ΠΟΛΙΤΙΚΗ

/

"Προσαρμογή του εσωτερικού Δικαίου προς τις διατάξεις του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου"

Κοινοποίηση
Tweet

Εισηγήτρια σε Ν/Σ του Υπ. Δικαιοσύνης η Μαρία Κυριακοπούλου

Η Βουλευτής  Ν. Αχαΐας Μαρία Κυριακοπούλου, εισηγήτρια του ΠΑΣΟΚ στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την «προσαρμογή των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου προς τις διατάξεις του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου», τόνισε, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην Ολομέλεια της Βουλής την 23/3/2011, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
«Η Ελλάδα ήταν ανάμεσα στα αρχικά συμβαλλόμενα μέρη, που υπέγραψαν στη Ρώμη το 1998 την ιδρυτική πράξη («Καταστατικό») του πρώτου μόνιμου Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, το οποίο κυρώσαμε με το ν. 3003/2002. Το Καταστατικό έχουν σήμερα κυρώσει συνολικά 114 κράτη. Η σύσταση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου ήταν επιθυμία που είχε αρχίσει να εκφράζεται έντονα ήδη μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ως απόρροια  της αμεσότερης επικοινωνίας των λαών, της γενικότερης διακρατικής συνεργασίας, της αντίληψης ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα υπάρχουν πέρα από τα Κράτη και πρέπει να προστατεύονται αντίστοιχα, και κατ’ επέκταση της πεποίθησης ότι τα σοβαρότερα εγκλήματα που στρέφονται κατά της ανθρωπότητας και ενδιαφέρουν το σύνολο της διεθνούς Κοινότητας, πρέπει να διώκονται και να τιμωρούνται σε εθνικό, αλλά και διεθνές επίπεδο, με ενίσχυση της διεθνούς δικαστικής συνεργασίας. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο εκδικάζει εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και το έγκλημα της γενοκτονίας, δρώντας συμπληρωματικά με τα εθνικά ποινικά δικαστήρια, δηλαδή ύστερα από παραπομπή από τα ίδια τα κράτη ή από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, είτε με πρωτοβουλία του ίδιου του Εισαγγελέα, αλλά μόνο αν δεν έχει ήδη το κράτος ασκήσει τη δικαιοδοσία του, δείχνοντας απροθυμία ή αδυναμία να την ασκήσει, ή δεν παρέχει τις αναγκαίες εγγυήσεις για την εκδίκαση τέτοιων εγκλημάτων».
Η κα Κυριακοπούλου  στην εισήγησή της επεσήμανε ακόμα  ότι «σκοπός του νομοσχεδίου είναι να προσαρμοστεί το εθνικό ποινικό δίκαιο προς τις διατάξεις του κυρωμένου Καταστατικού και να ποινικοποιηθούν οι πράξεις που συνιστούν εγκλήματα πολέμου, σύμφωνα με τα άρθρα 6 έως 8 του Καταστατικού, προκειμένου τα Δικαστήρια της χώρας μας να αποκτήσουν πρωταρχική δικαιοδοσία για εκδίκαση των εγκλημάτων πολέμου, της γενοκτονίας και των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, και προκειμένου να πραγματωθεί η συμφωνηθείσα δικαστική συνεργασία. Την υποχρέωση ποινικοποίησης των εγκλημάτων πολέμου είχε αναλάβει η χώρα μας πολύ νωρίτερα με τις τέσσερις Συνθήκες της Γενεύης το 1949, και την ανανέωσε με την υπογραφή και κύρωση το 2002 του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Τη διεθνή αυτή υποχρέωση εκπληρώνουμε σήμερα, μετά από οκτώ έτη καθυστέρησης».
Επίσης ανέφερε  ότι, «ορισμένα από τα εγκλήματα, που ορίζονται στο Καταστατικό, θεωρούνται και στη χώρα μας αξιόποινες πράξεις και μπορούν να υπαχθούν σε υπάρχουσες διατάξεις, όπως αυτή της  ανθρωποκτονίας με πρόθεση (άρθρο 299 παρ. 1 Ποινικού Κώδικα), του εξαναγκασμού αιχμαλώτου πολέμου να παράσχει πληροφορίες στις εχθρικές ένοπλες δυνάμεις (άρθρο 159 Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα), της βιαιοπραγίας εναντίον αμάχων (άρθρο 161 Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα) και κατά αιχμαλώτων (άρθρο 156 Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα) κ.ο.κ. Ακριβής και πλήρης αντιστοίχιση, όμως, με όλες τις πράξεις που ορίζονται στο Καταστατικό, καθώς και αντιστοίχιση ποινών, δεν υπάρχει, γι’ αυτό πρέπει να τυποποιήσουμε τις πράξεις αυτές ως εγκλήματα, ορίζοντας με σαφήνεια την υποκειμενική και αντικειμενική τους υπόσταση και την προβλεπόμενη ποινή.
Στην προσπάθεια διεθνοποίησης της ποινικής νομοθεσίας και με σκοπό την εκπλήρωση των ειλημμένων διεθνών υποχρεώσεών μας, διαμορφώθηκε το παρόν νομοσχέδιο, αφού ελήφθησαν υπόψη οι νομοθετικές ρυθμίσεις και άλλων ευρωπαϊκών χωρών, και ιδίως της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Το νομοσχέδιο έλαβε την τελική του μορφή, αφού συνεκτιμήθηκαν  σχόλια που διατυπώθηκαν κατά τη δημόσια διαβούλευση και παρατηρήσεις φορέων, αλλά και μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, που επέφερε ο κ. Υπουργός, αποδεχόμενος τις ενστάσεις και τους προβληματισμούς, που εκφράστηκαν κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην Επιτροπή.
Με το νομοσχέδιο αυτό ρυθμίζονται οι διαδικασίες  της δικαστικής συνεργασίας των  ελληνικών δικαστηρίων με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και ορίζεται ρητά ότι αποτελούν εγκλήματα και διώκονται ποινικά, η γενοκτονία, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τα εγκλήματα πολέμου κατά προσώπων, κατά της ιδιοκτησίας και άλλων δικαιωμάτων, κατά ανθρωπιστικών επιχειρήσεων και εμβλημάτων, και τα εγκλήματα πολέμου που τελούνται με χρήση απαγορευμένων μεθόδων ή μέσων διεξαγωγής του πολέμου. Πρόκειται ιδίως για εγκλήματα τελούμενα κατά προσώπων που προστατεύονται από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, όπως ο άμαχος πληθυσμός, οι τραυματίες, οι αιχμάλωτοι πολέμου κλπ».
Κλείνοντας την  εισήγησή της, η κα Κυριακοπούλου  τόνισε ότι «δεσμευτήκαμε διεθνώς να συμβάλουμε ουσιαστικά στη δίωξη των εγκλημάτων ανθρωπιστικού δικαίου. Επιπλέον, με την ψήφιση του παρόντος νομοσχεδίου καλύπτεται σχετικό κενό στη νομοθεσία της χώρας μας και κατοχυρώνεται η πρωταρχική μας δικαιοδοσία για δίωξη και τιμωρία των εγκλημάτων αυτών».

Η Βουλευτής Ν. Αχαΐας Μαρία Κυριακοπούλου, εισηγήτρια του ΠΑΣΟΚ στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την «προσαρμογή των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου προς τις διατάξεις του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου», τόνισε, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην Ολομέλεια της Βουλής την 23/3/2011, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

«Η Ελλάδα ήταν ανάμεσα στα αρχικά συμβαλλόμενα μέρη, που υπέγραψαν στη Ρώμη το 1998 την ιδρυτική πράξη («Καταστατικό») του πρώτου μόνιμου Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, το οποίο κυρώσαμε με το ν. 3003/2002. Το Καταστατικό έχουν σήμερα κυρώσει συνολικά 114 κράτη. Η σύσταση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου ήταν επιθυμία που είχε αρχίσει να εκφράζεται έντονα ήδη μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ως απόρροια  της αμεσότερης επικοινωνίας των λαών, της γενικότερης διακρατικής συνεργασίας, της αντίληψης ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα υπάρχουν πέρα από τα Κράτη και πρέπει να προστατεύονται αντίστοιχα, και κατ’ επέκταση της πεποίθησης ότι τα σοβαρότερα εγκλήματα που στρέφονται κατά της ανθρωπότητας και ενδιαφέρουν το σύνολο της διεθνούς Κοινότητας, πρέπει να διώκονται και να τιμωρούνται σε εθνικό, αλλά και διεθνές επίπεδο, με ενίσχυση της διεθνούς δικαστικής συνεργασίας. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο εκδικάζει εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και το έγκλημα της γενοκτονίας, δρώντας συμπληρωματικά με τα εθνικά ποινικά δικαστήρια, δηλαδή ύστερα από παραπομπή από τα ίδια τα κράτη ή από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, είτε με πρωτοβουλία του ίδιου του Εισαγγελέα, αλλά μόνο αν δεν έχει ήδη το κράτος ασκήσει τη δικαιοδοσία του, δείχνοντας απροθυμία ή αδυναμία να την ασκήσει, ή δεν παρέχει τις αναγκαίες εγγυήσεις για την εκδίκαση τέτοιων εγκλημάτων».

 

Η κα Κυριακοπούλου  στην εισήγησή της επεσήμανε ακόμα  ότι «σκοπός του νομοσχεδίου είναι να προσαρμοστεί το εθνικό ποινικό δίκαιο προς τις διατάξεις του κυρωμένου Καταστατικού και να ποινικοποιηθούν οι πράξεις που συνιστούν εγκλήματα πολέμου, σύμφωνα με τα άρθρα 6 έως 8 του Καταστατικού, προκειμένου τα Δικαστήρια της χώρας μας να αποκτήσουν πρωταρχική δικαιοδοσία για εκδίκαση των εγκλημάτων πολέμου, της γενοκτονίας και των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, και προκειμένου να πραγματωθεί η συμφωνηθείσα δικαστική συνεργασία. Την υποχρέωση ποινικοποίησης των εγκλημάτων πολέμου είχε αναλάβει η χώρα μας πολύ νωρίτερα με τις τέσσερις Συνθήκες της Γενεύης το 1949, και την ανανέωσε με την υπογραφή και κύρωση το 2002 του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Τη διεθνή αυτή υποχρέωση εκπληρώνουμε σήμερα, μετά από οκτώ έτη καθυστέρησης».

 

Επίσης ανέφερε  ότι, «ορισμένα από τα εγκλήματα, που ορίζονται στο Καταστατικό, θεωρούνται και στη χώρα μας αξιόποινες πράξεις και μπορούν να υπαχθούν σε υπάρχουσες διατάξεις, όπως αυτή της  ανθρωποκτονίας με πρόθεση (άρθρο 299 παρ. 1 Ποινικού Κώδικα), του εξαναγκασμού αιχμαλώτου πολέμου να παράσχει πληροφορίες στις εχθρικές ένοπλες δυνάμεις (άρθρο 159 Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα), της βιαιοπραγίας εναντίον αμάχων (άρθρο 161 Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα) και κατά αιχμαλώτων (άρθρο 156 Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα) κ.ο.κ. Ακριβής και πλήρης αντιστοίχιση, όμως, με όλες τις πράξεις που ορίζονται στο Καταστατικό, καθώς και αντιστοίχιση ποινών, δεν υπάρχει, γι’ αυτό πρέπει να τυποποιήσουμε τις πράξεις αυτές ως εγκλήματα, ορίζοντας με σαφήνεια την υποκειμενική και αντικειμενική τους υπόσταση και την προβλεπόμενη ποινή.

 

Στην προσπάθεια διεθνοποίησης της ποινικής νομοθεσίας και με σκοπό την εκπλήρωση των ειλημμένων διεθνών υποχρεώσεών μας, διαμορφώθηκε το παρόν νομοσχέδιο, αφού ελήφθησαν υπόψη οι νομοθετικές ρυθμίσεις και άλλων ευρωπαϊκών χωρών, και ιδίως της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Το νομοσχέδιο έλαβε την τελική του μορφή, αφού συνεκτιμήθηκαν  σχόλια που διατυπώθηκαν κατά τη δημόσια διαβούλευση και παρατηρήσεις φορέων, αλλά και μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, που επέφερε ο κ. Υπουργός, αποδεχόμενος τις ενστάσεις και τους προβληματισμούς, που εκφράστηκαν κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην Επιτροπή.

 

Με το νομοσχέδιο αυτό ρυθμίζονται οι διαδικασίες  της δικαστικής συνεργασίας των  ελληνικών δικαστηρίων με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και ορίζεται ρητά ότι αποτελούν εγκλήματα και διώκονται ποινικά, η γενοκτονία, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τα εγκλήματα πολέμου κατά προσώπων, κατά της ιδιοκτησίας και άλλων δικαιωμάτων, κατά ανθρωπιστικών επιχειρήσεων και εμβλημάτων, και τα εγκλήματα πολέμου που τελούνται με χρήση απαγορευμένων μεθόδων ή μέσων διεξαγωγής του πολέμου. Πρόκειται ιδίως για εγκλήματα τελούμενα κατά προσώπων που προστατεύονται από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, όπως ο άμαχος πληθυσμός, οι τραυματίες, οι αιχμάλωτοι πολέμου κλπ».

 

Κλείνοντας την  εισήγησή της, η κα Κυριακοπούλου  τόνισε ότι «δεσμευτήκαμε διεθνώς να συμβάλουμε ουσιαστικά στη δίωξη των εγκλημάτων ανθρωπιστικού δικαίου. Επιπλέον, με την ψήφιση του παρόντος νομοσχεδίου καλύπτεται σχετικό κενό στη νομοθεσία της χώρας μας και κατοχυρώνεται η πρωταρχική μας δικαιοδοσία για δίωξη και τιμωρία των εγκλημάτων αυτών».

Κοινοποίηση
Tweet

Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr

Σχόλια

Ειδήσεις