CULTURE

/

Πάτρα: Το εξαιρετικό "Jimmy΄s Hall" στις προβολές της Κινηματογραφικής Λέσχης

Κοινοποίηση
Tweet

Την Δευτέρα στα Ster Cinemas

Μια εξαιρετική ταινία περιλαμβάνεται στις προβολές της Κινηματογραφικής Λέσχης Πάτρας τη Δευτέρα 16.2.2015 στο Ster Cinemas. Πρόκειται για το "Jimmy΄s Hall" του Κεν Λόουτς σε τρεις προβολές 6.00, 8.15 και 10.30.

 

Σκηνοθεσία:Κεν Λόουτς

Σενάριο: Πολ Λάβερτι, έργο του Donal O'Kelly

Ηθοποιοί: Μπάρι Γουόρντ, Σιμόν Κίρμπι, Φράνσις Μαγκί.

Φωτογραφία: Robbie Ryan

Μουσική: George Fenton

Μοντάζ: Jonathan Morris

Χώρα: Αγγλία, Ιρλανδία (Έγχρωμη)

Διάρκεια: 109΄

 

Πρώτη προβολή: Ώρα 6.00 μ.μ..

Δεύτερη προβολή: Ώρα 8.15 μ.μ.

Τρίτη προβολή: Ώρα 10.30 μ.μ.

 

Ιρλανδία, 1932: ο Τζέιμς Γκράλτον επιστρέφει στη φάρμα του ύστερα από δέκα χρόνια εξορίας στην Αμερική κι επιχειρεί να επαναλειτουργήσει την εγκαταλελειμμένη αίθουσα χορού-πνευματικό κέντρο που ο ίδιος είχε φτιάξει. Οι νέοι της περιοχής θα τον υποστηρίξουν, θα βρει όμως απέναντί του την εκκλησία και τις αρχές.

 

Στρατευμένος, συγκινητικός, λιτός και ανθρώπινος Κεν Λόουτς, σε μία από τις τρυφερά ήσσονες στιγμές της φιλ­μογραφίας του. Με ξεκάθαρους ρόλους καλών και κακών, το «Jimmy’s Hall» κάνει τη μανιχαϊστική λογική του να φα­ντάζει ναΐφ, ο Βρετανός σκηνοθέτης όμως την υποστηρίζει με αφηγηματική ειλικρίνεια που αφοπλίζει. Το Jimmy’s Hall είναι μια δυνατή ταινία, με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. The Guardian

 

Η 24η ταινία μυθοπλασίας του Loach βρίσκει τον ακτιβιστή σκηνοθέτη να ασχολείται με οικεία θέματα ατομικής ελευ­θερίας, θεσμικής καταπίεσης και τη δύναμη της συλλογικής οργάνωσης, ποτισμένα με ένα γλυκό ρομαντισμό που ανυ­ψώνει την ταινία χωρίς να φτηναίνει το θέμα της. Variety

 

O πολιτικοποιημένος και ανθρωπιστής σκηνοθέτης από την Ιρλανδία επιστρέφει με την τελευταία ταινία του και μας διηγείται μια συγκλονιστική, αληθινή ιστορία που διαδρα­ματίζεται μετά το αριστούργημά του «Ο Άνεμος Χορεύει το Κριθάρι» (Χρυσός Φοίνικας, 2006). Σε συνεργασία με τον σπουδαίο σεναριογράφο Paul Laverty (πιστό του συνεργάτη εδώ και χρόνια), ο Ken Loach φτιάχνει μια διαχρονική και συγκινητική ταινία αναδεικνύοντας τον προσωπικό αγώνα, την αυτοθυσία και την αλληλεγγύη. Μέσα στην «αίθουσα του Jimmy», οι πρωταγωνιστές της ταινίας χορεύουν σε ήχους τζαζ και σουίνγκ, γελούν και διασκεδάζουν, εκφράζοντας έτσι την ελευθερία του πνεύματος και της ζωής.

Ιρλανδία, 1921. Ο Jimmy Gralton χτίζει έναν χώρο, όπου οι νέοι μπορούν να παρακολουθήσουν μαθήματα, να συζητή­σουν, να ονειρευτούν και πάνω από όλα να χορέψουν. Η εκκλησία όμως και ορισμένοι πολιτικοί έχουν αντιρρήσεις και ο Jimmy αναγκάζεται να φύγει από τη χώρα. Η αίθουσα χορού κλείνει και εγκαταλείπεται. Δέκα χρόνια μετά, ο Jimmy επιστρέφει από την Αμερική, αποφασισμένος να φροντίσει τη μητέρα του και να κάνει μια ήσυχη ζωή. Η αίθουσα χορούείναι πια ένα ερείπιο και η κοινότητα πείθει τον Jimmy να την ανακαινίσει. Για δεύτερη φορά, ο Jimmy θεωρείται επικίνδυ­νος και μπορεί να χάσει τα πάντα…

 

Ο Κεν Λόουτς έχτισε μια «αίθουσα χορού» μέσα στην κινη­ματογραφική αίθουσα αποδεικνύοντας περίτρανα τη λαϊκή ρήση: build it and they will come. Γιατί σείστηκε το Palais από τα ρυθμικά χειροκροτήματα και έναν αφυπνισμένο πολιτικό ρομαντισμό.

Κομητεία Λέιτριμ, 1932. Δεκατρία χρόνια μετά τον πόλεμο με τους Βρετανούς για την αυτονομία και δέκα μετά τον αιματηρό Εμφύλιο ανάμεσα σε όσους συμφώνησαν με τους όρους των Αγγλων και όσους ένιωσαν πικρή την ήττα και το ξεπούλημα, η χώρα προσπαθεί να ξανασταθεί στα πόδια της, ανεξάρτητη, ελεύθερη, με νέες ιδέες. Οι εξόριστοι επιστρέ­φουν στα σπίτια τους. Ανάμεσά τους κι ο Τζίμι Γκράλτον, ο χαρισματικός ηγέτης της Αριστεράς, ο οποίος το 1920 είχε στήσει το «Pearse-Connolly Hall» (το όνομα ήταν φόρος τιμής στους αρχηγούς του Easter Rising, Πάτρικ Πιρς και Τζέιμς Κόνολι). Ο Γκράλτον είχε βάλει προσωπικά του χρήματα για την κατασκευή του, όμως το πολιτιστικό αυτό κέντρο άνηκε ολοκληρωτικά στην κοινότητα - τους κατοίκους που το έχτι­σαν από τα θεμέλια, τους πολίτες που το λειτουργούσαν. Το πρωί ήταν εκπαιδευτήριο (μαθήματα λογοτεχνίας, ποίησης, ζωγραφικής) και γυμναστήριο. Τα βράδια μεταμορφωνόταν σε αίθουσα χορού.

Επιστρέφοντας από την Νέα Υόρκη, μ’ ένα γραμμόφωνο, και τζαζ & σουίνγκ βινύλια στις αποσκευές του, ο Γκράλτον το βρίσκει ερείπιο. Ο ίδιος δε θέλει πλέον μπλεξίματα με την εξουσία. Θέλει να αποσυρθεί στο πατρικό του, να φροντίσει την μάνα του που τον στερήθηκε, να καλλιεργήσει ξανά το χορταριασμένο χωράφι του πατέρα του. Μόνο που οι νέοι άνθρωποι και οι παλιοί του σύντροφοι έχουν άλλη γνώμη: τον πείθουν να το ανακαινίσουν και να λειτουργήσει ξανά. Η κοινότητα ενώνεται και πάλι κάτω από έναν νέο σκοπό. Ολοι βάζουν προσωπικό χρόνο, κόπο και όραμα. Αυτό όμως τρομάζει συθέμελα τους προύχοντες, ξεκινώντας από την Εκκλησία: επιστημονική γνώση, πολιτική σκέψη, χορός; Ποιος έχει το δικαίωμα να ξεσηκώνει το λαό σε τέτοιες επι­κίνδυνες συμπεριφορές; Πόσο θα μπορέσει να αντισταθεί ο Τζίμι (και το Jimmy’s Hall όπως μετονομάστηκε) που τώρα τον εκδιώκουν ως «αντίχριστο»; Πόσο οι φίλοι, οι κάτοικοι, οι συναγωνιστές του, οι οποίοι πλέον δεν είναι αυτόνομοι νέοι - έχουν οικογένειες, μαγαζιά, χρέη, υποχρεώσεις; Αξίζει να παλέψει κανείς, να χάσει εκ νέου τα πάντα, για ... μία αίθουσα χορού;

Οπως και οι αδελφοί Νταρντέν με το «Δύο Μέρες, Μία Νύ­χτα», έτσι κι ο Κεν Λόουτς υφαίνει την απόλυτα απαραίτητη στις μέρες μας πολιτική ταινία. Μία ταινία που αναζητά να ξυ­πνήσει την ρημαγμένη ανθρώπινη αξιοπρέπεια, να αναστήσει την χαμένη συλλογική συνείδηση, να αναδομήσει (για τους ίδιους συμβολικούς λόγους που κι ο Γκράλτον ανακαινίζει το «Jimmy’s Hall») την διαπροσωπική μας αλληλεγγύη, τον αφανισμένο μας κοινωνικό ιστό.

Παρακολουθούμε μία ταινία εποχής, για το ιστορικό παρελ­θόν μίας ξένης χώρας, με άλλες δομές και προβλήματα από τα δικά μας. Ομως, η ταινία δεν είναι καθόλου παλιά, ούτε η ιστορία της, δυστυχώς, ξεπερασμένη. Τα θέματα είναι το ίδιο κατεπείγοντα, οικεία, αναγνωρίσιμα. Ο τρόπος που η εξουσία επιβάλλεται σκορπώντας φόβο και αφορισμούς («Ή τον Χριστό ή τον Γκράλτον» κυρήσσει από τον άμβωνα ο τοπικός ιερέας), δαιμονοποιώντας ως «λαϊκιστές», «κομμουνιστές», «εχθρούς της ειρήνης» όσους απειλούν την συντήρηση του καθεστώτος τους. Προσφέροντας εκβιαστικά τρόπους να σε σώσει από την καταστροφή που σου έχει επιβάλλει: «αν υποσχεθείς ότι δε θα ξαναχτίσεις το ‘’Jimmy’s Hall’’ μπορείς να μείνεις στο σπίτι σου, στα τελευταία χρόνια της μάναςσου, να ζήσεις μία ήσυχη ζωή...»

«Μήπως φταίω εγώ;» αναρωτιέται η φιλήσυχη, πρώην δασκά­λα, μητέρα του Τζίμι. «Μήπως φταίω που όταν ήταν μικρός του έδωσα βιβλία να διαβάσει; Που τον έμαθα να σκέφτεται και να μη φοβάται να λέει τη γνώμη του; Σήμερα που τον καταδικάζετε ξανά για τις ιδέες του, μήπως πρέπει κι εγώ να απολογηθώ; Αυτές τις εποχές, νιώθω ότι δε χάνω μόνο για πάντα το γιο μου. Αλλά κάτι πολύ περισσότερο...»

Η καριέρα των Λόουτς-Λάβερτι ήταν πάντα συνεπής στην αριστερή πολιτική σκέψη, σε έναν λόγο που πάλλεται και αντιστέκεται και βροντοφωνάζει. Το «Jimmy’s Hall» όμως, παρόλο που δεν λέει κάτι πρωτότυπο ή καινούργιο, κατα­φέρνει κάτι πολύ σημαντικό για το σήμερα: όσο η βοή της υπερπληροφορίας των media έχει θολώσει το τοπίο και έχει μεταλλάξει, απαξιώσει, ευτελίσσει τη σοσιαλιστική σκέψη και τη λαϊκή αξιοπρέπεια σε “λαϊκίστικη” προσβολή, ο Λό­ουτς επαναπροσδιορίζει το πολιτικό πλαίσιο με ψυχραιμία, ευαισθησία, ψυχή κι ακλόνητη λογική.

«Κι εγώ Πιστεύω» δηλώνει σε μία νηφάλια αντιπαράθεση με τον ιερέα, ο Γκράλτον. «Πιστεύω σε μένα, στο γείτονά μου, στο φίλο μου, στον συναγωνιστή μου. Γιατί σας τρομάζει ένα πολιτιστικό κέντρο; Εμείς το μόνο που θέλουμε είναι να μιλάμε, να ακούμε, να μαθαίνουμε, να χορεύουμε και να γελάμε...»

Το «Oh Captain, my Captain» τέλος βρήκε τους συνήθως κυνικούς και βαριεστημένους δημοσιογράφους του Palais, όχι απλά να χειροκροτούν. Αλλά να μην σταματάνε. Και όσο οι σουίνγκ μουσικές των τίτλων τέλους συνεχίζονταν, τόσο τα χειροκροτήματα γινόντουσαν ρυθμικά παλαμάκια, ενθουσιώδεις κραυγές και συγκινημένο γέλιο. Τόσο ανάγκη έχουμε να βλέπουμε τις ρομαντικές ιδέες μίας συλλογικής κοινωνίας στην οθόνη; Τόσο έτοιμοι είμαστε να σηκωθούμε για τον πρώτο χορό; Πού είχαμε αυτή την μελωδία κρυμμένη στην καθημερινότητά μας, όπου διχασμένοι μοιάζει να μη συμφωνούμε σε τίποτα;

Αυτή είναι η μαγεία του σινεμά. Κι ενός ανθρωπιστή σκη­νοθέτη. Γιατί σήμερα, ο Λόουτς έχτισε μια αίθουσα χορού μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα κι απέδειξε περίτρανα τη λαϊκή ρήση: build it and they will come.

ΠΟΛΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ

ΚΕΝ ΛΟΟΥΝΤΣ

Γεννήθηκε το 1936 στην Αγγλία. Σπούδασε Νομικά στην Οξφόρδη αλλά κατέληξε στο θέατρο. Έχει κάνει ταινίες για την τηλεόραση. Έχει κερδίσει Βραβεία σε Φεστιβάλ για τις ταινίες του.

Κοινοποίηση
Tweet

Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr

Σχόλια

Culture