CULTURE

/

Μιράντα Βατικιώτη: Μια συνέντευξη με αφορμή τις «Τέσσερις εποχές του κύριου Ανανία» - ΦΩΤΟ

Κοινοποίηση
Tweet

Μιλά με αφορμή το νέο της αστυνομικό μυθιστόρημα

Η συγγραφέας του αστυνομικού μυθιστορήματος «Οι τέσσερις εποχές του κυρίου Ανανία» που κυκλοφόρησε την περασμένη εβδομάδα από τις Εκδόσεις «Πικραμένος» μίλησε στη Νέλλη Βουτσινά για το νέο της βιβλίο. Πρόκειται για τη νεοεμφανιζόμενη στο χώρο του βιβλίου Μιράντα Βατικιώτη και το thebest.gr προσφέρει με χαρά στους αναγνώστες του την ενδιαφέρουσα αυτή συνέντευξη.

• Μια τριαντάχρονη γυναίκα, με σπουδές θεατρολογίας και μεταπτυχιακό από τη Φιλοσοφική Αθηνών, που αγαπά και ασχολείται με την τέχνη, το θέατρο και τον χορό, και επιπλέον γράφει.  Αυτοσχεδιασμός – κίνηση – σωματική έκφραση από τη μία, γραφή από την άλλη. Υπάρχει κάτι οξύμωρο ή αντιθετικό σε αυτό;

Πολύ καλή παρατήρηση, αλλά μάλλον στο βάθος δεν εντοπίζω τίποτα το αντιθετικό. Η αλήθεια είναι πως τόσο η παράσταση όσο και η γραφή είναι για μένα ένας ενιαίος χώρος, απ' όπου αντλώ υλικά για να παίζω. Μέσα απ' το παιχνίδι προκύπτουν ιστορίες, τις οποίες μοιράζομαι με άλλους παίχτες –είτε θεατές είτε αναγνώστες, είναι αναπόσπαστο μέρος της παρτίδας και απαραίτητη προϋπόθεση. Εν τέλει, είτε χορεύεις είτε γράφεις, στο τέλος πάντα μια ιστορία αφηγείσαι. Αυτό κάνω κι εγώ. Άλλοτε χρησιμοποιώντας τον λόγο κι άλλοτε αφήνοντάς τον απέξω, παίζω το παιχνίδι της αφήγησης.

• Ένα δεύτερο οξύμωρο: παίζεις θέατρο για βρέφη και γράφεις για φόνους. Πόσα οξύμωρα μπορείς να συνδυάσεις, ή μήπως αυτό δεν είναι οξύμωρο και έχει ρόλο συμπληρωματικό ή ανάλογο;

Πράγματι, εδώ και δύο χρόνια παίζω στην παράσταση «...μήπως ονειρεύομαι;», που είναι ειδικά σχεδιασμένη για βρέφη, δηλαδή ανθρώπους μέχρι 3 ετών. Το ότι έμεινα με τα βρέφη οφείλεται στο ότι με ιντριγκάρει τρομερά ο κόσμος στον οποίο ζουν, ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με τον οργανωμένο, συγυρισμένο και ανέραστο κόσμο που ζούμε —ή καλούμαστε να ζήσουμε— εμείς. Έχω μάθει πολλά απ' τη ματιά των πολύ μικρών ανθρώπων και σίγουρα με κάποιο τρόπο έχω επηρεαστεί απ' αυτούς. Τα βρέφη είναι άνθρωποι αποφασισμένοι και παθιασμένοι με έναν τεράστιο στόχο: να κατανοήσουν τον κόσμο. Εκείνο που βρίσκω συγκλονιστικό είναι το ότι, καθώς γι' αυτούς δεν υπάρχει προηγούμενη εμπειρία, οτιδήποτε τους συμβαίνει ή συλλαμβάνουν μέσω των αισθήσεών τους είναι σε τέτοιο βαθμό άγνωστο και καινούριο, που το μόνο που βλέπουν σ' αυτό είναι δυνατότητες. Για παράδειγμα, ένα μπρίκι μπορεί να είναι καπέλο, βαγόνι τρένου, κάλτσα ή μουσικό όργανο. Τους ζηλεύω που γι' αυτούς αυτή η διαδικασία είναι τόσο φυσική. Εμείς οι ενήλικες έχουμε τόσο πολύ κοπιάσει να μάθουμε τα «σωστά», που δυσκολευόμαστε να αναποδογυρίσουμε τον τρόπο σκέψης μας και να κάνουμε νέες διατυπώσεις. Έχω περάσει άπειρες ώρες να τους παρατηρώ και να κλέβω ιδέες. Το να κάνεις παρέα με τόσο μικρούς ανθρώπους είναι θησαυρός. Ένας θησαυρός, που σίγουρα με κάποιο τρόπο διοχετεύω στη συγγραφή. Άλλωστε, πώς θα εξιχνιάσεις ένα έγκλημα, αν δεν είσαι σε θέση να δεις τις δυνατότητες που σου παρέχει μια μαρτυρία ή η σκηνή του εγκλήματος; Ο νους καλείται να προπορεύεται των δεδομένων και μέσω της φαντασίας ν' αναζητά εκείνο που δεν είναι ορατό. Φαντασία. Επιστημονική, καλλιτεχνική, αστυνομική. Κι αν το σκεφτείς, εκείνο που αναζητούν τα βρέφη είναι η αλήθεια του κόσμου στον οποίο ζουν. Το ίδιο ψάχνει να βρει ο επιστήμονας, ο καλλιτέχνης, ο επιθεωρητής Γεώργιος Παπαδόπουλος.

• Η πρώτη σου εμφάνιση ήταν μια μικρή ιστορία μυστηρίου για παιδιά. Η δεύτερη ένα χορταστικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Όχι απλώς μεγάλη έκταση —που είναι ήδη ένα δύσκολο στοίχημα— αλλά και αστυνομική φόρμα. Και μάλιστα μια αστυνομική φόρμα που δείχνει να έχει «χωνέψει» πολλές από τις συμβάσεις του είδους. Ποια είναι τα στοιχεία που σε γοητεύουν ή σε έλκουν σ’ αυτή την περίφημη φόρμα του αστυνομικού;

Εδώ και αρκετά χρόνια, το στοιχείο του μυστηρίου είναι για μένα μονόδρομος στο γράψιμο. Ό,τι και να γράψω, πάντα κάτι θα υπάρχει που δεν ξέρουμε, κάτι θα μας διαφεύγει και θα περιμένει υπομονετικά ν' αποκαλυφθεί στην επόμενη στροφή, να τ' ανατρέψει όλα και να μας υποχρεώσει να κοιτάξουμε την ιστορία μ' άλλη ματιά. Εν ολίγοις, άμα δεν πεθαίνω απ' την αγωνία μου για το τι θα γίνει στη συνέχεια, δεν μπορώ να συνεχίσω να γράφω, το παρατάω. Εννοείται πως όταν ξεκίνησα να γράφω τις «Τέσσερις εποχές του κύριου Ανανία», ήξερα εξαρχής ποιος είναι ο δολοφόνος, πώς το έκανε και γιατί. Αλλά μέχρι εκεί. Από 'κει και πέρα δεν ήθελα να ξέρω πώς θα εξελιχθεί η ιστορία και ποια στοιχεία θα με οδηγήσουν στα ίχνη του δολοφόνου. Δεν ξέρω κατά πόσο έχω «χωνέψει» τις συμβάσεις του είδους, αλλά γράφοντας φροντίζω να περνάω πρώτη απ' όλους εγώ μεγάλη αγωνία. Άμα βλέπω πως πάει η κατάσταση να ηρεμήσει ή να γίνει προβλέψιμη, αλλάζω γρήγορα τροχιά και ψάχνω να βρω τρόπους να εκπλήξω τον εαυτό μου. Είναι όλα ανοιχτά. Σ' αυτό βοηθούν πολύ οι χαρακτήρες του βιβλίου. Ο τρόπος που η ψυχοσύνθεσή τους μου αποκαλύπτεται σταδιακά είναι κάτι που με γοητεύει τρομερά! Κρέμομαι απ' τα χείλη τους και διαρκώς αναρωτιέμαι πού θα το πάνε ή αν θα πέσει το μάτι τους εκεί που πρέπει. Γράφοντας τους βλέπω να ζωντανεύουν και να παίρνουν πρωτοβουλίες. Από μια άποψη εκείνοι είναι που κινούν την ιστορία κι εγώ φροντίζω να εμπιστεύομαι πως θα βρουν τον δολοφόνο. Αυτό συμβαίνει και στο θέατρο όταν πλάθεις έναν χαρακτήρα. Επινοείς δυο-τρία χαρακτηριστικά και στη συνέχεια, μέσω του αυτοσχεδιασμού, τον παρατηρείς να εξελίσσεται – εκείνος σε οδηγεί κι εσύ ακολουθείς. Όπως καταλαβαίνεις, δεν προσπάθησα να στήσω ένα συμμετρικό αστυνομικό μυθιστόρημα με έντονο σασπένς, αλλά να απολαύσω το παιχνίδι που δημιουργείται. Κι ίσως τελικά αυτό με έλκει και με γοητεύει σ' αυτό το λογοτεχνικό είδος: σου χαρίζει απλόχερα το δώρο της απρόβλεπτης έκβασης.

• Επιμένω στην παρατήρηση σχετικά με το «χώνεμα» των συμβάσεων του είδους. Επειδή όχι μόνο δείχνεις να κινείσαι άνετα μέσα σ’ αυτές, αλλά τους βγάζεις ελαφρώς και τη γλώσσα, δείχνοντας τη διάθεση να μην αφήσεις τίποτα όρθιο. Είτε αυτά είναι τα κακώς κείμενα της καθημερινότητας, είτε είναι οι αδυναμίες και τα κενά μιας επαγγελματικής πραγματικότητας, είτε είναι οι ίδιοι σου οι ήρωες, με πρώτο και καλύτερο τον αμφιλεγόμενο και αινιγματικό, ακόμα και μετά το πέρας του βιβλίου, τον Γιώργο Παπαδόπουλο.

Όσον αφορά την καθημερινότητα, όλα ξεκίνησαν όταν αποφάσισα πως η πλοκή θα τοποθετηθεί χρονικά στην Ελλάδα του σήμερα. Ήθελα να έχω κάποια σημεία αναφοράς – τι καιρό κάνει, τι πολίτευμα έχουμε κ.ο.κ. Ωστόσο, η καθημερινότητα είναι ζωντανός οργανισμός και μέσω του συγγραφικού αυτοσχεδιασμού έβαλε την καθοριστική πινελιά της στην πλοκή. Είχα, νομίζεις, εγώ καμία όρεξη να ψάχνουν οι χαρακτήρες δέκα ώρες να παρκάρουν ή να ασχολείται ο Παπαδόπουλος με τις κλεμμένες πινακίδες του κύριου Παπακανάκη, επειδή δεν μπορούν δύο δημόσιες υπηρεσίες να συνεννοηθούν μεταξύ τους; Εγώ ένα μυστήριο ήθελα να λύσω, αλλά τελικά έστησα έτσι την παρτίδα που τα στοιχεία της πραγματικότητας έδωσαν άλλες ποιότητες και άλλες δυναμικές, με τον ίδιο τρόπο που άφησα να συμβεί μέσω των χαρακτήρων που δημιούργησα. Πέρα απ' αυτό, δεν αναλαμβάνω καμία άλλη ευθύνη και δεν χωνεύω καμία σύμβαση. Έβαλα τους κανόνες στο παιχνίδι και τους άφησα να μαγειρέψουν την πλοκή. Αυτό είναι όλο.

Όσον αφορά τον Παπαδόπουλο, δοκίμασα να πειραματιστώ με έναν επιθεωρητή όσο το δυνατόν πιο νεαρό σε ηλικία, με σύγχρονες απόψεις και σύγχρονα προβλήματα. Έτσι, μου προέκυψε ένας τύπος που κάνει γιόγκα και τάι-τσι, χρησιμοποιεί τον διαλογισμό στη δουλειά του, προσπαθεί να τρώει υγιεινά, να κόψει τη ζάχαρη και το κάπνισμα και ανησυχεί μήπως δεν είναι αρκετά κοινωνικός. Επίσης, παρ' όλο που είναι ένας άνθρωπος πολύ σκληρός κι απόλυτος στη δουλειά του, στην προσωπική του ζωή ο μεγαλύτερος εχθρός του είναι η μάνα του που απορρίπτει διαρκώς τις επιλογές του, του δίνει τάπερ με φαγητό για το σπίτι και ανησυχεί που στα σαράντα του είναι ακόμα ανύπαντρος. Το ότι και μετά το πέρας του βιβλίου παραμένει «αινιγματικός κι αμφιλεγόμενος» είναι γιατί ακόμα έχει πολλά να πει και να αποκαλύψει ως χαρακτήρας. Άλλωστε, καθώς ο ίδιος είναι ο αφηγητής, δεν είναι υποχρεωμένος να ανοίξει όλα τα χαρτιά του και σε κάποια επίπεδα αρκείται σε υπαινιγμούς.

 

• Γιατί Γιώργος Παπαδόπουλος;

Δεν υπάρχει πιο κοινότυπο όνομα, αλλά δεν είχα άλλη επιλογή. Να εξηγηθώ. Έχω μεγάλο φετίχ με τα ονόματα των ηρώων μου και πάντα σπαταλάω πολύ χρόνο ψάχνοντας ευφάνταστους τρόπους ώστε να καταλήξω σε ένα ονοματεπώνυμο. Το πρώτο όνομα που ξεκίνησα να ψάχνω ήταν το όνομα του θύματος και σκέφτηκα να αφήσω τον ΟΤΕ να αποφασίσει για μένα. Μπήκα στην ιστοσελίδα του τηλεφωνικού καταλόγου και (με πολλή χαρά για την ιδέα μου) μπήκα στη φόρμα όπου κάνεις αντίστροφη αναζήτηση – γράφεις, δηλαδή, το νούμερο του σταθερού τηλεφώνου και σου βγάζει σε ποιον ανήκει. Γράφω, λοιπόν, ένα νούμερο στην τύχη, πατάω enter και μου βγάζει πως δεν βρέθηκαν αποτελέσματα. Εντάξει. Προσπάθεια δεύτερη. Το ίδιο. Τρίτη, τέταρτη, πέμπτη. Το ίδιο. Ανησύχησα. Δεν το χωρούσε ο νους μου πως ήταν αδύνατον να πετύχω έστω και μία φορά κάποιο που να υπάρχει. Συνέχισα να προσπαθώ με πείσμα και τελικά άρχισα να καταλήγω [ως κάτι άρρωστο και διεστραμμένο συμβαίνει με τους αριθμούς των σταθερών τηλεφώνων. Κι όπως βλέπω το καταπληκτικό παιχνίδι μου να ναυαγεί, κοιτάζω τη φόρμα αναζήτησης και γράφει πάνω πάνω οδηγίες συμπλήρωσης: «Πληκτρολογήστε τον αριθμό ή το ονοματεπώνυμο που σας ενδιαφέρει, π.χ. Σωτήρης Βαλβάνης.» Το πτώμα που εντοπίζεται στην παραλία του Αγίου Βασιλείου ανήκει στον Σωτήρη Βαλβάνη. Τόσο απλά. Αλλά μετά, λες και το πήρα από φόβο, είπα να δώσω στον πρωταγωνιστή επιθεωρητή το πιο κοινότυπο όνομα του κόσμου να τελειώνουμε: Γιώργος Παπαδόπουλος.

• Τι ακριβώς σημαίνει «η ενασχόλησή της με τη λογοτεχνία ξεκίνησε από πολύ μικρή ηλικία, κι έκτοτε δεν σταμάτησε ποτέ». Πότε και πώς ξεκίνησε η σχέση σου με τη γραφή;

