Back to Top

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ

/

Θανατικές εκτελέσεις και προσωπικές τραγωδίες

Αναστασία Ευσταθίου

Αναστασία Ευσταθίου

Της Αναστασίας Ευσταθίου

Είμαι ειλικρινά πολύ χαρούμενη που βρίσκομαι απόψε σε αυτή την συγκέντρωση ανθρώπων που τιμούν την παρουσίαση του βιβλίου του εκλεκτού δημοσιογράφου αθλητικού συντάκτη, και συγγραφέα Τάσσου Σταθόπουλου, το "Θανατικές εκτελέσεις στην Πάτρα". Συμμετέχω στο πάνελ των εκλεκτών ομιλητών… δεν είμαι νομικός  είμαι εκπαιδευτικός και μέλος μιας οικογένειας που πέρασε πολλά κ εμπλέκεται κατά κάποιον τρόπο με το βιβλίο

Καμία φορά γνωρίζεις έναν άνθρωπο έμμεσα  από τα γραφόμενά του.  Γνώρισα τον Τάσσο Σταθόπουλο μέσα από την εφημερίδα Πελοπόννησος και για να είμαι ειλικρινής μέσα από τα ένθετα "Επιλογές"  μιας και με τα αθλητικά με χωρίζουν θάλασσες, παρόλο που έχω στο σπίτι μου τρεις ποδοσφαιρόφιλους άντρες.

Του πρότεινα να μιλήσω στην αποψινή βιβλιοπαρουσίαση προσπαθώντας να συγκεράσω δύο ιδιότητες, αυτή της συγγραφέα κ αυτή της αναγνώστριας.

Εμείς οι δημιουργοί στην παιδική λογοτεχνία λέμε «όταν ανοίγεις ένα βιβλίο αρχίζει μια γιορτή». Όταν άνοιξα τις θανατικές εκτελέσεις στην Πάτρα άρχιζε μια γοητευτική περιπέτεια… Γιατί  κάθε βιβλίο έχει το άρωμά του, αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που εκπέμπει ο δημιουργός στον αναγνώστη.

Η ατμόσφαιρα που κατορθώνει να δημιουργήσει ο συγγραφέας σε αυτόν που διαβάζει. Μόνο που εδώ έχουμε αναθυμιάσεις ενός πολιτικού σκηνικού της ελληνικής ιστορίας παλαιότερης και νεότερης …ζεστό αίμα… απερίγραπτο πόνο,  φρικαλεότητες, δικαιοσύνη της εκδίκησης και του εκφοβισμού, όλα μέσα από ένα ιστορικό οδοιπορικό για τον τρόπο που οι εκάστοτε κοινωνίες αντιμετώπιζαν την εσχάτη των ποινών.

Όντως, στο περιεχόμενο του βιβλίου δικαιώνεται η λέξη «φρίκη» όχι τόσο, γιατί έρχεται σε άμεση επαφή με την ανθρώπινη παραφροσύνη όσο γιατί σαν αναγνώστης συναντιέσαι μαζί της.

Κι αυτό συμβαίνει γιατί κατά την ανάγνωση ενός βιβλίου, ο αναγνώστης συνδιαλέγεται με το βιβλίο σε μία μυστική συμφωνία δούναι κ λαβείν, εστιάζοντας σε εκείνα που τον ενδιαφέρουν.

Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, τι συνέβη  όταν η υποφαινόμενη σε ρόλο αναγνώστριας εμπλέκεται συναισθηματικά αναφορικά με τις ομαδικές εκτελέσεις. Στις σελίδες του βρίσκει πληροφορίες για τον παππού της οικογένειας του άντρα της, που ο θάνατός του είχε για την οικογένεια πολλά κενά. Αυτός ήταν κ ο λόγος που θέλησα να μιλήσω για το βιβλίο.

Ο Ανδρέας Παμπούκης

Μήνες τώρα γράφω την ιστορία του παππού Ανδρέα Παμπούκη, σταθμάρχη στα τρένα το 1943 με καταγωγή από την Ακράτα.

Η ζωή του θέλησε μέσα μου να γίνει βιβλίο. Γεννημένος το 1901 στην Ακράτα …παντρεμένος με δυο κόρες ζούσε σε ένα σπιτάκι δίπλα στο σταθμό του τρένου που υπηρετούσε στην Αιγείρα.

Στην προσπάθεια ανασύνθεσης του χωροχρόνου αλλά κ του ιστορικού πλαισίου συναντήθηκα με τις ΘΑΝΑΤΙΚΕΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ. Καμιά φορά η τύχη παίζει περίεργα παιχνίδια. Χρόνια άκουγα την μητέρα του άντρα μου να λέει ότι έχασε τον πατέρα της όταν ήταν μόλις 13 χρονών. Τον πήραν ένα βράδυ οι Γερμανοί σαν κοινό εγκληματία κ παραβάτη του νόμου από το σταθμό του τρένου… αψηφώντας τα κλάματα των κοριτσιών του που ούρλιαζαν ξιπόλητα στην αποβάθρα με σιγόντο την εκκωφαντική σιωπή των γειτόνων …τον επιβίβασαν στην αμαξοστοιχία  των μελλοθανάτων μαζί με άλλους …που έσυραν πρόθυμοι δοσίλογοι απ’ τα χωριά της Ανατ. Αιγιάλειας κ τους παρέδωσαν στους Γερμανούς… ήταν τότε 43 χρονών ο σταθμάρχης της Αιγείρας. 

Από εκείνο το βράδυ δεν τον ξαναείδαν. Οι πληροφορίες έλεγαν ότι μετά το Αίγιο τον πήγαν στο στρατόπεδο Λυμπερόπουλου. Αργότερα οι δικοί του άνθρωποι έμαθαν ότι εκτελέστηκε κάπου στην Πάτρα.

Ήταν 22 του Νοέμβρη του 1943 όταν αναρτήθηκε λίστα με τα ονόματα των εκτελεσθέντων στις κολόνες του ηλεκτρικού της πόλης. Λεπτομέρειες δεν ήταν δυνατό να μάθουν …  τα στόματα ήταν κλειστά, άνοιγαν μονάχα να προδώσουν ή να συνετίσουν «ας καθόταν στα αυγά του είχε τόσα στόματα να θρέψει», είπε ένας συγγενής στη γυναίκα του.

Η γιαγιά μας είχε αδελφό οργανωμένο στο ΚΚΕ κ μπορούσε να μάθει λίγα περισσότερα… φοβόντουσαν, όμως, τον κοινωνικό στιγματισμό. Οι φήμες έγιναν πραγματικότητα. Το κακό χτυπούσε κ τη δική τους πόρτα.

Ο παππούς ήταν ένας άνθρωπος που μιλούσε με τις πράξεις κ όχι με τα λόγια… κ το περίστροφο που ανακάλυψαν οι Γερμανοί, καλά κρυμμένο σε μια εσοχή του τοίχου, μαρτυρούσε την εμπλοκή του στην Αντίσταση. Ούτε  η μάνα του γνώριζε τη δράση του ούτε η γυναίκα του. Σιωπηλά και μεθοδικά βοηθούσε ο Σταθμάρχης, διευκολύνοντας τους επιβάτες. Στο μικρό σπιτάκι που έμενε η 5μελής οικογένειά του χωρούσε πάντα κ ένας ακόμα επιβάτης που περίμενε την πρωινή αμαξοστοιχία…ένα παιδί -καράβι- λιμάνι Πάτρας.. Αμερική…μια γιαγιά- νοσοκομείο Αθηνα… Πίσω στην αποθήκη των εμπορευμάτων των ΣΠΑΠ πρώην ΟΣΕ είχε πάντα κόσμο να διανυκτερεύει…

Ο ίδιος ριψοκινδύνευε δίνοντας τροφή κ νερό στους λιπόσαρκους αιχμάλωτους κλουβίτες που τους περιέφεραν σαν τα ζώα με τα τρένα ο Γερμανοί, παίζοντας κορόνα γράμματα τη ζωή του…

Η ιστορία μιας οικογένειας γράφεται με πολλά αν… Αν δεν βοηθούσε όσους είχαν ανάγκη…αν δεν πήγαινε ένα ντενεκέ λάδι κ ένα κασόνι χειροποίητο σαπούνι στην Πάτρα την περίοδο της μεγάλης πείνας.. τότε το ‘41-‘42 που τα παιδιά πέθαιναν στα πεζοδρόμια ζητώντας ψίχουλα ψωμιού ή μια χούφτα στραγάλια… αν καθόταν ήσυχος σπίτι του με το μισθό του και τις γυναίκες της ζωής του ίσως κ να ζούσε κ να έβλεπε βαθιά γεράματα… αν διάλεγε μια φιλήσυχη ζωή στο κουκούλι της βολεμένης ασφάλειας.

Η ζωή, όμως, όπως κ η ιστορία γράφεται όχι με το «αν» αλλά με το «να»…κ έτσι ο παππούς Ανδρέας βρέθηκε κατηγορούμενος για οπλοκατοχή μαζί με άλλους πολιτικούς αιχμάλωτους. 

Έπρεπε να περάσουν 76 χρόνια για να δούμε με τα μάτια μας στην οικογένεια την κοινοποίηση που κολλήθηκε στις κολώνες   … τυπωμένη στη σελίδα 312 του βιβλίου του Τάσσου.

Κι ύστερα ο παππούς μας, ένα όνομα στη λίστα με άλλους κατατρεγμένους του εθνικού διχασμού … που δεν συνεργάστηκαν με τη Γερμανική Κατοχή, αλλά αντιστάθηκαν… η θανατική ποινή που τους οδήγησε στην εκτέλεση δικαιολογείτο: «Διότι κατείχον παρανόμως όπλα ή έδειδαν βοήθειαν εις τον εχθρόν» Υπέγραφε ο Στρατιωτικός διοικητής Πατρών. Την κοινοποίηση σχεδόν ταυτόχρονα με την ανάγνωση του βιβλίου μου δώρισε ο Γ. Μόσχος   σε μια συνάντησή μας. Αντίστοιχα του έδωσα τη μοναδική φωτογραφία του παππού.

Όλα μπορούν να ξεδιαλύνονται…  να χάνουν την ομίχλη του χρόνου που μπορεί να τα περικλείει, αλλά ποτέ δεν συγχωρούνται μέσα μας. Εάν βασανίστηκε για λίγες ημέρες, 10 για την ακρίβεια, ο παππούς μας στις φυλακές, με τα χέρια του να ματώνουν  δεμένα με σύρμα… η γυναίκα του και οι  δύο κόρες του βασανίστηκαν μια ζωή. Όταν θάβεις τον άνθρωπό σου, παίρνεις απόφαση το μοιραίο. Κλαις πάνω απ’ το μνήμα, ανάβεις ύστερα το καντήλι, μνημόσυνα ακολουθούν, μερώνεις τον πόνο του φευγιού του μέσα σου. Η ζωή παίρνει πάλι μπρος…

Φανταζόμαστε λοιπόν, αυτές τις 4 γυναίκες να προσπαθούν να βρουν το βηματισμό τους, μια χήρα 35 χρονών με δύο μικρά κορίτσια και τη μητέρα του εκτελεσμένου στην επαρχία του πολέμου και μετά του εμφυλίου, εκεί στα ανατολικά της Αιγιάλειας να πρέπει να τα βγάλουν πέρα; Ηθελημένη σιωπή, έτσι κι αλλιώς η οικογένεια ήταν στιγματισμένη …η μία του κόρη, η μητέρα του άντρα μου με κλονισμένη υγεία τρόμαξε να τελειώσει το γυμνάσιο δεν μπόρεσε να σπουδάσει ενώ είχε όλα τα φόντα…η άλλη κατόρθωσε, είναι ακόμα εν ζωή… υπερήλικας 92 ετών… μπήκε στην Αρσάκειο της Πάτρας… το 1946… στο δωματιάκι που νοίκιασε η σπιτονοικοκυρά της την ανέβασε στο Γηροκομειό… κι αντίκρισε αναμμένα κεριά …    

Απόσπασμα του βιβλίου που συγγράφω πήρε μέρος στο διαγωνισμό της βιβλιοθήκης του πανεπ. Πατρών ως διήγημα

Ο εγγονός –που βρίσκεται σήμερα ανάμεσά μας- αφηγείται:

Ούτε τάφος ούτε κηδεία. Η γιαγιά και η μάνα μου δυο λιανόκλαδα στον άνεμο της απώλειας πάλευαν να επιβιώσουν σε δύστυχους καιρούς. Δεν έπαψαν ποτέ να ρωτάνε για τον σύζυγο και πατέρα τους. Ένα πέπλο σιωπής είχε σκεπάσει το θάνατο του. Ο φόβος είχε πλακώσει σαν βρόμικο χιόνι τα πάντα. Διχασμένοι καιροί. Πρώτα η Κατοχή της επιβίωσης και ύστερα ο Εμφύλιος των παθών.

Όσο διάβαζα τόσο η φωνή μου έτρεμε. Τα συντρίμμια της μνήμης ενώνονταν. Όλως τυχαίως βρήκα τις απαντήσεις για το «ποιος», «που», «πότε» σε αυτό το βιβλίο, εν έτει 2018. Ερωτήματα που μας βασάνιζαν μια ζωή. Η γιαγιά μου, χήρα τόσο νέα, πήρε τα αναπάντητα ερωτήματα μαζί της στον τάφο. Η μάνα μου ορφανή στα δεκατρια δεν σήκωσε ποτέ κεφάλι στη ζωή. Πάντα εύθραυστη σαν πορσελάνη.    

Μισές χαρές. Σφιγμένα χαμόγελα. Όλα στο γιατί του άδικου τυλιγμένα. Καμιά τους δεν επισκέφτηκε ποτέ τον ομαδικό τάφο. Αγνοούσαν την ύπαρξή του.

Περί φρίκης

Πάντα θεωρούσαμε στην οικογένεια χρέος ανεξόφλητο να συναντηθούμε  με την αλήθεια του παππού. Κι έρχονται τα βιβλία, αυτοί οι φίλοι που σου  λένε κατάμουτρα την αλήθεια, να αναμετρηθείς με το παρελθόν. Να μάθεις λεπτομέρειες  που στήνουν το σκηνικό του τρόμου εκείνης της μαύρης εποχής που ο άνθρωπος δεν λογιζόταν ως άνθρωπος από τους κατακτητές.

Ο συγγραφέας αφιερώνει 120 περίπου σελίδες στο 15ο μέρος  με τον τίτλο «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί».. με αναφορές σε άλλα βιβλία κ ιστορικούς που καταπιάστηκαν με το θέμα, στο ΝΕΟΛΟΓΟ, σε εφημερίδες της εποχής με άρθρα, κείμενα, αλλά κ μαρτυρίες.

Για να ανασυνθέσεις την εποχή θέλεις πολύ υλικό. Μακάβριο κ πολλές φορές κωμικοτραγικό. Και τι ειρωνεία, η σκέψη ότι οι οχτροί δεν έφυγαν ποτέ από τη χώρα…

Ακόμα δεν έχω κατασταλάξει μέσα μου εάν όσα γράφονται σε ένα βιβλίο είναι φρικτότερα από όσα συμβαίνουν στη ζωή μας. Συνήθως συμβαίνει το αντίθετο: Η ζωή με το σκληρό κ απάνθρωπο πρόσωπο της αποτυπώνεται στα βιβλία, χάρις στην πένα του συγγραφέα και στο συγκεκριμένο βιβλίο χάρις στην πένα του ερευνητή. Όταν, αυτά συμβαίνουν γύρω μας, τα θεωρούμε  φυσικά… τα αποδεχόμαστε σαν κοινωνικές επιταγές ή κανόνες του δικαίου κάθε εποχής κ δύσκολα σηκώνουμε τον τόνο της φωνής μας ή έστω διαμαρτυρόμαστε λόγω του φόβου. Τολμώ να πω ότι μοιρολατρικά αποδεχόμαστε γεγονότα που δεν εξυψώνουν τον άνθρωπο παρά τον κατεβάζουν ακόμα πιο χαμηλά. 

Όταν, όμως, σαν αναγνώστες συναντιόμαστε με τη φρίκη, λογικό είναι να μας καταλαμβάνουν περίεργα συναισθήματα … δεν ξέρω εάν η ανατριχίλα ανήκει στη γκάμα των συναισθημάτων, αλλά δύσκολα προσπερνάς περιγραφές με απόδοση θανατικής ποινής.

Τότε ή θα αρκεστείς στη βολική αίσθηση «μακριά από εμένα» ή θα ψάξεις να βρεις μέσα σου την πρέπουσα ενσυναίσθηση που χαρακτηρίζει τα κοινωνικά όντα «τι έπαθαν τόσοι αθώοι άνθρωποι» ή «θα μπορούσα να ήμουν εγώ στη θέση τους».

Επέλεξα να αναφερθώ στις Γερμανικές θηριωδίες όπως αυτές εκφράστηκαν με τις ομαδικές εκτελέσεις ανθρώπων που δεν υποτάχθηκαν, που κατηγορήθηκαν άδικα και πλήρωσαν με τη ζωή τους.

Κι ενώ διάβαζα για τη Σταύρωση του πρωτόκλητου Ανδρέα στο λοξό σταυρό –του αγίου που συνέδεσε το όνομά του και το βίο του με την Πάτρα-, την καταδίκη του λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων, σκεφτόμουν την ομαδική εκτέλεση της 19ης Νοεμβρίου 1943, του δικού μας Ανδρέα του παππού μας και των άλλων θυμάτων από την περιοχή της ανατ. Αιγιάλειας λόγω πολιτικών πεποιθήσεων κ της εμπλοκής τους στην Αντίσταση.

Βρέθηκαν σε εκείνη τη ρωγμή του χρόνου….

Κι αυτοί το δικό τους σταυρό σήκωσαν κ μαζί με αυτούς οι οικογένειές τους…

Το βιβλίο

Στο βιβλίο διαβάζουμε κι άλλες λεπτομέρειες για τα μαύρα χρόνια…

Διαβαίνοντας την ιστορία σε εκείνα τα σκιερά μονοπάτια αντικρίζουμε κρεμασμένους στους κλώνους των δέντρων στην πλατεία των Ψηλών Αλωνίων. Η φρίκη σαν τη χολέρα εξαπλώθηκε στην πλατεία. Σήμερα δεσπόζει η χαρά και τα λογής χάπενιγκς κ οι περισσότεροι νέοι μυρωδιά δεν έχουν πάρει από το τι είχε συμβεί. Κάποτε, όμως κρεμασμένοι σκόρπιζαν το φόβο στους υπόλοιπους, φρουρούμενοι μάλιστα από τσολιάδες. Μια εικόνα απεχθής που έδωσε χρώμα μελανό στην εποχή.

Εκεί βρήκε τέτοιο αποτρόπαιο θάνατο ο δικός μας Χρήστος Χωμενίδης από την Ακράτα τον Μάιο του 1944. Ένα φωτεινό μυαλό… Σπούδασε νομικά στις Βρυξέλλες. Γύρισε στην Ελλάδα ποινικολόγος με πλατιά μόρφωση, μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου, γραμματέας του Σοσιαλιστικού κόμματος μπαίνει από τους πρώτους στο ΕΑΜ. Σύμφωνα με μαρτυρίες που συνέλεξα, είχε μυήσει κ τον παππού Ανδρέα στα σοσιαλιστικά ιδεώδη. Ζει στην παρανομία τον Μάρτη του 1944, ανεβαίνει στο βουνό, εκλέγεται βουλευτής Πατρών μαζί με τον Τάκη Πετρίδη, δικηγόρο, γιο του υπουργού των Φιλελευθέρων. Πέφτει θύμα προδοσίας όταν συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς ενώ διασχίζει με καΐκι τον Κορινθιακό.

Ο Χωμενίδης ήξερε τέλεια γερμανικά τον έχουν σαν είδος διερμηνέα. Τα ελληνικά τάγματα ασφαλείας της Πελοποννήσου προτείνουν στους Γερμανούς να εκτελεστούν μαζί με τους ομήρους για αντίποινα και οι δυο Αθηναίοι κρατούμενοι. 

Η σύντροφός του Κλυτώ του πηγαίνει ένα μαύρο κοστούμι …  το παλτό του το πούλησε στην εποχή της πείνας, τα άλλα τα 'χασε στο ανέβασμα στο βουνό.... Ήταν 10 του Μάη, πρωί-πρωί, 7μήνες μετά την ομαδική εκτέλεση των Αιγιαλέων, Ο Χωμενίδης εκτελέστηκε με το ουγγρικό σύστημα της κρεμάλας, δηλαδή όχι με σκοινί μα με πλατιά πετσέτα για να έρθει το μαρτύριο του θανάτου πιο αργά.

Η  Κλυτώ αντιμέτωπη με το θάνατο δεν της επιτρεπόταν να κάνει τίποτα…

Μα εκείνο που συντάραξε την τοπική κοινωνία της πόλης μας ήταν ο θάνατός της. Δεν άντεξε η σύντροφός του τον χαμό του, φόρεσε τα καλά της και κρεμάστηκε σε μια λεμονιά στην αυλή του σπιτιού τους στη Ακράτα. Η ζωή της δεν είχε κανένα νόημα χωρίς το Χρήστο.

Κι ύστερα έρχονται οι δύο κόρες του σταθμάρχη, ορφανές πια, μες στην καρδιά του πολέμου με την πληγή νωπή ακόμα…

Η κόρη του σταθμάρχη αφηγείται:

Εμείς, με την αδελφή μου, που δεν μας είχε εγκαταλείψει ποτέ ο φόβος τέτοιων γεγονότων, δεν περνούσαμε ούτε μπροστά από το κτήμα με τις λεμονιές. Κόβαμε δρόμο πίσω απ’ το Χωμενιδέικο σε ένα στενό για να πάμε στην αγορά ή στον Άγιο Χαράλαμπο. Νομίζαμε ότι η Κλυτώ, εκείνη η καλοβαλμένη γυναίκα με τον αέρα της πρωτεύουσας πάνω της, θα ζωντάνευε και θα μας ένευε απ’ τα χωράφια του θανάτου να πάμε κοντά της. Αρκετά είχαμε γευτεί το θάνατο στο πετσί μας, δεν αντέχαμε άλλα ταρακουνήματα.   

Και πώς να ησυχάσουμε με τους σκυλιασμένους Γερμανούς; Δεν κυκλοφορούσε ψυχή έξω. Οι αντάρτες κατηγορήθηκαν ότι έκοψαν τα νήματα και οι Γερμανοί κρέμασαν ίσαμε 300 από Πάτρα έως Κόρινθο.

Κι όσο ο Τ. Σταθόπουλος αξιοποιεί το αρχειακό υλικό, άλλο τόσο κι εγώ θα συναντηθώ με τα δικά του κείμενα για να ολοκληρώσω το μυθιστόρημά μου με τίτλο Ο ΣΤΑΘΜΑΡΧΗΣ. Γιατί για μένα και αυτό το βιβλίο αποτελεί σταθμό στη συγγραφική μου δημιουργία κ ο αντίκτυπος μέσα μου παραμένει ηχηρός.

Ο συγγραφέας, αγαπητοί φίλοι, κατόρθωσε με αυτό το βιβλίο να μην σταθεί σε μια απλή καταγραφή γεγονότων. Είναι, πρωτίστως, μια κατάθεση ψυχής ενός ανθρώπου που έψαξε, διάβασε προσεκτικά εντρύφησε στο μπαούλο της ιστορίας και μας έδωσε όψεις της κοινωνίας  όπως εκφράστηκαν μέσα από τις εφημερίδες, τα ποιήματα, τις θύμησες των τελευταίων επιζώντων.

Δεν ξέρω, γιατί, αλλά διαβάζοντας το βιβλίο αντιπάλευαν μέσα μου ανάμικτα συναισθήματα. Θυμήθηκα σελίδες της ιστορίας, έμαθα για το παρελθόν. Μπορεί τα «ταραγμένα χρόνια» να ξεκινάνε από τη σελίδα 251, όμως η χώρα δεν μπορεί να γλιτώσει από την κατάρα της. Ταραγμένα θα’ ναι όλα τα χρόνια του βίου της. Ο Δημήτρης Γούναρης,  ο Πατρινός πρωθυπουργός εκτελείται μετά τη Δίκη των Έξι, και το ελληνικό κράτος το 2008 τον αθωώνει αφήνοντας να περάσουν 86 χρόνια.  Αυτό μπορούν να το εξηγήσουν οι νομικοί αλλά ο απλός άνθρωπος αδυνατεί. Ο Γούναρης, ένας πολιτικός που δεν πλούτισε από τη θητεία του στην κυβέρνηση.

Κλείνοντας, θα σημείωνα ότι το βιβλίο αποδομεί την ωραιοποίηση του παρελθόντος στις επόμενες γενιές. Το «πάμε σαν άλλοτε» ενός βολικού ρομαντισμού έχει και σκιερά μονοπάτια, κακοτράχαλους δρόμους απονομής της δικαιοσύνης που δεν τιμούν τον άνθρωπο και την ιστορία του, φτάνει να διαβάσει κανείς τα άρθρα εφημερίδων της εποχής με την ιδεολογική χροιά τους. Σήμερα σου προξενούν τον γέλωτα, τότε σωφρόνιζαν. Καλό θα ήταν κάθε εποχή να είναι πολύ προσεκτική και ψύχραιμη στην απόδοση της δικαιοσύνης για τους πολίτες της.

Ο συγγραφέας ακολουθεί μια αόρατη κλωστή κ δεν παρεκκλίνει καθόλου της πορείας του… αναφέρεται στον ιστορικό πρόσφατα χαμένο Β. Λάζαρη… στον Γ. Μόσχο… ιστολόγια… διαδίκτυο.. σε ημερολόγια… οι πηγές του χαρακτηρίζονται από ποικιλομορφία. 

Φαίνεται ότι η διακειμενικότητα που κάνει χρήση στον δημοσιογραφικό λόγο συγκροτεί εντέλει πολυφωνικά τη δική του γραφή.

Η καλλιτεχνική δημιουργία είναι μια επανάσταση, θα το έλεγε καλύτερα ο Κωστής Παλαμάς, αν ζούσε σήμερα. Μια σιωπηρή αναγκαία επανάσταση στα βαλτωμένα νερά της εποχής μας… και νομίζω ότι στην εποχή των δύστυχων καιρών ο Σταθόπουλος μάς οδηγεί στα μονοπάτια της συνειδητοποίησης της τραγικότητάς μας και γι’ αυτό πρωτίστως τον συγχαίρουμε και από καρδιάς τον ευχαριστούμε.

* Η Αναστασία Ευσταθίου είναι εκπαιδευτικός και η συγκεκριμένη τοποθέτησή της έγινε στην παρουσίαση του βιβλίου "Θανατικές εκτελέσεις" (Εκδόσεις "Πικραμένος") από τον Δικηγορικό Σύλλογο την Παρασκευή 18 Μαΐου

* Τα κείμενα που φιλοξενούνται στη στήλη «Απόψεις» του thebest.gr απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων και όχι του portal.

Σχόλια

Απόψεις