ΑΠΟΨΕΙΣ

/

Μια αληθινή χριστουγεννιάτικη ιστορία στην Πάτρα

Κοινοποίηση
Tweet

της Αναστασίας Δημητροπούλου

«Οι μέρες των Χριστουγέννων είναι για να μοιράζονται, άλλωστε», του λέω όταν κλείνει το χέρι μου στο δικό του. «Όλες οι μέρες είναι για να μοιράζονται, καρδούλα μου. Μ' αυτούς που μας μαθαίνουν να αποκωδικοποιούμε την παντομίμα της αγάπης. Χρόνια μας πολλά!»

_

Κοιμόταν ανάσκελα. Ο καρπός του στηριζόταν ανάποδα στο μέτωπό του. Η ανάσα του ανεβοκατέβαινε αργή στο στέρνο του, και στα υγρά του χείλη ξεκουραζόταν μια ηλιαχτίδα που είχε γλιστρήσει στο χώρο μέσα απ' τα παραθυρόφυλλα. Έσκυψα να τον φιλήσω απαλά, κι εκείνος αναδεύτηκε από ευχαρίστηση χωρίς όμως να βγεί από τη φυσαλίδα του ονείρου. Το ρολόι στο κομοδίνο έδειχνε ήδη εννέα. Σχεδόν πετάχτηκα από το κρεβάτι. Κίνησα για την κουζίνα. Δεν ήξερα καλά τα κατατόπια του σπιτιού του, αλλά δεν μου πήρε πολύ για να βρω όσα χρειαζόμουν.

Σιγομουρμούριζα το αγαπημένο μου «Driving home for Christmas» όσο τηγάνιζα τα αβγά και το μπέικον. Οι φρυγανιές περίμεναν στα πιάτα αλοιμένες με βούτυρο και μέλι. Ο χυμός ίδρωνε τα δυο ποτήρια στο τραπέζι και ο χώρος μύριζε πρωινό ερωτευμένων. Έφτιαξα αρκετές τηγανίτες, παρόλο που δεν με ενθούσιαζε το σχήμα που τους είχα δώσει, και είχα ανοίξει το βαζάκι με την πραλίνα φουντουκιού. Αφού ακούμπησα και το τελευταίο πιάτο με τις λιχουδιές στο τραπέζι, επιθεώρησα με περίσσια περηφάνια τα δημιουργήματά μου. Έμενε μόνο να ξυπνήσει εκείνος τώρα. Λογικά δεν θα αργούσε. Ήμουν βέβαιη πως το άρωμα του ζεστού καφέ τού γαργαλούσε με πείσμα τα ρουθούνια.

Όσο περίμενα, πλησίασα στο παράθυρο. Τράβηξα την κουρτίνα. Ο καιρός δεν αστειευόταν και το κρύο ήταν τσουχτερό, παρόλο που ο ήλιος έλαμπε στο κέντρο του ουρανού. Ένας τρελός αέρας παράσερνε στο διάβα του πλαστικές σακούλες, ξερά φύλλα και ένα αδέσποτο γάντι. Η σκασμένη μάζα ενός ροζ μπαλονιού ξαπόσταινε στον γυμνό κορμό του δέντρου έξω από το σπίτι, μα την προσοχή μου σύντομα τράβηξε κάτι άλλο. Και δεν ήταν η γάτα που έγλειφε τη γούνα της ακριβώς στη μέση του δρόμου αδιαφορώντας για τα αυτοκίνητα.

Δύο παιδιά ήταν που έσπρωχναν ένα αναπηρικό καρότσι με ένα τρίτο επάνω. Δύο αγόρια και ένα κορίτσι. Δεν ήταν πάνω από δέκα ή δώδεκα ετών. Φορούσαν πολύχρωμους σκούφους και γύριζαν ακούραστα από πόρτα σε πόρτα με τα τρίγωνά τους σε ετοιμότητα. Τα δύο αγόρια είχαν αναλάβει να χτυπούν εναλλάξ τα κουδούνια μα δεν υπήρχε απόκριση. Δεν απείχαν πολύ κι έτσι μπορούσα να δω ζωγραφισμένη την απογοήτευση στα πρόσωπά τους. Παραμονή Χριστουγέννων κι οι άνθρωποι δεν ανοίγουν μήτε την πόρτα μήτε την καρδιά τους στους άλλους ανθρώπους, σκέφτηκα. Δε μπορεί να λείπουν όλοι. Λείπει από όλους όμως η αγάπη, η ανθρωπιά, το χαμόγελο και η καλή διάθεση. Λείπει από όλους η γενναιοδωρία κι η καλή ψυχή. Λείπουν όσα διαθέτει μέσα του ένα παιδί. Παζλ σε σύγχυση είμαστε εμείς οι μεγάλοι και γυρεύουμε διαρκώς τον εαυτό μας στους καθρέφτες των άλλων, αλλά κι έναν παράδεισο επί γης.

Κι όμως υπάρχει θρυμματισμένος γύρω μας. Μας δίνει μια δεύτερη ευκαιρία κάθε μέρα, την οποία πολλές φορές αφήνουμε ανεκμετάλλευτη ή καπηλευόμαστε μονάχα για τη δική μας βολή. Ακόμα κι οι αγκαλιές μας είναι απρόσωπες, άμορφες και βιαστικές. Δεν ζεσταίνουν τα κορμιά, δεν ακουμπούν καν μεταξύ τους. Μετατρέπονται σε φτηνά αναλώσιμα προϊόντα προς βρώσιν και πόσιν των φωτογραφιών που αναρτούμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κι εμείς χωριζόμαστε σε ενεργές και ανενεργές κουκίδες, κι αφήνουμε το αληθινό νόημα της ζωής να περνά σαν τον κλέφτη πίσω από οθόνες. Ανοίγουμε τα μηνύματά μας, αλλά το μήνυμα της ύπαρξης περνά πάντα στα ψιλά.

Οι ρόδες του καροτσιού κυλούν με δυσκολία στο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι. Τα τρία παιδιά δεν γελούν, τα τρίγωνα κουνιούνται άνευρα στα χέρια τους. Οι μύτες τους είναι κατακόκκινες από το κρύο και τα μάτια τους σχεδόν υγρά. Τρέχω ως την πόρτα και περιμένω να ακούσω το κουδούνι. Έχει έρθει η σειρά μας. Περιμένω για να τους ανοίξω. Ακούω το καρότσι να τρίζει. Φορώ το πιο πλατύ από τα χαμόγελά μου κι αγγίζω το πόμολο. Δεν θα περιμένω πολύ. Κάποιο από τα δύο αγόρια θα χτυπήσει. Μερικά δευτερόλεπτα περνούν. Τίποτα. Περνούν ακόμα πιο πολλά. Ορκίζομαι πως το τρίξιμο του καροτσιού αρχίζει να απομακρύνεται.

Δεν υπάρχει κάτι για να με κρατά πια. Ανοίγω την πόρτα και ο παγερός αέρας αμέσως μού ανακατώνει τα μαλλιά. «Εμάς μας ξεχάσατε», λέω και τρία ζευγάρια παιδικών ματιών γυρίζουν προς το μέρος μου. «Κανένας δεν μας ανοίγει στη γειτονιά σας», μού αποκρίνεται το μεγαλύτερο αγόρι. «Εγώ θέλω πολύ να ακούσω τα κάλαντα από εσάς», απαντώ. «Ναι!» ακούγεται χαρούμενη η κοριτσίστικη φωνή στο αναπηρικό καρότσι. Τα δύο αγόρια θα ανταλλάξουν μια ματιά κι ύστερα θα στηθούν ακριβώς μπροστά στο κατώφλι και θα τραγουδήσουν. Νομίζω πως δεν έχω ξανακούσει πιο μελωδικές φωνές. Τρεις απόλυτα συντονισμένες μεταξύ τους φωνές που έπεσαν απ' τον ουρανό σε μια εσωτρεφή γειτονιά της Πάτρας φέρνοντας το μήνυμα των Χριστουγέννων. Ξαφνικά δε νιώθω το κρύο, δε νιώθω τίποτα. Αφήνομαι στο τραγούδι. Ενώνω κι εγώ τη φωνή μου με τα παιδιά και τα χαμόγελα θα επιστρέψουν σώα και αβλαβή στα χείλη τους. Όταν επιτέλους θα λάβω το πρώτο μου τρυφερό φιλί στα μαλλιά, το τραπέζι θα σφύζει από ζωή και ζωηρές συζητήσεις. Εκείνος θα καθίσει δίπλα μου. Όχι, δεν τον ενοχλεί που θα μοιραστούμε το σκάσιμο της μέρας από το κουκούλι της με τρία άγνωστα παιδιά που παινεύουν τις γεύσεις μου. «Οι μέρες των Χριστουγέννων είναι για να μοιράζονται, άλλωστε», του λέω όταν κλείνει το χέρι μου στο δικό του. «Όλες οι μέρες είναι για να μοιράζονται, καρδούλα μου. Μ' αυτούς που μας μαθαίνουν να αποκωδικοποιούμε την παντομίμα της αγάπης. Χρόνια μας πολλά!»

 

Αναστασία Δημητροπούλου

Φιλόλογος - Μεταφράστρια

Κοινοποίηση
Tweet

Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr

* Τα κείμενα που φιλοξενούνται στη στήλη «Απόψεις» του thebest.gr απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων και όχι του portal.

Σχόλια

Απόψεις