Του Δημήτρη Δελέγκου
«Μια από μεγάλες λύπες της καριέρας μου είναι ότι δεν μπόρεσα να καθίσω στο διάζωμα του θεάτρου και να με δω», είχε πει η Κατίνα Παξινού (1900-1973). Η ηθοποιός αναφέρονταν για τις θεατρικές παραστάσεις που είχε παρουσιάσει στην Επίδαυρο και συγκεκριμένα για την «Εκάβη» και την «Ηλέκτρα», του Ευριπίδη.
«Πάντα πρέπει να κάνεις το ακροατήριο να υποφέρει όσο το δυνατόν περισσότερο», είχε πει με την σειρά του ο Μάνος Κατράκης (1908-1984), μετά το τέλος της παράστασης «Οιδίπους Τύραννος» στην Επίδαυρο.
Οι παραστάσεις αυτές δεν μπόρεσαν να επαναληφθούν από κανέναν, δυστυχώς. Δεν είναι τυχαίο που δεν μπόρεσαν οι μεταγενέστεροι ηθοποιοί και σκηνοθέτες να τις επαναλάβουν. Ήταν και παραμένουν δύσκολες παραστάσεις, σκηνοθετικά, σκηνογραφικά, ενδυματολογικά και μουσικά. Κάποιες παραστάσεις αυτών των τραγωδιών προσφέρονται σήμερα αφειδώς, τους καλοκαιρινούς μήνες, στο ευρύ κοινό και ασφαλώς το κοινό παραμένει ευρύ μεν, αλλά το ευρύ, έχω τις αμφιβολίες μου αν περιέχει την έννοια του κοινού και ιδιαίτερα του θεατρικού κοινού.
Εδώ και χρόνια πραγματοποιείται μια προσπάθεια, έργα αρχαίων τραγωδών να παρουσιάζονται με μια μινιμαλιστική εικόνα, από σκηνοθετικής, σκηνογραφικής, ή πολύ περισσότερο ενδυματολογικής άποψης. Έχω την εντύπωση ότι αυτές οι απόπειρες διέπονται από ευκολία στην διεκπεραίωση τους και φυσικά είναι καταδικασμένες στο έρεβος, αφού το κοινό που έχει δει τα ίδια έργα, χωρίς τέτοια άλματα στο κενό, φεύγει από το θέατρο με την διαπίστωση: «Πρέπει να πιστεύουμε σε θαύματα για να γίνουν θαύματα».
«Το αρχαίο δράμα δεν το αντιμετωπίζουμε ως κάτι νεκρό, μνημειακό, αλλά ως κάτι παλλόμενο, σημερινό που μας αφορά» (Κάρολος Κουν 1943). Το ζητούμενο λοιπόν είναι αν το κοινό φεύγει με την κατανόηση ότι: «Αυτά που κάνουνε οι ηθοποιοί στη σκηνή υποτίθεται ότι συμβαίνουν εκτός. Το πράγμα έχει νόημα μόνο αν κάθε έξοδος (από τη σκηνή) γίνεται αντιληπτή ως είσοδος κάπου αλλού», (Μίνως Βολανάκης 1925-1999).
Έτσι λοιπόν, το κοινό χωρίζεται ανάμεσα σε αυτό που θέλει και επιζητά να δει καλό αρχαίο θέατρο και σε αυτό που πρέπει να δει θέατρο με οποιοδήποτε κόστος. Αποτέλεσμα αυτού του διαχωρισμού είναι ότι η πρώτη κατηγορία κοινού δεν βλέπει αρχαίο θέατρο και δεν ζημιώνεται σε κάτι, ενώ η δεύτερη κατηγορία βλέπει θέατρο και νομίζει ότι με αυτό τον τρόπο αποκτά την περιβόητη θεατρική παιδεία.
Αν φαινόταν παράδοξο στους αθηναίους που έσπευσαν να γεμίσουν την Επίδαυρο για να παρακολουθήσουν τους «Πέρσες» του Αισχύλου σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν σε εμάς σήμερα, περίπου 70 χρόνια αργότερα, φαντάζει περισσότερο σαν μια από εκείνες τις ημέρες όπου το σύμπαν συνωμότησε για να αποκτήσουμε έναν μύθο.
Ποια παράσταση της τελευταίας δεκαετίας έχει δημιουργήσει έναν εκ νέου μύθο. Ο Μινωτής και ο Κουν δεν ζουν, ο Βολανάκης και ο Ευαγγελάτος επίσης. Πότε θα έχουμε φύγει από ένα θέατρο, λέγοντας ότι η πρωταγωνίστρια είχε κάτι από την Παξινού, ή από την Συνοδινού; Πότε μια ερμηνεία του Οιδίποδα θα αγγίζει την ερμηνεία του Μινωτή ή του Κατράκη; Θα υπάρξει ποτέ ένας χορός σαν αυτόν των «Ορνίθων» του Αριστοφάνη το 1958 με μουσική, που θα μιμείται έστω αυτή του Χατζιδάκι; Πότε ένας σκηνοθέτης θα πάψει να πειραματίζεται, γιατί θα νομίζει ότι ο Οιδίποδας μπορεί να εμφανιστεί στη σκηνή με μαγιό και σανδάλια;
Θα βρεθεί μια παράσταση να πλάθει ένα δίδυμο πρόσωπο με τα φυσικά όρια του επώνυμου ηθοποιού με τα μυθικά όρια του τραγικού ήρωα. Ας πούμε: ο Χατζημάρκος-Δαρείος, ο Λαζάνης-Οιδίποδας, ο Κουγιουμτζής-Διόνυσος, η Πιττακή Αντιγόνη, η Αγγελίδου ή η Παϊζη Εκάβη;
Το αρχαίο δράμα ταλαιπωρήθηκε χρόνια ολόκληρα και ταλαιπωρείται ακόμη και σήμερα. Εδώ και μερικές δεκαετίες το μεταφέραμε από τα θρανία στην ορχήστρα, δίχως ωστόσο έτσι να σταματήσει η ταλαιπωρία του. Η άκριτη θεατρική αναπαραγωγή του τώρα προσπαθεί να αποδείξει ότι τίποτε δεν χάθηκε στο μεταξύ, ότι η αριστοφανική κωμωδία και η αισχυλική, σοφόκλεια και ευριπιδική τραγωδία σπαρταρούν μέσα στο δικό μας παρόν. Και αν τα θρανία μας δημιούργησαν μια σχέση αποξένωσης με την αρχαία τραγωδία, αυτή της μεταφοράς της στο θέατρο με μινιμαλιστικές ιδέες και τάσεις καλλιεργούν την αφέλεια και την γελειοποίηση.
«Το αρχαίο δράμα, από τον Αισχύλο ως τον Ευριπίδη και τον Αριστοφάνη, εκθέτει τον άνθρωπο σ’ ένα πολύ κρίσιμο αιώνα της ευρωπαϊκής ιστορίας όταν τον εγκαταλείπουν ο παραδοσιακός μύθος και όταν καλείται να αναμετρηθεί με τον εαυτό του πια, ενώπιος ενωπίω, μέσα στο πλαίσιο της πόλης, δίχως μεταφυσικά υποστηρίγματα» (Μίνως Βολανάκης 1925-19991).
- Συζήτηση με τον Μίνωα Βολανάκη, στο καφέ Chantant της Θεσσαλονίκης το 1990.
ΔΕΛΕΓΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr