ΕΚΛΟΓΕΣ 2019

ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ

/

Τι πρέπει να αλλάξει στην ποινικοποίηση του βιασμού

Τι πρέπει να αλλάξει στην ποινικοποίηση του βιασμού

Του δικηγόρου Βασίλη Μάρκου

Η Διεθνής Αμνηστία με τον πρόεδρο του ελληνικού τμήματος Γαβριήλ Σακελλαρίδη οργανώνει καμπάνια για την αλλαγή του άρθρου 336 του Ποινικού Κώδικα για την ποινικοποίηση του βιασμού χωρίς συναίνεση. Ανταποκρίνονται 55 βουλευτίνες και βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, που ζητούν από τον Μιχάλη Καλογήρου, υπουργό Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ την τροποποίηση του άρθρου. Το υπουργείο διαβεβαιώνει ότι είναι στην πολιτική του βούληση να αλλάξει το άρθρο 336, στην κατεύθυνση που ζητούν οι 55 βουλευτές. Το πόρισμα, όμως, της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής δεν προβλέπει την τροποποίηση του 336, αντίθετα το βαραίνει ακόμα περισσότερο.

Ένα μέρος αυτής της καμπάνιας λαμβάνει χώρα στην Πάτρα την Τρίτη 16 Απριλίου σε εκδήλωση-συζήτηση στο μεγάλο αμφιθέατρο του Τ.Ε.Ι. Πατρών στις 12:00, όπου θα τεθούν-συζητηθούν τρόποι και μέσα παρέμβασης με σκοπό την συμπερίληψη της έλλειψης συναίνεσης στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του βιασμού στον νέο Ποινικό Κώδικα που βρίσκεται υπό διαμόρφωση.

 

Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτείται σήμερα, σύμφωνα με το γράμμα της διάταξης του άρθρου 336 ΠΚ, ο δράστης να εξαναγκάζει το θύμα σε συνουσία ή άλλη ασελγή πράξη με τη χρήση σωματικής βίας ή απειλής. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. δ΄ ΠΚ «σωματική βία συνιστά και η περιαγωγή άλλου σε κατάσταση αναισθησίας ή ανικανότητας για αντίσταση με υπνωτικά ή ναρκωτικά ή άλλα ανάλογα μέσα». Σχετικά με τη διάταξη αυτή παρατηρείται ότι, η χρήση από τον δράστη σε βάρος του θύματος ναρκωτικών, υπνωτικών ή άλλων ανάλογων μέσων, ως μέσων για τον εξαναγκασμό του θύματος σε συνουσία ή άλλη ασελγή πράξη, πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του βιασμού. Αφήνει όμως εκτός του πεδίου εφαρμογής του ήδη άλλες περιστάσεις οριοθετώντας τελικά ένα πολύ στενό πλαίσιο ποινικής απαξιολόγησης. Συγκεκριμένα:

Η πρώτη «αβλεψία» προέρχεται από την ερμηνευτική προσέγγιση που ακολουθεί η νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων στο ζήτημα του προσδιορισμού της έννοιας «σωματική βία». Θεωρεί, πιο συγκεκριμένα, ότι η σωματική βία απαιτείται επιπρόσθετα να μην μπορεί να «αποκρουσθεί» ή να «απωθηθεί». Απαιτεί, με άλλα λόγια, να συντρέχει το «ακαταμάχητο» της σωματικής βίας. Με την απαίτηση η σωματική βία να είναι ακαταμάχητη καταλήγουμε ουσιαστικά στον αποκλεισμό της σχετικής ή ψυχολογικής βίας από την έννοια της σωματικής βίας. Κανείς, όμως, δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει το άτοπο στο οποίο καταλήγει η τάση αυτή της νομολογίας, δηλαδή να μην καταφάσκονται ως πράξεις σωματικής βίας τα χτυπήματα, τα γρονθοκοπήματα, το άρπαγμα από το λαιμό κλπ.

Επιπλέον, με έρεισμα την γραμματική διατύπωση του άρθρου 336 του Π.Κ. νομολογείται από την συντριπτική πλειοψηφία των δικαστηρίων μας ότι δεν εμπίπτει στην έννοια της σωματικής βίας- και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα του βιασμού- η απλή λεκτική επενέργεια στο θύμα, όπως π.χ. λεκτικές επιθέσεις, ύβρεις, προπηλακισμοί, επικρίσεις, επιπλήξεις κλπ., ακόμα και αν αυτές προκαλούν φόβο στο θύμα ή συνιστούν εκμετάλλευση της υπεροχής της θέσης του δράστη έναντι του θύματος π.χ. προϊστάμενος, εργοδότης, γονέας κλπ. Αποκλείονται επίσης από την έννοια της σωματικής βίας η δημιουργία πλάνης ή η χρήση της πειθούς, οι απατηλές υποσχέσεις ή η χρήση απατηλών μέσων, ή η χρησιμοποίηση τεχνασμάτων. Εφόσον, λοιπόν, ο δράστης προβεί σε μία από τις παραπάνω απαριθμούμενες ενέργειες, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα του βιασμού, ακόμη και αν τις χρησιμοποιεί ως μέσο για τον εξαναγκασμό του θύματος σε συνουσία ή άλλη ασελγή πράξη. Εκτός προστατευτικού πλαισίου τίθεται και η περίπτωση που κάποιος κοιμάται ή είναι αναίσθητος, χωρίς αυτό το άτομο δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορεί να συναινέσει σε οποιοδήποτε είδος σεξουαλικής δραστηριότητας.

Γίνεται σαφές από τα παραπάνω ότι ο ορισμός του βιασμού στην βάση της απουσίας συναίνεσης επιλύει όλα αυτά τα παράδοξα, τα οποία καταρχήν μοιάζουν να είναι αντίθετα με τις ενοράσεις μας ως προς το ηθικό σκέλος αυτής της προβληματικής. Ο νόμιμος ορισμός του βιασμού, που βασίζεται στην απουσία συναίνεσης, δεν είναι νέος ή πρωτοποριακός. Η διεθνής και περιφερειακή νομοθεσία για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ευρώπη απαιτεί από τα κράτη να προστατεύουν όλους και όλες από τον βιασμό. Αυτό περιλαμβάνει επίσης τον αγώνα ενάντια στις βασικές αιτίες της σεξουαλικής βίας μεταβάλλοντας τους νόμους, τις πολιτικές και τις συμπεριφορές που θέτουν τους ανθρώπους, και κυρίως τις γυναίκες και τα κορίτσια, σε κίνδυνο βιασμού.

Το 2014 αποτέλεσε ένα έτος-ορόσημο για όλους όσους και όλες όσες καταπολεμούν τη σεξουαλική βία κατά των γυναικών στην Ευρώπη, επειδή τέθηκε σε ισχύ η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας. Σκοπός αυτής της σύμβασης, γνωστής ως «Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης», είναι η διασφάλιση ότι οι κυβερνήσεις θα εγγυώνται τα δικαιώματα όλων των γυναικών, των κοριτσιών και όλων των υπολοίπων σε μια ιδιωτική και δημόσια ζωή χωρίς βία, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας. Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης αναφέρει σαφώς ότι η έλλειψη συναίνεσης πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο οποιουδήποτε νομικού ορισμού του βιασμού και άλλων μορφών σεξουαλικής βίας. Έχει επικυρωθεί από περισσότερα από 20 ευρωπαϊκά κράτη, όπως και από την Ελλάδα, αλλά η πλειοψηφία τους δεν έχει τροποποιήσει αναλόγως τους νομικούς ορισμούς του βιασμού.

Το σχόλιό μου είναι ότι ο όποιος νομικός ακτιβισμός στο επίπεδο της ερμηνευτικής διαμόρφωσης αυτής της προσέγγιση από μεμονωμένους δικαστές δεν είναι αρκετός. Η εμπειρία έχει δείξει (με το σύμφωνο συμβίωσης, το νόμο για την αλλαγή ταυτότητας φύλου, για την αναδοχή τέκνων κ.τ.λ.) ότι όταν η πολιτεία τέμνει αυτές τις εννοιακές διακρίσεις με προοδευτικό πρόσημο προς την ενίσχυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι κινηματικές διαδικασίες γίνονται πιο διεκδικητικές αναφορικά με νέα ανεξερεύνητα καταρχάς εδάφη προς ίδια κατεύθυνση. Η επίκαιρη τροποποίηση μεγάλου μέρους του Ποινικού μας Κώδικα είναι ευκαιρία για περαιτέρω κατίσχυση της κατοχύρωσης τους.

Σχόλια

Απόψεις