ΣΙΝΕΜΑ

/

Η μουσική στο επίκεντρο του 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

Γιάννης Μουγγολιάς
Κοινοποίηση
Tweet

του Γιάννη Μουγγολιά

Τα μουσικά ντοκιμαντέρ ή τα ντοκιμαντέρ που φέρνουν στο προσκήνιο μουσικές προσωπικότητες αποτέλεσαν μια πολύ ενδιαφέρουσα δεξαμενή ιδεών και κυρίως καλών ταινιών στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Από τα καλύτερα ντοκιμαντέρ του φετινού Φεστιβάλ ήταν το «Nova ’78» των Rodrigo Areias και Aaron Brookner, συμπαραγωγής Ηνωμένου Βασιλείου και Πορτογαλίας, με κεντρικό θέμα το θρυλικό τριήμερο συνέδριο Nova που πραγματοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη για την επιστροφή του William S. Burroughs στις ΗΠΑ, ύστερα από περισσότερα από είκοσι χρόνια διαμονής στη Λατινική Αμερική, τη Βόρεια Αφρική, το Παρίσι και το Λονδίνο.

Μπορεί το ντοκιμαντέρ αυτό που εντάσσεται στην κατηγορία του φεστιβάλ «Best Dogs» να μην έχει κεντρικό πυρήνα κάποιον μουσικό και να έχει τον William S. Burroughs στον ρόλο αυτό όμως είναι τόσοι οι μουσικοί ανάμεσα σε κάθε είδους καλλιτεχνών, που εμφανίζονται εδώ ώστε θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι έχει ξεχωριστό μουσικό ενδιαφέρον. Σπανιότατο υλικό με τον William S. Burroughs και τους εκλεκτούς συμμετέχοντες σε μια πραγματικά σπουδαία συνάθροιση πλήθους εκπροσώπων της αντικουλτούρας της δεκαετίας του ΄70. Το αρχειακό υλικό που ανήκει στον Howard Brookner και το οποίο αποκαταστάθηκε, στο μεγαλύτερο μέρος του παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο κοινό. Και ποιοι δεν εμφανίστηκαν στο συνέδριο αυτό για τον Μπάροουζ, ο οποίος παρακολουθούσε τα διαδραματιζόμενα όρθιος στο πλάι της σκηνής κρυμμένος πίσω από την κουρτίνα; H Patti Smith, ο Frank Zappa, η Laurie Anderson, ο Allen Ginsberg, o Peter Orlovsky, o John Cage, o Μerce Cunningham, o Philip Glass, o Timothy Leary, o Bryon Gysin, o Robert Anton Wilson, o Lucien Carr, η Anne Waldman, o John Giorno, o Les Levine, η Julia Heyward, η Tilda Swinton, ο Ed Sanders και πολλoί άλλοι και βέβαια παντού ο William S. Burroughs. Στον ήχο του ντοκιμαντέρ ο Jim Jarmousch, ενώ ο Tom DiCillo στην κάμερα. Ένας ύμνος στη δημιουργική ελευθερία και ένα άκρως αντιπροσωπευτικό πορτρέτο της εποχής αλλά και του κορυφαίου Αμερικανού συγγραφέα που άφησε ανεξίτηλο το όνομά του ως κεντρική μορφή της σύγχρονης πρωτοπορίας στις τέχνες. Ένα μοναδικό ντοκουμέντο, ένα τεκμήριο που αποδεικνύει ότι υπήρξε αυτού του είδους και μεγέθους πρωτοπορία.

Αρχικά γυρισμένο σε φιλμ 16mm από τον σκηνοθέτη Howard Brookner και για χρόνια θεωρούμενο χαμένο, το υλικό σηματοδότησε επίσης την απαρχή του καλτ έργου του Brookner «Burroughs: The Movie». Εκτός από τις εμβληματικές μορφές που εμφανίζονται εδώ στη σκηνή με εξαιρετικό σεβασμό και αγάπη για τον Burroughs, ένα επιπρόσθετο προσόν αυτού του ντοκιμαντέρ είναι οι αυθόρμητες συναντήσεις όλων αυτών στα παρασκήνια, ακόμα και στα παρασκήνια, ο διάλογος που αναπτύσσουν στα παρασκήνια. Και βέβαια όλα αυτά καταγράφονται με εξαιρετικά άμεσο τρόπο που αντανακλά παράλληλα και τους ανοικτούς ορίζοντες της εποχής.

