Back to Top
#TAGS ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ Αιγιάλεια Στερεοτυπάκια Κορωνοϊός Εύα Καϊλή Νάσος Νασόπουλος Ρούλα Πισπιρίγκου
Αγγελίες
Μην ψάχνεις, βρες στο
THE BEST

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

/

Πάτρα: Η θρυλική ΑΛΑΜΠΡΑ- Ο δημιουργός των περίφημων σάντουιτς και της ξακουστής μουστάρδας αφηγείται...

Πάτρα: Η θρυλική ΑΛΑΜΠΡΑ- Ο δημιουργός τ...

Από το Βιβλίο της Γιώτας Κοντογεωργοπούλου, "Ιστορίες Εστίασης στην Πάτρα του 20ου αιώνα" (ΣΚΕΑΝΑ, το δόντι)

 Αφηγείται ο Θανάσης Σολωμός

«Το μαγαζί αυτό πριν τη  δικτατορία  του Μεταξά, ήτανε  σχολείο. Γύρω στα 1942  έγινε  καφενείο, το είχε θυμάμαι  ο κυρ Κώστας και η γυναίκα του η Κατίνα. Μετά το πήρε  ένας Γιαχόπουλος και στη συνέχεια η  αστυνομία που το έκανε λέσχη της. Εκεί δίπλα από τη λέσχη της αστυνομίας που ήταν στο μεγάλο το μαγαζί,  υπήρχε  και μια υπόγεια αποθήκη. Λέω του συγχωρεμένου του συνεταίρου μου του Νίκου του Αγγελογιαννόπουλου που o πατέρας του είχε το περίπτερο στα Ψηλά Αλώνια από το 1929, “δεν την κάνουμε την αποθήκη καφενείο;” Tου άρεσε η ιδέα.

Είπαμε τότε στα παιδιά στη λέσχη, “ρε παιδιά να πάρουμε την πλατεία να τη δουλεύουμε να φτιάξουμε την αποθήκη ένα μικρό μαγαζί και να το λειτουργήσουμε σαν καφενείο;” Μας είπανε “πάρτε το,  εμείς δεν πάμε σαν αστυνομία να σερβίρουμε στην πλατεία ”. Πήγαμε τότε και βρήκαμε τον Κώστα τον Γκολφινόπουλο και μας το έδωσε το υπόγειο και τo νοικιάσαμε.

Το Μάρτιο του  1966, κάναμε τα εγκαίνια.  Μείναμε εκεί γύρω στα 6 χρόνια. Δίπλα ήταν το καλοκαιρινό σινεμά η “Αλάμπρα”. Όλοι λοιπόν όταν θέλανε να πούνε για μας, λέγανε “πάμε  δίπλα στην Αλάμπρα” και έτσι μας έμεινε το όνομα. 

Στη συνέχεια η λέσχη έφυγε και πήγε Γεροκωστοπούλου. Βρήκαμε τότε την ευκαιρία και του λέμε του Γκολφινόπουλου “θα το πάρουμε εμείς το μαγαζί. Μας απαντάει “το δικαιούστε” και μας το έδωσε με ένα μικρό ενοίκιο. Και έτσι το ένα το μικρό το κάναμε ψησταριά με σουβλάκια και το μεγάλο το κάναμε  καθαρό καφενείο.

Εγώ τότε έφταχνα σάντουιτς. Η Πάτρα το ΄70  δεν ήξερε τι θα πει σάντουιτς. Μου ήρθε η ιδέα και πήγα σε ένα φούρνο εδώ πέρα του Σταρίδη που λέγανε και του είπα “θέλω να μου βγάλεις ένα ψωμί τόσο μακρύ που θα το κόβω στη μέση και θα το φτιάχνω σάντουιτς. Μου το έφτιαξε λοιπόν και έγραψα κσι εγώ μια ταμπέλα έξω από το μαγαζί που έλεγε “το χωριάτικο σάντουιτς” και το πούλαγα τόσο φτηνά που να φανταστείς ερχόσαντε από το Ρίο με μηχανάκια και αρχινάγανε και λέγανε “βάλε πέντε, βάλε δέκα...”

Στο σάντουιτς έβαζα πρώτα πρώτα τζατζίκι. Μετά δύο μουρταδέλες, δύο κομμάτια τυρί, μια τυρόπιτα, ένα κεφτεδάκι, πατάτες και μετά το πλάκωνα στη  μουστάρδα πάνω. Το είχα κάνει σαν συνεργείο το μαγαζί. Είχα έναν άνθρωπο που ερχότανε το πρωί στις 7 και αρχινάγαμε και φτιάχναμε τυροπιτάκια. Κάναμε 1.000 τυροπιτάκια την ημέρα. Γινότανε χαμός. Περιμένανε όρθιοι ο κόσμος να κάτσουνε αν αδειάσει τραπέζι.

Και το σουβλάκι εμείς  το ξεκινήσαμε  και τις τηγανητές πατάτες. Και το ρολό το χοιρινό που το έκοβα φέτες. Τα είχα μάθει στρατιώτης που ήμουνα σε λέσχη και μετά είχα δουλέψει σε διάφορα μαγαζιά και έβλεπα.  Ήταν όλα αυτά  τόσα φτηνά που ήτανε για όλους.

Διάσημη ήτανε τότε και η μουστάρδα της “Αλάμπρας”. Με βλέπουν στο δρόμο ακόμη και μου λένε, αυτή τη μουστάρδα θα μας την πεις πώς την έκανες; Έβαζα σκόνη την μουστάρδα Μπράβο που ήτανε πολύ κίτρινη. Σημασία είχε να μην κάνεις τσιγγουνιά στη σκόνη και να έχεις καλό ξύδι. Έβαζα μουστάρδα και σε πλαστικά ποτηράκια που είχανε μαζί τους τα παιδιά και τα παίρνανε μαζί τους.

Με τον συνέταιρό μου, τον αξέχαστο το Νίκο τον Αγγελογιαννόπουλο τα πήγαμε πολύ καλά. Ήταν πολύ καλός και πολύ τίμιος άνθρωπος. Εκείνος δεν ήξερε να μαγειρεύει. Είχε αναλάβει το ταμείο. Κράταγε τα λεφτά. Καμιά φορά παίρναμε στη δουλειά κανα φοιτητή για να βγάλει το χαρτζιλίκι του. Και λέγαμε  απόψε θα έρθουνε να δουλέψουνε τρεις φοιτητές τρεις  ωρούλες. Μετά έρχονταν άλλα παιδιά και αλλάζανε.

Πριν λίγα χρόνια λοιπόν ήμουνα με τη γυναίκα μου στο Μόναχο και βγαίνουμε από μια εκκλησία και ήτανε κανά τεσσάρι παιδιά φοιτητές και  φωνάζανε  «Αλάμπρα φτιάξε μας πέντε σάντουιτς».

Από το μαγαζί βγήκανε πολλά και καλά παιδιά.  Και ποτέ δεν παρεξηγήθηκα με πελάτη. Τους πρόσεχα πολύ τους πελάτες μου. Από το  μαγαζί φύγαμε το 2.000. Κουράστηκα πιά, γέρασα εκεί μέσα. Μπήκα 25 χρονών παιδί και βγήκα 70 χρονών γέρος. Ήμουνα μαγαζί σπίτι, σπίτι μαγαζί. Κατέβαινα θυμάμαι στην πλατεία και κοίταγα σαν να ήμουνα βλάχος, δεν είχα συνηθίσει να βγαίνω έξω να πηγαίνω παραπέρα.

Τώρα που κάνω ταμείο βλέπω ότι έχω δουλέψει σαν το σκυλί από μικρός. Κοιμόμουνα μια ώρα την ημέρα. Έκανα πολλές  δουλειές του ποδαριού. Έχω γυαλίσει παπούτσια, έχω πουλήσει κουλούρια, πάγο, μετά γκαρσόνι ... έβγαζα λεφτά. Εδώ στα Ψηλά Αλήνια μέχρι μύγδαλα πούλαγα όταν ήμουνα πιτσιρικάς. Δούλευα από το 1953 σαν καφετζής Γούναρη και Αγίου Ανδρέου.  Το 1955  πήγα στρατιώτης. Όταν  πήγα σε μια τράπεζα 2.000 δραχμές που είχα μαζέψει, με  κοίταζε ο  Ζούπας που ήτανε διευθυντής και έλεγε “αυτός τα έχει κλέψει". Του φαινότανε περίεργο ένα παιδί 20 χρονών να έχει τόσα λεφτά μαζέψει. Του είπα την ιστορία πώς ξεκίνησα ξυπόλητος από το χωριό μου τη Δημητσάνα και μου λέει “ήμουνα έτοιμος να πάρω την Ασφάλεια τηλέφωνο”.

Αλλά και μετά, δεν έζησα σαν άνθρωπος. Δεν έφαγα με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου, δεν έκανα Πάσχα, δεν έκανα γιορτές. Σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι. Στην “Aλάμπρα» πέρασα όλη μου τη ζωή».

Μάγειρας και στο στρατό ο μετέπειτα δημι...

Μάγειρας και στο στρατό ο μετέπειτα δημιουργός των περίφημων σάντουιτς των Υψηλών Αλωνίων (αρχείο Θανάση Σολωμού).

Ο Νίκος Αγγελογιαννόπουλος στο ταμείο τη...

Ο Νίκος Αγγελογιαννόπουλος στο ταμείο της «Αλάμπρα» (αρχείο Θανάση Σολωμού).

Περίοδος αποκριάς. Ο Θανάσης Σολωμός καθ...

Περίοδος αποκριάς. Ο Θανάσης Σολωμός καθιστός (αρχείο Θανάση Σολωμού).

Ο Θανάσης Σολωμός με το δίσκο καλοκαίρι ...

Ο Θανάσης Σολωμός με το δίσκο καλοκαίρι βράδυ, εν ώρα εργασίας (αρχείο Θανάση Σολωμού).

Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr

Ειδήσεις