Γράφω απ' όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, κι εννοώ από το δημοτικό. Ως μοναχοπαίδι έχω περάσει άπειρες ώρες σιωπής και πλήξης, και το γράψιμο ήταν τρομερή διέξοδος. Ξεκίνησε από ένα ημερολόγιο που μου είχαν χαρίσει, στο οποίο μου εξήγησαν πως ξεκινάς γράφοντας «Αγαπητό μου ημερολόγιο» και μετά του λες τι έκανες όλη μέρα, τι έφαγες, πού πήγες, τι ένιωσες, τι σκέφτηκες. Το έκανα, λοιπόν, κι εγώ, κι υποθέτω πως ήταν ένας ωραίος τρόπος να μάθει το παιδί να εκφράζεται και να έρχεται σε επαφή με τον εαυτό του. Αλλά από ένα σημείο και μετά, επειδή μου φαινόταν εξαιρετικά βαρετό το να περιγράφω το παστίτσιο ή τι παίξαμε στο σχολείο, άρχισα να γράφω στο αγαπητό μου ημερολόγιο ατελείωτα ψέματα. Αυτό ήταν συναρπαστικό! Μπορούσα να γράφω ό,τι μου κατέβει στο μυαλό! Το θυμάμαι ως μια συγκλονιστική αίσθηση ελευθερίας. Στην πορεία έβγαλα απ' τη μέση το «αγαπητό μου ημερολόγιο», άρχισα να βγαίνω απ' το πλαίσιο της δικής μου καθημερινότητας και άρχισα, εκτός από ψεύτικες ιστορίες, να φτιάχνω και ψεύτικους χαρακτήρες. Το τελευταίο στάδιο ήταν που έπαψα να είμαι εγώ ο αφηγητής, αλλά κάποιος άλλος –πάντα, όμως, έγραφα σε πρώτο πρόσωπο. Και κάπως έτσι εξηγείται, φυσικά, το ότι στις «Τεσσερις εποχές του κύριου Ανανία» η αφήγηση είναι σε πρώτο πρόσωπο από τον Παπαδόπουλο. Κάποιες συνήθειες δεν κόβονται εύκολα.

• Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συγγραφείς αστυνομικού;

Για να πω την αλήθεια, δεν έχω διαβάσει συστηματικά αστυνομικό. Άπαντα Πέτρου Μάρκαρη και Henning Mankel, αλλά από 'κει και πέρα σποραδικά ό,τι μπορεί να πέσει στα χέρια μου. Οι δύο αυτοί πάντως με κέρδισαν κι έτσι εξηγείται το ότι δεν έχω χάσει ούτε ένα επεισόδιό τους. Με κέρδισε το ότι τόσο ο Βαλάντερ όσο και ο Χαρίτος είναι ανάγλυφοι χαρακτήρες, ζωντανοί και σε καλούν να παρακολουθήσεις με αγωνία τις περιπέτειές τους.

 

• Και το μυστήριο του βιβλίου μοιρασμένο σε δυο πόλεις, αλλά κι εσύ κατά κάποιο τρόπο. Πώς υπάρχουν αυτές οι δυο πόλεις μέσα σου;

Πάτρα και Αθήνα. Μέχρι τα 18 μου είχα βαρεθεί ν' ακούω από τους μεγαλύτερους την ατάκα που είχε γίνει σούπα: «Τα καλύτερα χρόνια είναι τα φοιτητικά». Θεωρούσα πως επρόκειτο για κάποια συνωμοσία για να μας κάνουν όλους επιστήμονες. Και τελικά κατέληξα να την έχω πει κι εγώ ουκ ολίγες φορές. Τα 5 χρόνια που πέρασα ως φοιτήτρια στην Πάτρα ήταν συγκλονιστικά. Και φυσικά δέθηκα πολύ μ' αυτήν την πόλη. Αν κι έχω χρόνια να την επισκεφθώ, νιώθω πως μου ανήκει ένα μερίδιο πατρινής καταγωγής.

• Προβλέπεται συνέχεια;

Η συνέχεια συμβαίνει τώρα! Είμαι στα έγκατα της συγγραφής του δεύτερου βιβλίου, στο οποίο ο Παπαδόπουλος και ο Αλεξάκης έχουν μπλέξει με μια υπόθεση που δεν αστειεύεται. Εδώ ο αντίπαλος είναι πολύ οργανωμένος και τρομερά έξυπνος και φοβάμαι μην τους ξεφύγει. Αλλά, ευτυχώς η τελειομανία του Παπαδόπουλου μου δίνει κουράγιο, οπότε σύντομα θα έχουμε σύλληψη. Επίσης, υπάρχει και τρίτο βιβλίο στα σκαριά: μια άλυτη υπόθεση που βασανίζει από χρόνια τον Παπαδόπουλο (κάθε επιθεωρητής που σέβεται τον εαυτό του έχει στο ιστορικό του έναν δολοφόνο που του ξέφυγε!) και σκοπεύω σε κάποια στιγμή να ρίξω φως κι εκεί.

Κοινοποίηση
Tweet

Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr

Σχόλια

Culture