Η λήξη της New START τις αφήνει χωρίς περιορισμούς
Για περισσότερο από πέντε δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση - και μετά το 1991 η Ρωσία - διατήρησαν ένα πλέγμα συμφωνιών που περιόριζε τον αριθμό και τη διάταξη των στρατηγικών πυρηνικών τους δυνάμεων.
Το πλαίσιο αυτό περιλάμβανε αριθμητικά όρια, μηχανισμούς επιθεώρησης και συστηματική ανταλλαγή δεδομένων – και ναι δεν είναι θεωρία συνωμοσίας πως κάθε χρόνο 18 φορές έκαστη οι δύο γίγαντες των πυρηνικών επιθεωρούσαν ο ένας το οπλοστάσιο του άλλου.
Με τη λήξη της New START από σήμερα και στο εξής το σύστημα αυτό παύει να υφίσταται, αφήνοντας τις δύο μεγαλύτερες πυρηνικές δυνάμεις χωρίς δεσμευτικούς περιορισμούς και μάλιστα εν μέσω μίας παγκόσμιας αστάθειας που όμοιά της ο κόσμος έχει να συναντήσει από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Οι συμφωνίες πριν τη New Start
Η πρώτη φάση ελέγχου πυρηνικών ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Η SALT I του 1972 έθεσε ανώτατα όρια στον αριθμό στρατηγικών εκτοξευτών - διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων (ICBMs) και βαλλιστικών πυραύλων υποβρυχίων (SLBMs) - χωρίς να απαιτεί μειώσεις. Στο ίδιο πακέτο εντάχθηκε η Συνθήκη ABM, η οποία περιόριζε τα αντιπυραυλικά συστήματα. Ο περιορισμός αυτός απέτρεπε την ανάπτυξη εκτεταμένων αμυντικών ασπίδων που θα μπορούσαν να ωθήσουν την άλλη πλευρά σε περαιτέρω αύξηση των επιθετικών της δυνατοτήτων.
Η SALT II, που υπεγράφη το 1979, επιχείρησε να επιβάλει αυστηρότερα όρια και να περιορίσει τη χρήση πυραύλων με πολλαπλές ανεξάρτητες κεφαλές (MIRVs). Παρότι δεν επικυρώθηκε από το αμερικανικό Κογκρέσο, εφαρμόστηκε σε μεγάλο βαθμό μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980.
Η ουσιαστική αλλαγή ήρθε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η START I του 1991 προέβλεπε σημαντικές μειώσεις στα στρατηγικά πυρηνικά και εισήγαγε εκτεταμένους μηχανισμούς επαλήθευσης. Επιθεωρήσεις επί τόπου, ανταλλαγή τηλεμετρικών δεδομένων και ειδοποιήσεις δοκιμών αποτέλεσαν βασικά εργαλεία εφαρμογής. Η συμφωνία αυτή θεωρείται το πιο ολοκληρωμένο καθεστώς ελέγχου πυρηνικών που εφαρμόστηκε ποτέ.
Η START II, η οποία προέβλεπε την κατάργηση των MIRVs στους χερσαίους ICBMs, δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ. Η ρωσική πλευρά απέσυρε τη δέσμευσή της μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συνθήκη ABM το 2002. Την ίδια περίοδο, η SORT (γνωστή και ως Συνθήκη της Μόσχας) περιόρισε αριθμητικά τις ανεπτυγμένες κεφαλές, αλλά χωρίς μηχανισμούς επιθεώρησης ή επαλήθευσης, μειώνοντας την πρακτική της σημασία.
Η New START, που υπεγράφη το 2010, σχεδιάστηκε για να αντικαταστήσει τη START I και να αποκαταστήσει τη διαφάνεια. Η συμφωνία έθεσε ανώτατο όριο στις ανεπτυγμένες στρατηγικές πυρηνικές κεφαλές στις 1.550, στους ανεπτυγμένους εκτοξευτές στους 700 και στο συνολικό αριθμό εκτοξευτικών συστημάτων στα 800. Προέβλεπε επιτόπιες επιθεωρήσεις, ανταλλαγή δεδομένων δύο φορές τον χρόνο και μόνιμα κανάλια ειδοποίησης. Το 2021, οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε πενταετή παράταση.Το πλαίσιο άρχισε να αποδομείται μετά το 2022. Οι επιθεωρήσεις ανεστάλησαν και το 2023 η Ρωσία ανακοίνωσε μονομερή αναστολή συμμετοχής. Η New START λήγει τελικώς σήμερα, χωρίς συμφωνία αντικατάστασης, αφήνοντας όχι μόνο ΗΠΑ και Ρωσία αλλά και τον πλανήτη μετά από 50 και πλέον χρόνια χωρίς έστω ένα βασικό «δίχτυ» προστασίας ή συνέπειας.
ΗΠΑ – Ρωσία αλλά και ο αναδυόμενος τρίτος πόλος της Κίνας
Σήμερα, ΗΠΑ και Ρωσία εξακολουθούν να κατέχουν τη συντριπτική πλειονότητα των παγκόσμιων πυρηνικών όπλων. Σύμφωνα με ανοιχτές εκτιμήσεις ερευνητικών ινστιτούτων, η Ρωσία διαθέτει περίπου 5.500 πυρηνικές κεφαλές, εκ των οποίων περίπου 1.600 θεωρούνται ανεπτυγμένες σε ICBMs, SLBMs και στρατηγικά βομβαρδιστικά. Οι ΗΠΑ διαθέτουν περίπου 5.200 κεφαλές, με περίπου 1.700 ανεπτυγμένες. Οι υπόλοιπες βρίσκονται σε εφεδρεία ή σε διαδικασία απόσυρσης.
Πέραν των δύο μεγάλων δυνάμεων, η Κίνα διαθέτει περίπου 500 πυρηνικές κεφαλές και επεκτείνει ταχέως τις υποδομές ICBMs. Η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρούν μικρότερα, σταθερά αποτρεπτικά οπλοστάσια, ενώ η Ινδία, το Πακιστάν, το Ισραήλ και η Βόρεια Κορέα βρίσκονται εκτός οποιουδήποτε δεσμευτικού πλαισίου ελέγχου.
Και τώρα τι;
Μετά τη λήξη της New START, δεν υπάρχει καμία ενεργή, νομικά δεσμευτική συμφωνία που να περιορίζει τα στρατηγικά πυρηνικά ΗΠΑ και Ρωσίας. Οι ανταλλαγές δεδομένων έχουν σταματήσει και οι επιθεωρήσεις έχουν διακοπεί, αφήνοντας τις δύο πλευρές να βασίζονται αποκλειστικά σε εθνικά μέσα παρακολούθησης. Το κενό αυτό συμπίπτει με εκσυγχρονισμό της πυρηνικής τριάδας και στις δύο χώρες και με την ανάδειξη της Κίνας ως τρίτου πυρηνικού πόλου. Χωρίς νέο πλαίσιο, το διεθνές σύστημα ελέγχου πυρηνικών εισέρχεται σε περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας, με λιγότερους περιορισμούς και μειωμένη διαφάνεια σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου την στιγμή μάλιστα που ο πόλεμος στην Ουκρανία πέρα από το γεγονός πως συμπληρώνει σε λίγες ημέρες τέσσερα χρόνια, έχει παράλληλα επαναφέρει από την Ρωσική πλευρά, την πυρηνική απειλή στο προσκήνιο.
Είναι ξεκάθαρο πως οι συνθήκες και οι συμφωνίες ακόμη και σε περιόδους ομαλότητας – έστω και σχετικής – και Ειρήνης δεν διασφάλιζαν και δεν πρόκειται και να διασφαλίσουν την ισορροπία αλλά σε μία περίοδο όπου παγκοσμίως η εμπιστοσύνη είναι σε ιστορικό χαμηλό όχι μόνο προς τη Μόσχα αλλά και τις ΗΠΑ του Τραμπ δύο – ίσως και τρεις - υπογραφές σε ένα νέο κείμενο ίσως να έστελναν για πρώτη φορά μετά από καιρό ένα ρεαλιστικά θετικό παγκόσμιο μήνυμα.
Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr










