στον Οίκο του Μωσαϊκού Αιθρίου, καθώς και δυο σώματα στα λουτρά. Μια 14χρονη γυναίκα που δούλευε σκληρά, όπως φανέρωσαν τα σημάδια στα βραχιόνια οστά, ενώ από τα δόντια της φαίνεται ότι πέρασε βαριά ασθένεια, όταν ήταν έντεκα ετών.

Βρέθηκε με το μωρό στην αγκαλιά και πιθανόν να ήταν δούλα του σπιτιού. Σε κάποιους θαλάμους υπήρχαν ως και 40 σώματα. Αλλού βρέθηκε μια ολόκληρη οικογένεια, τρεις άνδρες, τέσσερις γυναίκες και πέντε παιδιά (το μεγαλύτερο δέκα χρονών και το μικρότερο επτά μηνών).

Τα περισσότερα νεκρά σώματα στην παραλία, βρέθηκαν ξαπλωμένα είτε μπρούμυτα είτε στο πλάι και έδειξαν ως πιθανότερη αιτία θανάτου, το φράξιμο των αεραγωγών από τη στάχτη. Η μελέτη των σωμάτων μάς αποκαλύπτει επιπλέον λεπτομέρειες. Ένας Ρωμαίος στρατιώτης αναγνωρίστηκε χάρη στο σπαθί που έφερε στο πλευρό του. Πιθανόν, είχε αποσπαστεί στην περιοχή σε ειδική αποστολή, καθώς είχε μαζί του ξυλουργικά εργαλεία.

Η ανάλυση των οστών και των δοντιών του υποδεικνύει ότι ήταν 37 ετών. Στον αριστερό μηρό του υπήρχαν ίχνη πληγής, κατά πάσα πιθανότητα από μαχαιριά, ενώ από άλλες φθορές των οστών φαίνεται ότι ίππευε συχνά. Μια νεαρή γυναίκα ηλικίας 25 ετών περίπου, ήταν έγκυος στο πρώτο της παιδί. Μια άλλη γυναίκα ηλικίας 35 ετών περίπου είχε ιδιαίτερα δυνατά άνω άκρα, γεγονός που υποδηλώνει ότι έκανε κάποια χειρωνακτική εργασία ίσως ήταν υφάντρια.

 

Η δύναμη του πυροκλαστικού κύματος φάνηκε από το σώμα μιας γυναίκας, η οποία βρέθηκε πάνω σε σπασμένα κεραμίδια ένα από τα μηριαία οστά είχε διαπεράσει το σώμα της και είχε τρυπήσει την κλείδα. Πιθανότατα έπεσαν επάνω της θραύσματα. Τα στρώματα αποθέσεων παίζουν σημαντικό ρόλο στην κατανόηση του χρονικού των γεγονότων.

 

Ένα σώμα βρέθηκε πλάι σε μια αναποδογυρισμένη βάρκα μήκους 8 μ. περίπου. Αρχικά, θεωρήθηκε ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν ο πηδαλιούχος. Ωστόσο, αργότερα φάνηκε ότι σκοτώθηκε κατά το πρώτο πυροκλαστικό κύμα και ότι η βάρκα μετακινήθηκε δίπλα του, όταν το ρεύμα σάρωσε την παραλία. Το πρώτο πυροκλαστικό κύμα που έφτασε με ορμή στο Ηράκλειο είναι πιθανό να προκάλεσε περισσότερα θύματα από όσα πιστεύαμε στο παρελθόν.

Οι κάτοικοι της πόλης μπορεί να μην είχαν συνειδητοποιήσει ότι διέτρεχαν τόσο μεγάλο κίνδυνο, καθώς στην πρώτη φάση της έκρηξης είχε εναποτεθεί λιγότερο από 1 εκ. στάχτης.

Σήμερα, πιστεύουμε ότι εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες, άνθρωποι σκοτώθηκαν στην παραλία τις πρώτες πρωινές ώρες της 25ης Αυγούστου του 79 μ.Χ. Τα παχιά στρώματα της τέφρας κάλυψαν εντελώς τις δύο πόλεις, που με τον καιρό εγκαταλήφθηκαν και, τελικά, τα ονόματά τους ξεχάστηκαν...

Το 1599, η εκσκαφή του υπόγειου καναλιού για την εκτροπή του ποταμού Sarno έφερε στο φως τοίχους, καλυμμένους με ζωγραφιές και επιγραφές. Ο αρχιτέκτονας Domenico Fontana που κλήθηκε, αποκάλυψε μερικές ακόμα τοιχογραφίες.

Έτσι, μια αρχαία και άγνωστη μέχρι τότε ρωμαϊκή πόλη που ήταν χαμένη, αναδύθηκε μετά από τόσους αιώνες σιωπής μέσα από τη στάχτη και τα ερείπια, για να διηγηθεί και πάλι το απίστευτο χρονικό αυτής της βιβλικής καταστροφής.

Πηγή: lifo.gr

Σχόλια

Culture