Ένα διήγημα του Στάθη Πολίτη
Τον βλέπω στο ρετιρέ της απέναντι πολυκατοικίας όταν κάνω τσιγάρο στο μπαλκόνι.
Το διαμέρισμά του δεν έχει μπαλκόνι στην κεντρική λεωφόρο, αλλά στο πίσω μέρος. Παρ’ όλα αυτά, σχεδόν κάθε φορά που βγαίνω μέσα στο κρύο –πλέον, αυστηρά ένα τσιγάρο στο σπίτι ένα στο γραφείο-, αντικρίζω ένα κεφάλι μπαμπάκι να προεξέχει από το παράθυρο και να κοιτάζει στον δρόμο.
Τι διάολο; Όλη του τη μέρα εκεί την περνάει; Κι αν θέλει να πάρει αέρα, γιατί δεν βγαίνει στη βεράντα που απ’ ότι μπορώ να διακρίνω είναι ευρύχωρη και αρκετά απαλλαγμένη από τα ενοχλητικά ντεσιμπέλς;
Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα όταν τον είχα δει είναι πως έχει μείνει χήρος. Πώς αλλιώς ζει σε οροφοδιαμέρισμα μόνος; Ναι σίγουρα, πρέπει να έχει χάσει την καλή του, την σύντροφο που πέρασε μαζί της σαράντα, πενήντα χρόνια ζωής κοινής.
Μιας ζωής μαζί.
Από την άλλη, μπας και ήταν κάποιος επαναστάτης του καιρού του;
Κάποιος που στις εποχές του «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» αποφάσισε να γράψει τουλάχιστον το ακροτελεύτιο συστατικό στα παλαιότερα των υποδημάτων του.
Αν ήταν διαχρονική και αδιαπραγμάτευτη επιλογή το μόνος;
Άραγε τώρα το μετανιώνει;
Γι’ αυτό κάθεται με τις ώρες κρεμασμένος στο παράθυρο με το κεφάλι τεντωμένο σαν πουλί που προσπαθεί να τσιμπήσει την τροφή του; Τροφή του είναι η εικόνα της πολυκοσμίας; Η αίσθηση του ανήκειν σε μια πόλη, σε μια κοινωνία, σε ένα μαζί;
Άραγε, να ξυπνά κάθε πρωί με αυτή την σκέψη να τον βασανίζει; Πώς θα ήταν η ζωή του αν δεν είχε επιμείνει σε αυτή την επιλογή που τον φυλάκισε, ενώ αυτός νόμιζε πως ήταν η αναγκαία συνθήκη της προσωπικής ελευθερίας του;
Μπα.
Δε νομίζω πως είναι έτσι.
Ένα απόγευμα γύρισα νωρίτερα σπίτι. Βγήκα να καπνίσω –δεν έπρεπε, ξεπέρασα το όριο.
Νάτος πάλι, στην ταράτσα πάνω από το σπίτι. Αυτή η ταράτσα, κήπος σωστός, με τα λουλούδια της τα χρωματιστά, τις αναρίθμητες γλάστρες, τα δενδρύλλια στις γωνίες. Αν με ρωτούσε, ούτε δυο-τρία δεν θα ‘ξερα να ονοματίσω, όμως τα χαζεύω με θαυμασμό. Οπτική όαση στον γκρίζο, τσιμεντένιο αστικό ορίζοντα.
Το βράδυ δε, η ταράτσα μεταμορφώνεται σε ουράνιο τόξο. Ο γέρος έχει τοποθετήσει δεκάδες από αυτά τα πολύχρωμα φαναράκια που όλη μέρα ρουφάνε αχόρταγα την ηλιακή ακτινοβολία και το βράδυ την μετατρέπουν σε φως. Από μακριά μοιάζει με κάποιον ξεχασμένο πίνακα του Καντίνσκι.
Έμεινα πάλι να τον χαζεύω.
Έτσι όπως η αντηλιά έπεφτε στο ρυτιδιασμένο του πρόσωπο, νόμισα για μια στιγμή πως μου έκλεισε με χαριτωμένη πονηριά το μάτι, σα μικρό παιδί που μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία μου και θέλησε να συνωμοτήσει μαζί μου σε ένα καλά κρυμμένο μυστικό ζωής.
Έχω καταλήξει -δεν τον χαλάει τον γέρο η μοναξιά, παντοτινός του σύντροφος είναι.
Ακολούθησαν λίγοι μήνες που το σπίτι σχεδόν δεν με έβλεπε. Περνούσα αγόγγυστα τις μέρες μου στο γραφείο κι επέστρεφα μόνο για φαγητό και ύπνο. Βροχερός καιρός, σπάνια έβγαινα στο μπαλκόνι έτσι κι αλλιώς.
Μια Κυριακή ηλιόλουστη, αφού είχα φτιάξει καφέ, βγήκα έξω, άναψα τσιγάρο και πέρασα το κεφάλι από την κατεβασμένη τέντα να χαζέψω εκτός. Το βλέμμα πήγε αυτόματα στο απέναντι ρετιρέ.
Σοκ.
Όχι μόνο έλειπε ο γέρος, μα όλος ο όροφος είχε αλλάξει. Τα παράθυρα στο χείλος του σπιτιού είχαν δώσει την θέση τους σε ένα μοντέρνο μπαλκόνι που έμοιαζε ενσωματωμένο στον εσωτερικό χώρο.
Λίγες μέρες μετά κατάλαβα. Το διαμέρισμα είχε ανακαινιστεί. Το κατάπιε ο τυφώνας του airbnb.
Κι ο γέρος; Τι απέγινε ο γέρος;
Την επόμενη κιόλας φρόντισα να μάθω. Τη διαχείριση του ακινήτου είχε αναλάβει η real estate εταιρεία ενός φίλου, ο οποίος με ενημέρωσε πως ο γέρος είχε πεθάνει.
Οι κληρονόμοι δεν έχασαν ούτε λεπτό. Φρόντισαν να εξαφανίσουν τα ίχνη του πάραυτα.
Τώρα στέκει μονάχα ένα από τα φαναράκια στην άκρη του μπαλκονιού της ταράτσας, εκπέμποντας μετά βίας ένα φως πελιδνό, όταν ο ανοιξιάτικος ήλιος δύει.
Μάλλον ξέχασαν να το μαζέψουν μαζί με τα υπόλοιπα.
Το παράτησαν να χάσκει πάνω από την πολύβουη λεωφόρο.
Μόνο του.
*Διαβάστε εδώ το διήγημα του Στάθη Πολίτη "Νυχιά"
Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr