Back to Top
#TAGS ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ Αιγιάλεια Νάσος Νασόπουλος Τέμπη Πόλεμος στη Μέση Ανατολή Δίκη Τεμπών
Αγγελίες
Μην ψάχνεις, βρες στο
THE BEST

ΑΠΟΨΕΙΣ

/

Ιστορίες των Ελεύθερων Πολιορκημένων

Ιστορίες των Ελεύθερων Πολιορκημένων
Θανάσης Χαλαζιάς

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Θανάση Χαλαζιά «ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ: ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ Β’ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ –Από τα “Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833” του Νικολάου Κασομούλη»

Μεσολόγγι 1826

Ένα παλληκάρι, ο Κοζανίτης Νικόλας Τζιάρας από τον νταϊφά του Μπότσαρη, λέει χωρατεύοντας στον Κορομπιλιά κι άλλους πέντε-δέκα πολεμιστές, που ξαπόσταιναν λίγο παράμερα από την πρώτη συμπλοκή:

– Θέλετε να κάνουμε σεργιάνι; Ακολουθάτε με πέντ’-έξι και όλοι σταθείτε.

Βγάζει το σπαθί του και χιμάει μόνος του πίσω από το ανάχωμα που ήταν μαζεμένοι οι Τούρκοι, κι από κοντά πέντ’-έξι δικοί μας. Βλέποντάς τον με το σπαθί στο χέρι οι Αραπάδες σκοτώνονται ποιος να πρωτοφύγει. Ύστερα από λίγο ξεμυτίζουν πάλι, μα βόλια τους χτυπάνε από πίσω. Παρατάνε τότε τον αξιωματικό τους και ξανατρυπώνουν στα κοντινότερα ταμπούρια. Ο Τζιάρας με το σπαθί στο χέρι, μ’ όλη την αδιαφορία, προχωράει αγάλια-αγάλια, σεργιανίζοντας. Κοντά χίλιοι αδειάσαμε τα ντουφέκια μας να τον σκοτώσουμε (ενν. τον Τούρκο αξιωματικό), μα δεν τον είδαμε να πέφτει. Βρίσκουν τότε την ευκαιρία ο Νικόλας και οι άλλοι και γυρίζουν πίσω, μέχρι που έπαψε το ντουφεκίδι της Φρουράς. Και τότε πάλι, τρέχει ένας δικός μας με το γιαταγάνι στο χέρι κατά τα ταμπούρια τους. Με το που βλέπουν οι Αραπάδες ξεγυμνωμένο σπαθί, το βάζουν στα πόδια, κι αυτός από πίσω τους κυνηγά, όσο που τρύπωσαν στην ντάπια τους.

Όλη η Φρουρά απόρησε με τούτο, βλέποντας έναν να κυνηγάει τόσους και να μη γυρίζει ούτε ένας πίσω να τον ντουφεκίσει. Ο τυπογράφος μας, ο Μεσθενέας (σκοτώθηκε στην Έξοδο), αγαθός άνθρωπος όπως ήταν, έκανε το σταυρό του και παρακαλούσε το Θεό να φυλάξει τον στρατιώτη, που τόσο είχε ριψοκινδυνέψει. Είπε μάλιστα πως βγήκαν αληθινά τα λόγια του Δαβίδ «ο εις διώξει χιλίους». Εγώ του έλεγα ότι τέτοια παλληκάρια με τα σπαθιά στα χέρια τρομάζουν τον ίδιο το Χάρο πολλές φορές. Χαμογελούσε και απορούσε με μερικούς ανθρώπους που είναι τόσο απόκοτοι.

***

Το βράδυ οι Αρβανίτες άρχισαν πάλι τα συνηθισμένα. Φωνάζανε πότε τον ένα καπετάνιο και πότε τον άλλο λέγοντας:

– Τι καρτεράτε; Τι ελπίδες έχετε;

Αποκρίνονταν οι δικοί μας:

– Και τι ανάγκη έχουμε ωρέ; Επειδή πήρατε το Βασιλάδι, τον Ντολμά και το Αιτωλικό, θαρρέψατε ότι πήρατε και το Μεσολόγγι; Εμείς αυτά μπελά τα είχαμε, ανθρώπους τεμπέληδες ταΐζαμε. Θελήσαμε να τους βοηθήσουμε από δω με τους συντρόφους μας και είδατε τι πάθατε στον Ντολμά. Κι αν τον πήρατε, να ευχαριστάτε το Θεό που εκείνη τη μέρα δε βγήκαμε πρωτύτερα, γιατί τότε θα σας πελεκούσαν κι εκεί, όπως σας πελεκήσαμε εδώ. Πέρασε αυτό όμως. Έχουμε καιρό μπροστά. Κι ο πόλεμος με τον Μπραΐμη τώρα άρχισε.

Φωνάζει ένας Τουρκαλβανός:

– Ωρέ!

– Εεε, του αποκρίνεται ο Έλληνας.

– Σε ποιόν τα λέτε αυτά καημένε και θέλετε να κάμετε κουρού γκαϊρέτι ωρέ; (Να λέτε πράγματα περιττά, να τα παραλέτε. Κυριολεκτικά, «να κάνετε ξερό κουράγιο»)

– Ε;

– Ξέρετε έναν παπά από το Αντελικό;

– Όχι!

– Εκείνος ο παπάς μας είπε πως τον ζαϊρέ (τροφή) τον σώσατε και δεν έχετε ούτε για δυο μέρες.

Τότε αποκρίνεται ο Σουλιώτης Γιάννης Μπαϊρακτάρης που μίλαγε αρβανίτικα:

– Όσο ακούς τα γαϊδούρια να γκαρίζουν, ωρέ Τούρκε, μην ελπίζεις για Μεσολόγγι, μόνο φύλαγε το κεφάλι σου…

 ***

Κατά τις 17 του Μάρτη έστειλαν πάλι μαντατοφόρο οι πασάδες. Συνάχτηκαν ξανά οι καπεταναίοι, μα δεν έκριναν εύλογο ν’ ανταμωθούν και τους παράγγειλαν πως, ό,τι και έχουν να μας πουν, να το κάμουν γραφτό και να πάρουν πάλι γραφτή απάντηση, γιατί οι κουβέντες δεν τελειώνουν. Στις 22 του ίδιου μήνα βλέπουμε να έρχεται ένας με το γράμμα πάνω σ’ ένα ξύλο. Έστειλαν αμέσως και το πήραν, κι όλοι συναχτήκαμε να δούμε τι λέει. Αυτός που το έγραφε δε γνώριζε καλά τη γλώσσα κι έλεγε:

 

Βεζίρ Ρεσχιούτ Μεχμέτ Πασιάς                                         Ρούμελι Βαλεσί, Σερασκέρης (Τ.Σ.)

Βεζίρ Ιμπραήμ Πασιάς                                    Μόρα Βαλεσί Τζέτα Βαλεσί, Σερασκέρης (Τ.Σ.)

Προς τους πολιορκημένους του Μεσολογγίου. Κατά την ομιλίαν όπου εζητήσατε να κάμετε με τον αγαπημένον μας Μαχμούτμπεη Κορωναίον, η απόκρισίς μας είναι ότι οι μεν εντόπιοι να μείνουν γερί-γερινέ (ίσα-ίσα στον τόπο που βρίσκονται) εις το βαντέτι (από την αρχή) τους, οι δε ξένοι να δώσουν τα άρματά τους έως εις τον σουγιά, και να έβγουν.

Εξ αποφάσεως

22 Μαρτίου 1826, στρατόπεδον,

Μισολόγγι

Δεν μπορεί να περιγράψει κανένας την εξαγρίωση των αγωνιστών, άμα άκουσαν το γράμμα. Τίγρεις λυσσασμένοι έγιναν όλοι, φωτιές πέταγαν τα μάτια τους. Άλλος χτύπαγε το ντουφέκι του και έβριζε, άλλος έβγαζε το γιαταγάνι και το έδειχνε από μακριά παίζοντάς το και φοβερίζοντας, άλλος φώναζε. Άφριζαν απ’ τον θυμό τους.

– Τώρα να βγούμε να τους τσαλαπατήσουμε τους κερατάδες, έλεγε ο ένας.

– Τώρα θα δουν τι θα πάθουν, έλεγε άλλος.

Έφτασε η φασαρία απ’ άκρη σ’ άκρη σ’ όλο το κάστρο και δεν άκουγες τίποτε άλλο, παρά μόνο βρισιές κατά των Τούρκων. Ο μαντατοφόρος περίμενε παράμερα ν’ αποκριθούμε και η μανία εξακολουθούσε, άμα πήρα το κοντύλι να γράψω την απόκριση – βρισκόμασταν στη ντάπια της Κλείσοβας. Όλοι αγριεμένοι, απαιτούσε ο καθένας να γράψουμε κατά τη θέλησή του. Ήταν εκεί και ο Θανάσης Ραζηκότσικας.

– Άρχισε και γράψε και μην ακούς κανέναν, μου είπε.

Λέει τότε ο Νότης:

– Αφήστε εμένα να του πω τι να γράψει κι άμα δε σας αρέσει, το χαλάμε.

Προς τους Υψηλούς Βεζιράδες

Ελάβαμε το γράμμα σας σήμερα. Ημείς, αγάδες, κουβέντα δεν εζητήσαμε να κάμωμεν· εσείς επέμψατε πρώτον και την εζητήσατε. Βλέπομεν εις το γράμμα σας να ζητήτε άρματα και απορούμε πώς ετολμήσατε να ζητήσετε οκτώ χιλιάδες άρματα, τα οποία αχνίζουν από το αίμα σας, και να σας τα δώσωμεν με τα χέρια μας. Τώρα βλέπομεν ότι εκείνο όπου θέλετε εσείς, δε γίνεται, ούτε εκείνο όπου θέλομεν ημείς – και θα γίνη εκείνο οπού ο Θεός αποφασίσει.

Εν Μισολογγίω, την 22 Μαρτίου 1826

Η Φρουρά του Μισολογγίου

Κόπηκαν τότες οι κουβέντες και άναψε το ντουφέκι κι από τις δύο μεριές μ’ όλη τη μανία.

***

Ύστερα από πέντε μέρες από τη μάχη της Κλείσοβας άρχισαν οι Τούρκοι να μας χτυπάνε και να μας φωνάζουν:

– Τι κάθεστε; Τι περιμένετε και δεν παραδίνεστε;

Εκείνος ο Τούρκος, που του έλεγε ο Γιάννης Μπαϊρακτάρης ότι όσο ακούει τα γαϊδούρια να γκαρίζουν να μην ελπίζει, τον καλούσε τώρα και του έλεγε:

– Ωρέ καπετάν Γιάννη, ούτε γαϊδούρια ακούμε ούτε σκυλιά. Τι τα κάνατε; Δεν βλέπετε την κατάστασή σας; Είστε φίλοι μας και παλληκάρια και θέλουμε το καλό σας. Παραδοθείτε να γλιτώσετε! Αλλιώς εδώ θα πεθάνετε όλοι και τίποτα δε θα κάμετε.

– Πόσες φορές προσκυνάς τη μέρα ωρέ Τούρκε; Του λέει ο Μπαϊρακτάρης.

– Πέντε, αποκρίνεται αυτός.

– Βάλε κι άλλες δυο και παρακάλα το Θεό να μην φτάσουμε ως εκείνη την ώρα.

– Γιατί;

– Έτυχες καμιά φορά να δεις πώς θερίζουν τα στάχυα στα χωράφια; λέει ο Μπαϊρακτάρης.

– Ναι, τ’ αποκρίνεται

– Όπως μπαίνουν εκείνοι με τα δρεπάνια από τη μια άκρη και βγαίνουν θερίζοντας στην άλλη, έτσι θα σας κάνουμε κι εμείς. Κι αυτό που λες εσύ δε γίνεται.

– Αλλάχ βέρμεσιν (ο θεός να μην το δώσει), είπε ο Τούρκος.

***

Παραμονές

Το πράγμα έσφιξε. Την αυγή στις 9 του Απρίλη συνάχτηκαν στο σπίτι του Τζαβέλα να σκεφτούν πως θα οικονομήσουν τον λαό για να μην μας καταλάβουν οι εχθροί όταν θα βγαίναμε. Σ’ αυτή τη μάζωξη ήταν μόνο οι Καπεταναίοι, οι ντόπιοι άρχοντες και ο δεσπότης Ρωγών Ιωσήφ.

Κουβέντιασαν καμιά ώρα και είπαν ότι για να σωθούμε οι περισσότεροι από μας, πρέπει να εμποδίσουμε εκείνους που από φόβο ή επειδή θα κοιτάξουν τον εαυτό τους, μπορούν να μας προδώσουν. Αποφάσισαν, λοιπόν, να σκοτώσουμε την ίδια στιγμή – για να μην προφτάσουν να φύγουν – όσους αιχμαλώτους έχουμε στη φυλακή, Τούρκους και Χριστιανούς κι όποιον ο καθένας είχε κοντά του και τον υποψιάζεται. Ο Τζαβέλας πρόσταξε να σκοτώσουν τον πιστό του Αράπη. Αμέσως όλοι το έβαλαν μπροστά και ξεπάστρεψαν όλους τους Μουσουλμάνους σεΐζηδες που είχαμε, κοντά τριάντα, τους χριστιανούς μαστόρους που δούλευαν τον εχθρό σκάβοντας και τους είχαμε πιάσει, καθώς κι όλους τους Τούρκους. Τόσο σκλήρυνε κείνη την ώρα η καρδιά μας που δεν ξέραμε τι κάναμε. Ο αδερφός μου ο Μήτρος, που μόλις είχε συνέρθει από την αρρώστια του, σαν το έμαθε αυτό, έτρεξε στην ακροθαλασσιά και έσφαξε δώδεκα μόνος του. Γύρισε πίσω καταματωμένος μα χαρούμενος και τρόμαξε η ψυχή μου. Τον μάλωσα, γιατί καταπιάστηκε μόνος του να σφάξει τόσους.

– Ε, άσε με τώρα, μ’ αποκρίνεται. Πεντακόσιους κι άλλους ακόμα κόβω, αν μου πέσουν στα χέρια. Ύστερα τι άλλο μας έμεινε τώρα, παρά μόνο να πιούμε και αίμα, γιατί δεν έχουμε τίποτα να φάμε.

***

Μίλησαν ύστερα για τις φαμελιές. Τι θα γίνονταν με τα μικρά παιδιά που θ’ άρχιζαν να κλαίνε; Αποφάσισαν όλοι, λοιπόν, να σκοτώσουμε τις γυναίκες και τα μικρά παιδιά για να μην προδοθούμε από τις φωνές τους και τότε δε μείνει κανένας μας ζωντανός, κι ακόμα για να μην πέσουν στα χέρια των εχθρών. Για ν’ αποφύγουμε τη συμπόνια των πατεράδων και των αδερφών, αποφασίστηκε να σφάξει ο καθένας την οικογένεια του αλλουνού. Μια τέτοια στρατιωτική απόφαση – αν και γενναία – σκληρή κι απάνθρωπη ξεσήκωσε τον Δεσπότη που σηκώθηκε πάνω φωνάζοντας:

– Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος, είμαι Αρχιερεύς! Αν τολμήσετε να το κάνετε αυτό, πρώτον να θυσιάσετε εμένα! Και σας αφήνω την κατάρα του Θεού και της Παναγίας και όλων των Αγίων, το αίμα των αθώων να πέσει στα κεφάλια σας! είπε και σωριάστηκε στο κάθισμά του κλαίγοντας.

Με τις κατάρες και τα παρακάλια πισωγύρισε τους καπεταναίους, κι άρχισαν να σκέφτονται πώς αλλιώς θα γινόταν να γλιτώσουν την προδοσία. Για μισή ώρα απόμειναν σιωπηλοί και στο τέλος είπε κάποιος να εγγυηθούν όλοι, ντόπιοι και ξένοι, ο καθένας για τους δικούς του.

Αποφάσισαν να μη σκοτώσουν τα γυναικόπαιδα, μα οι παντρεμένοι και συγγενείς να πείσουν τις φαμελιές τους να τρέξουν κοντά τους μ’ όλη την ευχαρίστηση κατά την έξοδο για να σωθούν, χωρίς να προβάλουν το παραμικρό εμπόδιο. Τα μικρά παιδιά να τα ποτίσουν αφιόνι πριν την ώρα της εξόδου για να κοιμηθούν και να μην κλαίνε. Και όποιος έχει τύχη, ας γλιτώσει, όποιος πεθάνει, ας πάει στο καλό και κανένα βάρος δεν μένει σε κανένα.

***

Βγήκε η απόφαση (ενν. της Εξόδου) και το νέο μαθεύτηκε ολούθε. Και τότε τι να ιδείς! Με τη μεγαλύτερη χαρά και μ’ όλη την ευχαρίστηση άρχισαν οι γυναίκες να συμμαζεύουν τα πιο ελαφριά συμπράγκαλά τους και να τα δένουν· να φωνάζουν τους στρατιώτες που περνοδιάβαιναν και να τους παρακαλάνε να αλλάξουν τις λερωμένες φουστανέλες τους και να φορέσουν καινούργιες. Μα οι στρατιώτες να μην καταδέχονται να τα παίρνουν από συμπάθεια:

– Φτάνει να βγούμε καλά, και τότε απ’ όλα κάνουμε καινούργια, έλεγαν.

– Μα γιατί, παιδιά μου, να τα πάρουν οι Τούρκοι; αποκρίνονταν οι γυναίκες

– Ας τα πάρουν, θα τους τα ξαναπάρουμε!

Κι έβλεπες τότε έναν αγώνα προετοιμασίας να γίνεται με τέτοια αταραξία, με τόση ευχαρίστηση και γέλια, που ούτε ο τελευταίος άνθρωπος δεν έβαζε με το νου του πως έμελλε να χαθεί. Έτρεχαν στους δρόμους εδώ κι εκεί, σαν τις μέρες των αγρυπνιών της Μεγάλης Εβδομάδας και όλη τη νύχτα κουβαλούσαν τους αρρώστους στα μεγάλα σπίτια και τους άφηναν φουσέκια και νερό.

–Τα παραθύρια να μας αφήσετε ανοιχτά μοναχά κι ώρα σας καλή! Ο Θεός να μας ανταμώσει στον άλλο κόσμο.

***

Εκείνη τη μέρα ένας Κραβαρίτης έκοψε κρέας από το μηρί ενός σκοτωμένου και το έφαγε. Ένας άλλος, ήρωας στρατιώτης, πήγαινε στην εκκλησιά να προσευχηθεί την ώρα που εγώ πήγαινα στις ντάπιες. Μόλις πάτησε το κατώφλι της εξώπορτας, πέφτει καταγής σα δέντρο ξεριζωμένο. Τον πιάνω, τον τρίβω και τον παρηγορώ λέγοντάς του ότι θα φύγουμε.

– Θα φύγουμε; με ρωτάει. Σίγουρα;

– Σήμερα κιόλας, του λέω.

Του φέρνω λίγο νερό. Ήπιε λίγο, σηκώθηκε:

– Αν φύγουμε σήμερα ίσως βαστάξω, αλλιώς δεν μπορώ περισσότερο.

***

Είχε νυχτώσει πια και γύρισα πάλι στη ντάπια του Μακρή. Εκεί ήταν μαζεμένοι στρατιώτες και περίμεναν έτοιμοι. Πείραζε ο ένας τον άλλον κι άκουγες να λένε γελώντας:

– Ποιος ξέρει αύριο που θα παίρνει η ράχη σου αέρα … (Ενν. που θα κείτεσαι νεκρός μπρούμυτα)

***

Διαβαίνοντας από το δρόμο του σπιτιού του Νότη Μπότσαρη ηύρα μια γυναίκα κι άλλους τρεις άρρωστους Μεσολογγίτες να σέρνονται παρέκει. Οι άρρωστοι έκλαιγαν. Η γυναίκα φώναζε όσο μπορούσε:

– Πού μας αφήνετε;

Τη μάλωσα για τις φωνές της, αλλά αυτή συνέχιζε. Την χτύπησα με τη μπαγιονέτα. Ακούω τότε μια φωνή γνωστή:

– Νικολάκη εσύ σκοτώνεις τη μητέρα μου;

– Ναι, γιατί θα μας προδώσει, του λέω.

Γνώρισα τον άνθρωπο, ήταν ο ατρόμητος νέος και ήρωας, ο σαλπιγκτής μας ο Γρηγόρης, Μεσολογγίτης. Τον φίλησα βιαστικά με δάκρυα στα μάτια και του είπα να κρεμάσει την τύχη του στο χέρι του Θεού καθώς κι εμείς.

***

Έξοδος

Ο ξάδερφος του Κίτσου Τζαβέλα, ο Κώστας Διαμάντης, αδύναμος από τις κακουχίες, φτάνει με τη γυναίκα του στα ριζά του Ζυγού. Κι αυτή, καθώς δεν μπορεί άλλο να περπατήσει, απομένει εκεί και τον παρακαλεί να τη σκοτώσει για να γλυτώσει αυτός. Εκείνος κλαίγοντας την παρακινεί να τρέξει. Όμως, αδύναμος καθώς είναι, δεν μπορεί να την κουβαλήσει. Της δίνει την μπιστόλα του κι εκείνη αυτοκτονεί για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων. Όλοι λυπηθήκαμε άμα το ακούσαμε, μα κανείς δεν έλαχε εκεί για να τους βοηθήσει.

***

 Ανεβαίνοντας το Ζυγό βλέπω μπροστά μου τον ψυχογιό του Στουρνάρη, παλληκάρι 15 χρονών κι ατρόμητο, να με αγκαλιάζει και να κλαίει ζητώντας τον καπετάνιο του.

– Που είναι η τσάντα; τον ρωτάω (είχε πολλά γράμματα μέσα αυτή η τσάντα).

– Την έριξα και μόνο το τάσι και το ντουφέκι βάσταξα, μου αποκρίνεται.

Ξεκινήσαμε πια να περπατάμε ολόραχα. Αυτό το παιδί, μόλις προχώρησα πενήντα δρασκελιές μπροστά, το έχασα κι ούτε το ματαείδα. Στα 1830 φάνηκε στη Ναύπακτο, φυγάς από τους Τούρκους, και ήρθε να με ιδεί. Τον φίλησα και ήταν σαν να είδα όλους που έπεσαν στην Έξοδο. Τον ρώτησα τότε πώς ξέκοψε και μου είπε: «Την ώρα που με ρώτησες που είναι η τσάντα και σου είπα ότι μόνο το τάσι έχω και το ντουφέκι, κοντά σου ήταν ένας Αρβανίτης ο οποίος δεν του βάσταξε να μας ντουφεκίσει. Καμώθηκε πως ήταν δικός μας και μου είπε:

– Κάτσε μωρέ παιδί να φάμε ένα κουλούρι που μού ‘μεινε.

Εγώ, άμα άκουσα κουλούρι, στάθηκα. Μείναμε ως μισή ώρα εκεί, όσο που οι δικοί μας τραβήχτηκαν και βρέθηκα άξαφνα αιχμάλωτος. Σεργιάνισα από τότε όλη την Αρβανιτιά μαζί του, μέχρι που έφυγα».

***

Περάσαμε τη νύχτα στη Δερβέκιστα κουβεντιάζοντας, και κανένας δεν σκέφτηκε να ρωτήσει τους καπεταναίους που θα πηγαίναμε ύστερα. Ξαποστάσαμε κάμποσο, και την αυγή μας είπαν ότι θα τραβήξουμε για τον Πλάτανο, όπου βρισκόταν άρρωστος ο Καραϊσκάκης για να κουβεντιάσουμε μ’ αυτόν. Στο μεταξύ, ο πόλεμος στο Μεσολόγγι εξακολουθούσε ακόμα ακατάπαυτα ως τις τρεις το μεσημέρι που διαβήκαμε το γεφύρι της Βαρνάκοβας (ενν. της Αρτοτίβας) και πια δεν ακούγαμε τίποτες. Εκεί ο Καραϊσκάκης είχε στείλει ανθρώπους του να δουν πόσοι σώθηκαν από μας.

Ενωμένη πια με το έξω ασκέρι η Φρουρά του Μεσολογγίου ξεχώριζε στο δρόμο από το αγριεμένο και χλωμό πρόσωπο των αντρών, από την αδυναμία, τα αιματοβαμμένα και κατατρυπημένα απ’ τις βολιές ρούχα, από τα ξαγρυπνισμένα κόκκινα μάτια, από τ’ αχτένιστα και κουρνιαχτισμένα μαλλιά κι από τις καταλασπωμένες φουστανέλες.

Όση ώρα προχωρούσαμε, δεν ξεμάκρυνε από κοντά μου ένας αξιωματικός από τον νταϊφά του Μακρή, Παναγιώτη τον έλεγαν. Όλοι είχαμε βολιές στις φορεσιές μας και στα φέσια, μα εκείνον τον είχαν ξεσκίσει· στο πεσλί, στο φέσι, στα μανίκια και στις κάλτσες, ολούθε ήταν κατατρυπημένος, αλλά για καλή του τύχη κανένα βόλι δεν τον πέτυχε στο κρέας.

Άμα διαβήκαμε το γεφύρι, ανεβαίνοντας να περάσουμε τα Καγκέλια, άρχισε μπουμπουνητό, αέρας μεγάλος κι ύστερα μια γερή βροχή και χαλάζι. Αλλ’ αγανακτισμένοι και κουρασμένοι όπως ήμασταν, δεν μας ένοιαζε.

Λέει ο Νότης:

– Φαίνεται ο Θεός μας οργίστηκε και θα μας αποσώσει. Ας πολεμήσουμε λοιπόν και με τα στοιχειά του.

Τρεις ώρες ακατάπαυτα βάσταξε η κακοκαιρία, όσο που φτάσαμε στον Πλάτανο…

* Αποσπάσματα από το βιβλίο του Θανάση Χαλαζιά «ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ: ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ Β’ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ –Από τα “Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833” του Νικολάου Κασομούλη»

Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr

* Τα κείμενα που φιλοξενούνται στη στήλη «Απόψεις» του thebest.gr απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων και όχι του portal.

Απόψεις
["\u03a0\u03ac\u03c4\u03c1\u03b1-\u0394\u03c5\u03c4\u03b9\u03ba\u03ae \u0395\u03bb\u03bb\u03ac\u03b4\u03b1","\u0398\u03b1\u03bd\u03ac\u03c3\u03b7\u03c2 \u03a7\u03b1\u03bb\u03b1\u03b6\u03b9\u03ac\u03c2","200 \u03a7\u03c1\u03cc\u03bd\u03b9\u03b1 \u0391\u03c0\u03cc \u03c4\u03b7\u03bd \u0388\u03be\u03bf\u03b4\u03bf \u03c4\u03bf\u03c5 \u039c\u03b5\u03c3\u03bf\u03bb\u03bf\u03b3\u03b3\u03af\u03bf\u03c5","\u039c\u03b5\u03c3\u03bf\u03bb\u03cc\u03b3\u03b3\u03b9 "]
826497
Follow us on Facebook
Follow us on Facebook

Απόψεις