Σε ανάλογο μήκος κλίματος αλλά εδώ με τη μουσική να πλημμυρίζει το φιλμ, το ξέφρενων ρυθμών ντοκιμαντέρ των Γιοργκ Χόπε, Κλάους Μεκ, Χάικο Λάνγκε «B-Movie: Λαγνεία & μουσική στο Δυτικό Βερολίνο», γερμανικής παραγωγής 2015 μας ξεναγεί στη χώρα του underground.

Η ταινία αρχίζει με τον νεαρό μουσικόφιλο Mark Reeder (μετέπειτα μάνατζερ και ηχολήπτη) να φεύγει στα 20 του από την πόλη του, το άσχημο και ξοφλημένο Μάντσεστερ όπου τα εργοστάσια έκλειναν το ένα μετά το άλλο για να ταξιδέψει στο Δυτικό Βερολίνο με σκοπό να ζήσει εκεί στη θρυλική δεκαετία των ΄80ς. . Ένα Βερολίνο που έσφυζε από ζωή και νέους, από την ιδιαίτερη και αντισυμβατική μουσική που υπερλάτρευε (punk και new wave), που έγινε σπίτι του, σε μια εποχή που, παρότι μισή λόγω τείχους, η πόλη χωρούσε τους πάντες και τα πάντα. Στα στέκια της νύχτας με τα πρωτοπόρα και επιθετικά συγκροτήματα αλλά και την ημέρα όπου όλοι τραγουδούσαν στους δρόμους. Κλειστοφοβικό, σουρεαλιστικό και κρύο μέρος το Βερολίνο, αλλά και το αίτημα των νέων αδιαπραγμάτευτο: «Χρειαζόμαστε ένα φως για να ζήσουμε». Και το έβρισκαν στη μουσική, στις παρέες, στην κοινή διαμονή, στις καταλήψεις, στις διαμάχες με τους αστυνομικούς και στα οδομαχίες κατά την προσπάθεια εκκένωσης των καταλήψεων και στις διαδηλώσεις κατά των εξώσεων. Όλα αντισυμβατικά. «Δεν θέλουμε ένα κομμάτι από το γλυκό. Θέλουμε όλο τον φούρνο» ήταν το σύνθημα γραμμένο στους τοίχους και στις καρδιές των νεαρών. Τα γκρουπ έφτιαχναν μουσική από το τίποτα και την έπαιζαν σε χώρους με ύψος 1,5 μέτρο και με τα αυτοκίνητα να βουίζουν μέσα στις γέφυρες των αυτοκινητόδρομων.

Στο συναρπαστικό αυτό οδοιπορικό στο Βερολίνο του τείχους, στο Δυτικό Βερολίνο της χρυσής εποχής των καινοτόμων ρευμάτων και της πρωτοπορίας εμφανίζονται οι Mark Reeder, Gudrun Gut, Westbam, Blixa Bargeld, Nick Cave, Joy Division, Zazie de Paris, Nena, Die Toten Hosen, Der „wahre“ Heino, Einstürzende Neubauten, Die Αrzte, Malaria!, Ideal. Μάλιστα ο Ian Curtis και οι Joy Division εμφανίστηκαν σε συναυλία στο Βερολίνο σε κοινό μικρότερο των 150 ατόμων, λίγους μήνες πριν κρεμαστεί στα 23 του ο Ian Curtis. Στο ντοκιμαντέρ βλέπουμε επίσης τη συνάντηση για πρώτη φορά του Mark Reeder με τον Nick Cave όπου ο Cave του δείχνει το σπίτι του και τα σημαντικά κατ΄ αυτόν περιουσιακά στοιχεία του όπως τη συλλογή των γερμανικών γοτθικών πινάκων του, το κρεβάτι του και το όπλο του. Κυρίαρχη περσόνα που διαπερνά το ντοκιμαντέρ και ο Blixa Bargeld που εκτός από την καταστροφική μουσική που έπαιζε με τον Cave και τους Bad Seeds μετά τη διάλυση των Birthday Party ή με τους  Einstürzende Neubauten, ήταν και μπάρμαν σε ένα κλασικό στέκι της νεολαίας. Όπως λέει ο Nick Cave κάποια στιγμή: «Κέρδιζες πίσω τη νιότη σου, πολύ συναρπαστικό αυτό». Kαι ο Blixa Bargeld τον καιρό που απλωνόταν το τείχος λέει: «Δεν έχω καμία περιέργεια να δω το Ανατολικό Βερολίνο. Πρέπει να ξυπνήσω στις 8 το πρωί και μέχρι τα μεσάνυχτα να έχω επιστρέψει για να προλάβω να περάσω τα σύνορα. Μου αρέσει να ζω σε μια πόλη που δεν έχω δει το άλλο της μισό».

Τα χρόνια όμως πέρασαν. Το τείχος έπεφτε όταν ο Ρήγκαν με τον Γκορμπατσόφ αποφάσισαν, το punk και το new wave είχαν πουληθεί. Η κρίση αποτυπώνεται εξαιρετικά τόσο με τα κείμενα του αφηγητή όσο και στην κινηματογράφηση. Και τα λόγια του Cave αντιπροσωπευτικά της κατάστασης: «Αντίο Βερολίνο. Είχε γίνει μια στενάχωρη πόλη. Όπως έγινε  θέλεις να την αφήσεις. Μια χαβούζα που φτιάχνεται με ό,τι βρεί. Σκέτος εφιάλτης». Η μουσική αλλάζει κατεύθυνση. Έρχονται οι ravers και η Trance. «Tο μέλλον είχε αρχίσει εδώ και τώρα».

Τα λόγια του Mark Reeder που είχε την ιδιοτροπία να ντύνεται με στρατιωτικές στολές ακούγονται σαν απολογισμός αλλά και σαν ρέκβιεμ: «Έτσι ήταν τότε στην Άγρια Βερολινέζικη Δύση της δεκαετίας του 1980. Παίζαμε με σύμβολα, με σβάστιγκες και στολές. Σπάσαμε τα ταμπού, περάσαμε τα σύνορα και κάναμε ό,τι θέλαμε. Ζήσαμε την ιστορία και τη γράψαμε. Ήμασταν εκεί, ήμουν εκεί και ήταν πολύ “gell”… Μετά από τέσσερις δεκαετίες νομίζω ότι ο ουρανός είναι το μόνο όριο!».

Το θαυμάσιο ντοκιμαντέρ των Γκιγιόμ Μοπέν και Πάμπλο Γκουαρίς «Η μαγική πόλη – Το Μπέρμιγχαμ του Σαν Ρα», συμπαραγωγής Βελγίου, Γαλλίας και Ιταλίας 2025, έχει άμεσα σχέση με τη μουσική αφού στον τίτλο του φιγουράρει το όνομα του κορυφαίου συνθέτη, μουσικού, αυτοσχεδιαστή της τζαζ και φιλόσοφου Sun Ra. Ωστόσο με αφορμή αυτό το θρυλικό όνομα της τζαζ ταξιδεύουμε στο Μπέρμιγχαμ, πόλη που ο Sun Ra πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του σε ένα μέρος, τα 32 πρώτα της ζωής του. Η ταινία αρχίζει με τον Sun Ra σε ένα ασύλληπτο, δαιμονικό σόλο του στο όργανο που παίζει τα πλήκτρα με όλα τα μέρη του σώματος (χέρια, αγκώνες, πλάτη, μπράτσα) περιστρεφόμενος γύρω από τον εαυτό του. Η μουσική του Sun Ra δεν είναι τόσο για τους γήινους. Ποτισμένη με διαστημικά ταξίδια μιλάει στο σύμπαν. Αλλά και όπως ο ίδιος έλεγε: «δεν γεννήθηκε αλλά μια μέρα έφτασε από το Διάστημα».

Η μουσική που ακούγεται έχει πολύ Sun Ra αλλά δεν υπάρχουν πολλές σκηνές με τον Sun Ra να εμφανίζεται. Αντιθέτως στο προσκήνιο βρίσκεται το Μπέρμιγχαμ, η «Ατέλειωτη Πόλη». Οι σκηνοθέτες στο ντοκιμαντέρ πραγματικά προσεγγίζουν εξαντλητικά τις συνθήκες και τους παράγοντες για την άνθηση του φαινομένου Sun Ra. Πόλη βιομηχανική, ρατσιστική σε μεγάλο μέρος με έντονο τον φυλετικό διαχωρισμό. Ωστόσο η νύχτα γέμιζε μουσική, πάρτι σε σπίτια, χορούς και κλαμπ.. Παράλληλα ήταν η πόλη των 1000 εκκλησιών. Κάθε εκκλησία είχε τη δική της χορωδία. Και οι Κυριακές πλημμύριζαν ύμνους γκόσπελ. Μέσα στην πόλη αυτή ο Sun Ra βλέπει σε συναυλία τον Duke Ellington. Η τζαζ τον είχε κερδίσει πλέον ολοκληρωτικά. Διχασμένος μεταξύ ατέλειωτης πίστης και κριτικού πνεύματος, ο Sun Ra έπασχε από αϋπνία, την οποία αντιμετώπιζε ως στοιχείο υπερδύναμης και σαν κάτι που πρέπει να αντιμετωπίσει. Αν και φαινομενικά εχθρική, έγινε το εύφορο έδαφος για την ανάπτυξη της μυστικιστικής σκέψης και της μουσικής του Σαν Ρα, που είδε στην πόλη του έναν εκπληκτικό κόσμο γεμάτο οιωνούς. Σε ηλικία 32 ετών, όμως, την άφησε για το Σικάγο και δεν επέστρεψε παρά μόνο το 1992, λίγο πριν από το θάνατό του.

«Broken English» είναι ο τίτλος του ντοκιμαντέρ των Ίεν Φορσάιθ και Τζέιν Πόλαρντ για την Marianne Faithfull. Πρόκειται για μια βρετανική παραγωγή του 2025 που συνδυάζει το ντοκιμαντέρ με τη μυθοπλασία αλλά και ακολουθεί μια πολύ ιδιαίτερη προσέγγιση στην κορυφαία ροκ σταρ που δεν παγιδεύτηκε από τα συμβατικά και τετριμμένα, αψήφησε τα στερεότυπα και συνεχώς επαναφεύρισκε τον εαυτό της. Στο Υπουργείο της μη Λήθης όπου ζωντανεύουν οι αναμνήσεις, οι ζωντανές εμφανίσεις, οι αντιφάσεις της. Η Faithfull σε κάθε περίπτωση, ακόμα και στην προχωρημένη ηλικία, μοιάζει με ένα διαρκές αίνιγμα, μια ουσία που διαρκώς μεταμορφώνεται αλλά αξίζει να τη μελετήσεις σε βάθος και να την προσεγγίσεις με αθώα καρδιά. Η ταινία στήνεται με μια διαφορετική λογική. Η επόπτρια Tilda Swinton και ο επικεφαλής του αρχείου και γραμματέας George MacCay δημιουργούν την απαραίτητη συνθήκη για τη συνέντευξη της Faithfull  σε ώριμη ηλικία. Στο ντοκιμαντέρ εμφανίζονται οι Nick Cave και Warren Ellis, Courtney Love, Beth Orton, Jehnny Beth και Suki Waterhouse.

Βεβαίως κυριαρχεί και η περσόνα της Faithfull με όλες τις μοναδικές, ανεπανάληπτες πλευρές της που την καταξίωσαν στην αφρόκρεμα των τραγουδιστριών στα ΄60s. Κάτι περισσότερο από μια καλή βιογραφία, το «Broken English», χωρίς να είναι αριστούργημα, θέτει τη θεματική του ντοκιμαντέρ σε άλλη βάση.

«Το Πολλαπλό σου είδωλο» είναι από τα πιο γνωστά τραγούδια των Χειμερινών Κολυμβητών, της μακροβιότερης μουσικής μπάντας στην Ελλάδα που μετρά 60 χρόνια ζωής και δημιουργικής πορείας. Ταυτόχρονα είναι ο τίτλος της ταινίας των Γιάννη Αγγελάκη και Δημήτρη Σιαδήμα, ενός θαυμάσιού ντοκιμαντέρ που παρακολουθεί την εκπληκτική αυτή μουσική παρέα σε συναυλίες και δίσκους, εξετάζει τις δυο διαφορετικές απόψεις για το προς τα που ήθελαν να πάνε τον ήχο της μπάντας. Συγκινητικό και χιουμοριστικό ντοκιμαντέρ για το αγαπημένο συγκρότημα του Αργύρη Μπακιρτζή, το οποίο ενώνει ερασιτέχνες και επαγγελματίες. Η ταινία προβλήθηκε στη γεμάτη από κόσμο αίθουσα προβολών. Τα εισιτήρια για την προβολή είχαν εξαντληθεί από τις πρώτες μέρες του φεστιβάλ.

 

 

Κοινοποίηση
Tweet

Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr

Σχόλια

Culture