Άρθρο Γιώργου Α. Παπανδρέου για το αφιέρωμα της εφημερίδας Τα Νέα Σαββατοκύριακο «Ίμια: 30 χρόνια μετά»
Στο άρθρο του Γιώργου Α. Παπανδρέου για το αφιέρωμα της εφημερίδας Τα Νέα Σαββατοκύριακο «Ίμια: 30 χρόνια μετά» αναφέρεται:
Την ιστορία δεν αξίζει απλά να την θυμάται κανείς και να τη διηγείται. Αξία πραγματική αποκτά με την διδακτική της διάσταση. Με τα διδάγματά της που θα μας βοηθήσουν να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις του παρόντος και του μέλλοντος.
Το διαρκές δίλημμα, όταν προσεγγίζουμε γεγονότα όπως στο αφιέρωμα αυτό, είναι πάντα το ίδιο: θα αφήσουμε τις κρίσεις να μας σύρουν σε συγκρούσεις ή θα τις αξιοποιήσουμε με τον καλύτερο τρόπο για να οικοδομήσουμε εμπιστοσύνη, θεσμούς, σταθερότητα, ειρήνη;
Η πολιτική όπως και η διπλωματία έχουν νόημα μόνο όταν στις μεγάλες κρίσεις δεν υποκύπτουμε στο φόβο, τη μοιρολατρία, τους εγωισμούς επίδειξης δύναμης. Όταν αξιοποιούμε όλα μας τα πλεονεκτήματα για να χαράξουμε μια πορεία ειρήνης, όχι σύγκρουσης. Μια πορεία που στηρίζεται στο σεβασμό αρχών, στο διάλογο αντί για τα εύκολα λόγια, στη συνεργασία αντί για τη σύγκρουση που εξυπηρετεί συμφέροντα ξένα προς τους λαούς μας – από την κερδοσκοπία των εξοπλισμών έως τον έλεγχο της ενέργειας και των φυσικών πόρων.
Μπορούμε να χτίσουμε πάνω σε όσα μας ενώνουν; Να οικοδομήσουμε ισχυρούς μοχλούς υπέρβασης και συμφιλίωσης; Όχι για να σβήσουμε τη μνήμη, αλλά για να τη μετατρέψουμε σε γνώση, ευθύνη για το μέλλον. Γνωρίζοντας ότι οι πληγές της ιστορίας βαθαίνουν όταν γίνονται άλλοθι για νέους κύκλους αντιπαράθεσης, εκδίκησης και βίας.
Η ασφάλεια γεννιέται όταν εμπεδώνουμε κανόνες, θεσμούς, κοινές αξίες, όταν μετατρέπουμε τη δύναμη της συνεργασίας σε εγγύηση ειρήνης και σταθερότητας.
Η φιλία μου με τον Ισμαήλ Τζεμ θα ήταν τυχαία, συγκυριακή, αν δεν εδραζόταν σε μια κοινή πεποίθηση, η οποία φάνηκε καθαρά σε μια κρίσιμη τηλεφωνική συνομιλία μας, όταν τον κάλεσα για να του θέσω ένα απλό αλλά θεμελιώδες ερώτημα: θα αφήσουμε μια ακόμη κρίση, όπως ο πόλεμος στο Κόσοβο, να παρασύρει τις χώρες μας σε σύγκρουση ή θα επιλέξουμε, μαζί, να εργαστούμε για την ειρήνη και τη συνεργασία στην ευρύτερη περιοχή, προς όφελος των λαών μας;
Το ερώτημα τέθηκε μέσα σε ένα ιδιαίτερα βαρύ κλίμα που είχε διαμορφωθεί από την κρίση των Ιμίων και την υπόθεση Οτσαλάν. Υπήρχαν και εκτιμήσεις περί πιθανής ελληνοτουρκικής εμπλοκής από αμερικανικούς κύκλους σε διεθνή ΜΜΕ. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον φόβου και καχυποψίας, επιλέξαμε συνειδητά έναν διαφορετικό δρόμο.
Η κοινή μας στάση αιφνιδίασε τη διεθνή κοινότητα. Πρότεινα στον Τζεμ κοινή δήλωση στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και για τη διαχείριση της κρίσης, αλλά και για την ανοικοδόμηση των Βαλκανίων, την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή. Συμφωνήσαμε. Αντί να υποκύψουμε στην αδράνεια που μεταμφιέζεται σε «πατριωτική ακαμψία» και στις τυχοδιωκτικές, φιλοπόλεμες διακηρύξεις, επιλέξαμε να υπηρετήσουμε ενεργά την ειρήνη για τους λαούς μας.
Η επιλογή μας, δοκιμάστηκε και δικαιώθηκε. Οι σεισμοί που έπληξαν στη συνέχεια τις δύο χώρες ενεργοποίησαν τις κοινωνίες μας, έφεραν τους λαούς πιο κοντά, αποδεικνύοντας ότι η διπλωματία των πολιτών και η αλληλεγγύη των λαών μπορούν να υπερισχύσουν της έντασης. Όταν η πολιτική ηγεσία δίνει το σωστό παράδειγμα και στηρίζεται σε αξίες, οι πολίτες γίνονται καταλύτης ειρήνης.
Από αυτή τη δυναμική γεννήθηκε μια ειλικρινής, ουσιαστική προσέγγιση, που οδήγησε σε απτά αποτελέσματα: συμφωνίες «χαμηλής πολιτικής», οι οποίες μόνο χαμηλής σημασίας δεν ήταν. Έφεραν άμεσα, αμοιβαία οφέλη, πολλαπλασίασαν την οικονομική συνεργασία, συνέβαλαν στη σταθερότητα και στην ηρεμία στο Αιγαίο.
Αυτή η αντίληψη δεν ήταν «αφελής». Ήταν βαθιά ρεαλιστική και αποδοτική. Ήταν επένδυση στο διεθνές δίκαιο, τον αμοιβαίο σεβασμό, τη συμμετοχή των πολιτών - όχι υποταγή στη δύναμη ισχυρών.
Η στρατηγική αυτή απέδειξε την αντοχή και τη δυναμική της στον χρόνο. Εξέλιξη - ορόσημο, η Σύνοδος Κορυφής του Ελσίνκι, τον Δεκέμβριο του 1999. Στιγμή στρατηγικής σημασίας όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για την Κύπρο, την Τουρκία και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Έτσι αλλάξαμε το πεδίο του παιχνιδιού. Εντάξαμε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο αξιών, κανόνων και λογοδοσίας και τις μετατρέψαμε σε ευρωπαϊκό ζήτημα ειρήνης, δικαίου και σταθερότητας - μακριά από λογικές διμερούς αντιπαράθεσης.
Η Τουρκία απέκτησε καθεστώς υποψήφιας προς ένταξη χώρας, όχι ως «δώρο», αλλά υπό αυστηρούς και σαφείς όρους: εκδημοκρατισμός, κράτος δικαίου, σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σχέσεις καλής γειτονίας.
Η Κύπρος εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς την προϋπόθεση επίλυσης του Κυπριακού, καθιστώντας το ζήτημα ευρωπαϊκό και ενισχύοντας αποφασιστικά τη διαπραγματευτική της θέση.
Κατοχυρώθηκε η δέσμευση στον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και προβλέφθηκε η προσφυγή στη Χάγη σε περίπτωση αδυναμίας επίλυσης των διαφορών - δυνατότητα που δυστυχώς δεν αξιοποιήθηκε από την Κυβέρνηση της ΝΔ το 2004.
Οι αποφάσεις του Ελσίνκι δεν ήταν συγκυριακές. Ήταν το αποτέλεσμα ενεργού, πολυδιάστατης στρατηγικής. Στηρίχθηκε στο διάλογο, στην παρουσία των πολιτών και στην ανάγνωση της «μεγάλης εικόνας». Αξιοποιήσαμε καθαρά τις γεωπολιτικές ισορροπίες, τις ανάγκες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τη σημασία της σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και τα εσωτερικά διλήμματα της ίδιας της Τουρκίας. Ούτε τέχνασμα διπλωματικό ήταν το «Ελσίνκι». Αποτέλεσε σχέδιο συνεκτικό με θετικό όραμα για την περιοχή: ειρήνη, ασφάλεια, ανάπτυξη – όραμα βαθιά ευρωπαϊκό και ταυτόχρονα βαθιά ελληνικό, στο πνεύμα του Ρήγα Βελεστινλή.
Η στρατηγική υπεροχή του «Ελσίνκι» επιβεβαίωσε μια θεμελιώδη αλήθεια: τα εθνικά συμφέροντα υπηρετούνται καλύτερα μέσα από θεσμούς, κανόνες, πολυμερή πλαίσια, όχι μέσα από απομονωτισμούς, φοβικά σύνδρομα και βέτο χωρίς στρατηγική. Απέδειξε ότι η ειρήνη δεν είναι πράξη στιγμής, αλλά διαδικασία που απαιτεί συνέπεια, συνέχεια και το θάρρος πολιτικής βούλησης. Χωρίς αυτά, ακόμη και τα μεγαλύτερα κεκτημένα μπορούν να χαθούν.
Σήμερα, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων συγκρούσεων, υβριδικών απειλών και ενεργειακών ανταγωνισμών, το «Ελσίνκι» παραμένει επίκαιρο. Όχι ως ανάμνηση, αλλά ως πυξίδα. Ειλικρινής διάλογος, ισχυρή αποτρεπτική άμυνα, σεβασμός στο διεθνές δίκαιο και στο ευρωπαϊκό δημοκρατικό πλαίσιο. Η εγκατάλειψη αυτής της φιλοσοφίας θα σήμαινε αμφισβήτηση κρίσιμων κατακτήσεων για την Ελλάδα και την Κύπρο.
Η σημερινή απουσία μιας συνεκτικής, πολυμερούς εθνικής στρατηγικής μας οδηγεί σε τακτικισμούς και σε ρόλο ουραγού των εξελίξεων.
Η στρατηγική που τότε ακολουθήσαμε μας δείχνει ότι μπορούμε – και οφείλουμε, να κάνουμε το αντίθετο: να επενδύσουμε σε στρατηγική αξιών. Και με τις αναγκαίες προσαρμογές, το «Ελσίνκι» παραμένει η μόνη αξιόπιστη επιλογή για ειρήνη, ασφάλεια και δίκαιες λύσεις για την ευρύτερη περιοχή.
Οι κρίσεις δεν είναι μοιραίες. Είναι δοκιμασίες αξιών. Και στις μεγάλες κρίσεις, η πολιτική και η διπλωματία αποδεικνύουν την αξία τους μόνο όταν τολμούν να πουν: εμείς διαμορφώνουμε το μέλλον μας – με πυξίδα τον άνθρωπο και τις πανανθρώπινες αξίες.
Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr