Back to Top
#TAGS Αιγιάλεια Δελτίο Ειδήσεων Κορωνοϊός Πανελλήνιες Εξετάσεις 2020 Αγιά Σοφιά ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Εξάπλωση κορωνοϊού Χάρτης

EXODOS

/

Ένα ταξίδι στην πόλη μέσα από τη ματιά 5 γνωστών Πατρινών

Ένα ταξίδι στην πόλη μέσα από τη ματιά 5...

Μια παλιά φωτογραφία, αγκαλιά στη θάλασσα…. -Γράφει ο Pavel

Λίγο πριν βάλει η μητέρα μου τα κλειδιά στην πόρτα του σπιτιού που μεγάλωσα, ονειρεύτηκα και ταξίδεψα νοερά με κοίταξε στα μάτια και μου είπε…, να βλέπεις, να ακούς, να αγγίζεις, να νιώθεις, να γεύεσαι….να αγαπάς τη ζωή παιδί μου!

 Πέρασαν πολλά χρόνια από εκείνη τη στιγμή, τα λόγια της μου ήρθαν άξαφνα ένα απόγευμα όταν περπατούσα στο Νότιο Πάρκο της πόλης και αποτύπωνα με τη φωτογραφική μου μηχανή τη θάλασσα, τον ουρανό και την ανθρώπινη παρουσία.

Αφήνοντας πίσω μου «τη φωτογραφία» και περπατώντας προς το κέντρο της πόλης, συνάντησα πρώτα τον Τάκη Πετρόπουλο γυμναστή μου στο 5ο Λύκειο Πατρών, ο οποίος μου θύμισε τη γειτονιά που μεγάλωσα. Έπειτα στα αυτιά μου ήχησε η φωνή του Στέλιου Αποστολόπουλου μέσα από τη Ραδιοφωνική Εκπομπή «Ανεξέλεγκτες Καταστάσεις», μοναδική συντροφιά της εφηβείας.

Φτάνοντας στο Ιντεάλ που τώρα πια δεν υπάρχει, νοστάλγησα ένα κόσμο μεταμεσονύχτια μαγικό - που μας πρόσφερε ο Νίκος Καββαδίας δημιουργός του Γυμνού Οφθαλμού - μαζί με την Ελένη των ονείρων και της ομορφιάς.

Δεν θα ξεχνούσα ποτέ τη γεύση του φιλιού της Κωνσταντίνας, στο Σούσουρο του Ηλία Χριστόπουλου στην Τριών Ναυάρχων, όταν ένα βράδυ  ταξιδέψαμε  μέσα στη νύχτα αγγίζοντας τα αστέρια και τον ουρανό.  

Στη συνέχεια τα βήματά μου με έφεραν έξω από το διώροφο οίκημα στην Κανακάρη 236 Α’, που είχαν έδρα οι εκδόσεις το Δόντι του Ανδρέα Τσιλίρα και αναπόλησα την τυχαία συνάντηση που είχα ένα Σάββατο βράδυ μαζί του και τα όσα καλά έφερε στη ζωή μου.

Όταν έφτασα σπίτι ήξερα πολύ καλά που βρίσκονταν οι μνήμες αυτών των ανθρώπων· ήταν στην ψυχή μου, στο μυαλό και στην καρδιά μου, όχι μόνο σε ένα χειρόγραφο που το είχα σαν το πιο ακριβό δώρο που μου προσφέρθηκε…

Είναι φορές που χωρίς αφορμή,

μέσα μου τρέμει μια ξένη φωνή,

που μου θυμίζει στιγμές από παλιές μου ζωές

Στίχοι: Μιχάλης Γκανάς

 

Μια αξέχαστη μέρα από το μακρινό 1964

του Τάκη Πετρόπουλου

Τάκης Πετρόπουλος

Τάκης Πετρόπουλος

Αχνές οι μνήμες στο βάθος του χρόνου, ξετυλίγονται σαν πολύχρωμο μεταξένιο κουβάρι…

Η περιπλάνηση της φαμίλιας στις φτωχογειτονιές στα ανατολικά της πόλης τελείωσε στην Παγώνα γύρω στα 1963. Στο μικρό απότομο λόφο στους πρόποδες του Παναχαϊκού, που πήρε το όνομα του από τη θρυλούμενη  στοιχειωμένη πανέμορφη έφιππη Νεράιδα. Στο δικό μας πλέον σπίτι σκαρφαλωμένο στο λόφο, πνιγμένο στη βλάστηση, βγαλμένο λες από παραμύθι, που έστεκε άγρυπνος φρουρός της ρεματιάς που κατέβαινε από του Διάκου ανάμεσα στη Σαμακιά και το Στρατιωτικό Νοσοκομείο.

Η Ελλάδα κατσιασμένη τότε αγκομαχούσε στην κακοτράχαλη ανηφόρα της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής περιόδου, αναζητώντας αγωνιωδώς το νέο της στίγμα. Η βία και η τρομοκρατία του κράτους, του ανεξέλεγκτου παρακράτους και των παραστρατιωτικών καρκινωμάτων οργίαζε σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Οι εξορίες-κολαστήρια των κομμουνιστών κι αριστερών αγωνιστών, οι πολιτικές δολοφονίες, η φαυλότητα, η αυταρχικότητα και η  καμαρίλα των ανακτόρων συνέθεταν το ταραγμένο και δύσοσμο εγχώριο πολιτικό κλίμα μέσα στο διεθνές πλαίσιο της   περιόδου του ψυχρού πολέμου.

Ήμουν δεν ήμουν δέκα χρονών όταν έκανα την παρθενική μου διαδήλωση  διαμαρτυρίας στην πλατεία Γεωργίου. Το σύνθημα ήταν 1-1-4 και η παρουσία της νεολαίας επιβλητική.  Γαντζωμένος στο στιβαρό χέρι του Πατέρα, επέπλεα με δυσκολία σε μία παλλόμενη οργισμένη λαοθάλασσα. Εικόνα άφθαρτη στο χρόνο, που αργότερα θα την συνέδεα με την αριστουργηματική ξυλογραφία «ο Λαός»,  του εθνικού μας χαράκτη Τάσσου. Δεν καταλάβαινα και πολλά τότε, αλλά η σπορά του Πατέρα δεν πήγε χαμένη. Με την ψυχή διάλεξα πρώτα μετερίζι στα αριστερά για να γίνει μετά από χρόνια, φοιτητής πια, συνείδηση.

Εκείνη η ημέρα ήταν γιομάτη. Ότι είχαν κλείσει τα σχολεία και είχαν αρχίσει τα  καθημερινά οικογενειακά μπάνια. Το πήγαινε – έλα των λαϊκών οικογενειών με το αστικό ΚΤΕΛ της γραμμής Σύνορα – Πλαζ ήταν μέρος μιας διαδικασίας κοινωνικότητας. Στο Στάδιο της Παναχαϊκής υπενθυμιστικά ακουγόταν επιτηδευμένα και  μακρόσυρτα η φωνή του εισπράκτορα με το πηλίκιο «Τέρμα τα μία και τριάντα».

Όταν γυρίσαμε σπίτι εξουθενωμένοι από τις βουτιές και τα παιγνίδια στη θάλασσα μας περίμενε μια ωραία έκπληξη. Ο Πατέρας που είχε θυσιάσει εκείνη την ημέρα το ουζάκι του στου Μαρκάτου μετά τη δουλειά με το φίλο και συνάδελφο του Χρήστο Στολάκη, όντας μερακλής είχε φτιάξει κροκέτες από ψάρι, που ήταν το αγαπημένο μου και καλαμαράκια τηγανιτά. Το τραπέζι ήταν στρωμένο στη μικρή αυλή κάτω από το βαθύ ίσκιο της κληματαριάς. Το κρασί φίνο από την ταβέρνα του Μπάμπη Γιαννάτου και το νερό βγήκαν κρύα από το ψυγείο. Η Μάνα σερβίρισε με τις συνήθεις παραινέσεις της και πέσαμε με τα μούτρα στο φαί εν μέσω σχολίων για το μπάνιο, τη γειτονιά, τη δουλειά του Πατέρα στο ΙΚΑ, την πολιτική κατάσταση κ.ο.κ. 

Η μεσημεριανή κατάκλιση και ησυχία ήταν υποχρεωτική επί ποινή αποκλεισμού από το απογευματινό παιγνίδι στην αλάνα του Γούτη ή το θέατρο σκιών και το κουκλοθέατρο τα Σαββατοκύριακα. Συντροφιά με το Μικρό Ήρωα Γιώργο Θαλάσση, την Κατερίνα και το Σπίθα, τους Γκαούρ Ταρζάν και τη Τζέην και φυσικά τα Κλασσικά Εικονογραφημένα Όλιβερ Τουίστ, Η Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά, Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες κ.ά.

Ήμουν ανυπόμονος κι όλος περιέργεια γιατί το απόγευμα θα κατέβαινα με τον Πατέρα για πρώτη φορά σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην κεντρική πλατεία. Μέχρι να έρθει η ώρα να φύγουμε κατέβηκα στην αλάνα του Γούτη ντυμένος με τα καλό μου κοντό παντελονάκι και το λευκό πουκάμισο, που μου τα είχε φτιάξει για τις γιορτινές ημέρες η Θεία Κατίνα.

Στην αλάνα του Γούτη που ήταν πιο κάτω στο φιδωτό δρόμο που ενώνει τα Σύνορα με την Παγώνα και στου Κουρλαμπά πιο κάτω στα Καροτσάκια έπαιζα μανιωδώς ποδόσφαιρο με την τσετία της γειτονιάς, μέχρι να με κερδίσει το μπάσκετ. Δυο πιτσιρικάδες έπαιζαν μπακότερμα. Η τσετία της γειτονιάς ήταν μαζεμένη κάτω από τον ίσκιο μιας μεγάλης ελιάς. Ένα ταξίμι απέριττο ξεπήδαγε από το μπουζούκι που κρατούσε κι έπαιζε επιδέξια ένα 17χρονο αγόρι. Η φωνή βγήκε βαθιά από μέσα του κι έσκισε τον αέρα… Που να βρω γυναίκα να σου μοιάζει και μετά … Όξω ο βοριάς σφυρίζει κι είμαι μοναχός. Ένα αλάνι μεγαλύτερο με το τσιγάρο στο  στόμα και νταλκά βαρύ έριξε δυο στροφές  Ταμπαχανιώτικο. Αργότερα θα μάθαινα ότι το  17χρονο αγόρι με το μπουζούκι και τη βαθιά φωνή ήταν ο Μπάμπης Γκολές.

Το βράδυ μετά τη συγκέντρωση  συναντηθήκαμε με την υπόλοιπη οικογένεια  στο Θέατρο Σκιών  «Ρεκόρ» στου Τσολιά. Με πασατέμπο και μπιράλ υποδεχτήκαμε τον Πασχάλη, τον Περικλέτο, τον Καζανόβα στην σπαρταριστή παράσταση «Η χρεωμένη κηδεία» του ανεπανάληπτου κουκλοπαίχτη- καραγκιοζοπαίχτη και θείου μου Σωτήρη Ασπιώτη, για να πάρει τη σκυτάλη μετά στο μπερντέ ο σπεσιαλίστας Μητσάκης (Δημήτρης Ματσούκας) με το ηρωικό έργο «Ο καπετάν Απέθαντος».

Γιομάτη ημέρα φωλιασμένη αναλλοίωτη στη μνήμη!

Πάτρα, 2 Ιουνίου 2020

Οχτώ

του Στέλιου Αποστολόπουλου

Στο απίθανο καρουσέλ που λέγεται ζωή και στην ντίσνειλαντ αναμνήσεων, τον οδηγούν λέξεις και εκφράσεις. Μέσα στον παράξενο τούτον Ιούλη ψάχνει σωσίβιο και το βρίσκει όπως πάντα στη μουσική…. Μμμμμ ναι, θα ήταν μία λύση αλλά χρειάζεται και εικόνα

Ομόνοια

Το σινέ Oμόνοια και η ψησταριά Βασίλης είχαν για αυτόν μια κοινή πόρτα, από τη μια έμπαινε και από την άλλη έβγαινε. Το δικό του σινεμά είχε άρωμα από σουβλάκι και μουστάρδα και από την άλλη “ψήστες” με  εμπειρία  και την μαγεία των Κόπολα, Ταρκόφσκι  και Φελίνι. Το La Strada ήταν η πρώτη ταινία που είδε στη ζωή του και ο δρόμος άνοιξε. Κάθε ταινία και ένα κομμάτι της διαδρομής του.

Βινύλιο

Κλαίει ακόμα όταν βλέπει παντελόνια βινυλίου με τη σκέψη ότι πάει χαμένο το υλικό… Ράδιο Πάτραι, Musical, Sticky Fingers, Μοναστηράκι. Τα  αυλάκια του δίσκου είναι γεμάτα χαρές και δάκρυα … Μια χαρμολύπη σε 33 στροφές και ένα χειροκρότημα ή ένα σολάρισμα 45 στροφών. Από τις καλύτερες μεταφορές βιβλίων στη μεγάλη οθόνη το High Fidelity, έγινε και σειρά φέτος αλλά δεν την πήραμε χαμπάρι.

Ραδιόφωνο

H ταινία του Ρίτσαρντ τζένκινς διανεμήθηκε στην Αμερική με τον τίτλο Pirate Radio. Εμείς στην Ελλάδα την είδαμε με τον τίτλο «the boat thαt rocked. Ένα πειρατικό ραδιόφωνο που εκπέμπει από τη θάλασσα, τώρα που το σκέφτεται από εκεί δεν έκανε ποτέ  εκπομπή, μπορεί και να έκανε όμως … , ένα βουητό λυχνίας ίσως είναι ενεργό ακόμα από το 504 του Μουσικού Δίαυλου.

Νύχτα

Ζήλεψε τον Τραβόλτα ; Είχε μια εποχή το ίδιο μαλλί, τις ίδιες καμπάνες, το ίδιο κορίτσι; Δεν είχε τις φιγούρες στη πίστα γιατί προτιμούσε να τις δημιουργεί ο ίδιος με τις επιλογές του στα πικ απ. Tiffany’s, Piscina, Traffic, Arena. Η μουσική θα είναι πάντα ντίσκο, άντε ποπ και ροκ. Ο πυρετός το Σαββατόβραδο όμως παραμένει υψηλός. Οι Αφροαμερικάνοι το λένε «you ve got the fever babe”

Καρναβάλι

Κάτι θέλει να πει για το καρναβάλι όμως… ας  του δώσουμε το μικρόφωνο: «Πιστεύω πως ο Παράδεισος του Τότη είναι η καλύτερη και πιο αντιπροσωπευτική ταινία που έχει γυριστεί ποτέ για το καρναβάλι της Πάτρας, είναι το δικό μας Orfeo Negro, έχει την πανσπερμία και την ξεθεωμένη ηδονή της γενιάς μου» Από τις μπούλες  στην Ομόνοια στο 69 στο 222, Dj στις παρελάσεις, στα πάρτυ, καρναβαλέρια...

Ανεξέλεγκτες Καταστάσεις

Στις ανεξέλεγκτες καταστάσεις του Κεν Ράσελ οι θάλαμοι και τα ψυχοτρόπα έδιναν και έπαιρναν. Ψυχεδέλεια, αγάπη, μουσική, συνοδοιπόροι, ο Σάκης, ο Γιώργος, ο Τάσος, ο Φάνης, η Αλέκα, ο Σπύρος, ο Μιχάλης, ο Νικεφίξ, η Νατάσσα, ακροατές, αφιερώσεις, τραγούδια, πλέιλιστ πριν τις playlist, ΜΚ2, νεύρα, έλα, φύγε, έρωτες, γάμοι, χωρισμοί, δεν το κάνουν πια έτσι, μελό γίνεσαι, τελείωνε μια εκπομπή ήταν, και μετά ; το τέλος είναι η αρχή είναι το τέλος.

Απόλλων Πατρών

Στο Κουκούλι έζησε την αθλητική μεταμόρφωση. Είδε την ομάδα του τον Απόλλωνα Πατρών να μεταμορφώνεται από νύμφη της Αχαΐας σε πολύφερνη νυχτοπεταλούδα του ελληνικού μπάσκετ, το 7 του Κώστα του θεού να είναι το αμάρτημα των αντιπάλων το τοτέμ και τα Σάββατά του. Και όπως έλεγε ο Τζιν Χάκμαν ως κόουτς Νόρμαν Ντέιλ στο Ηoosiers: “ Five players on the floor functioning as one single unit: team, team, team - no one more important that the other.”

Φιλία

Υπάρχουν οι ουλές της ζωής που αφήνουν τατουάζ- σημάδια, καύκαλα τα οποία αν σιχαίνεσαι το αίμα δε μπορείς να ξεφλουδίσεις. Έχει κάπου να πιαστεί, ένα χέρι να αρπάξει για να σφιχτεί ή να δώσει high five. Αυτό του φίλου… Υπάρχουν πολλοί αντίστοιχοι Ρίβερ Φίνιξ στη ζωή του όπως και η παρέα στο φιλμ-ύμνο για τη  φιλία το stand by me.

Ευχαριστώ τον Μιχάλη Παπαγεωργίου που βοήθησε στο να γίνει κείμενο η ιδέα.

Φωτό Πέτρος Χρυσοβιτσάνος 1978  στην μηχανή του Σινέ Ομόνοια.

Πάτρα, 20 Ιουλίου 2020

 

ΩΣ ΜΗ

μιά φανταστικά αληθινή και αληθινά φανταστική ιστορία

του Νικολάου Ε. Καββαδία

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Στις τσιμεντένιες κερκίδες του ανοικτού γηπέδου της Ε.Α.Π, στον Άη-Διονύση, εντεκάχρονο πιτσιρίκι, άκουσα για πρώτη φορά μιά λέξη, που έμαθα την πραγματική της σημασία πολλά χρόνια αργότερα, όταν ήμουν, πιά, φοιτητής και φέρελπις νέος στην Αθήνα.

Στο βόλλευ, όταν διά "γυμνού οφθαλμού" δεν ήταν δυνατό να ξεχωρίσεις, εάν η μπάλα ήταν μέσα, πάνω ή έξω από την γραμμή, υπήρχε και η λύση της επανάληψης.

"Ως μη" ακούγαμε ή φωνάζαμε - ανάλογα με το εάν είμασταν θεατές ή παίκτες - και η φάση επαναλαμβανόταν. Στο δικό μου παιδικό μυαλό και γραμματική αυτό το "ως μη" είχε καταχωρηθεί σαν..."οσμή", αφού το έβρισκα απόλυτα λογικό η μπάλα να είχε πάρει μιά οσμή, από την γραμμή του τσιμεντένιου γηπέδου, ακουμπώντας την ή όχι.

Από την άλλη, ένα εντεκάχρονο πιτσιρίκι, στην δική μου εποχή της αλάνας, όσο καλός μαθητής και να ήταν, δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί, ότι μιά φάση επαναλαμβάνεται "ως μη γενόμενη".

Πριν δυό χρόνια, μεσάνυχτα στο Νότιο Μπραζίλι, με την γεύση της γομολάστιχας στο στόμα και την τρίχρονη κόρη μου να κοιμάται ήρεμα στο πλευρό μου, καθώς την κοιτούσα πανέμορφα γαληνεμένη, πήρα λίγο χρώμα από τα μάτιά της κι άρχισα να βάφω με "οσμή" τα "ως μη" της ζωής μου, που άρχισαν να μπαίνουν στο μικρό δωμάτιο.

Την γυναίκα, που λάτρεψα και  είχε την οσμή του ανεκπλήρωτου, την έβαψα με μπλε και μαύρο κι έτσι αυτός ο "ως μη" γενόμενος έρωτας με πονούσε λιγότερο. Κάποτε παραλίγο να με καταπιεί...

Το "ως μη" γενόμενο ταξίδι με το μεταμεσονύχτιο τραίνο για Αθήνα, που έμεινα στον Σταθμό να το κοιτάζω, το έβαψα πορτοκαλί και του έδωσα την μυρωδιά της "Πορτοκαλί" ομάδας του Ιπτάμενου Ολλανδού με το 14 στην πλάτη, που μοσχοβολούσε μαγεία και αεράκι.

Την "ως μη γενόμενη" ταινία, που δεν γύρισα ακόμα, την έβαψα κόκκινη και της έδωσα την οσμή του ονείρου. "Και θα την γυρίσω και θα την προβάλλω μεσάνυχτα στο Ιντεάλ", υποσχέθηκα μ’ ένα φιλί στην ωραία κοιμωμένη

Τα "ως μη" γενόμενα μαύρα χρόνια του Αγίου Μάρκου του Συριανού, τα έβαψα με την λάμψη των ματοκλάδων της και το χρώμα των λουλουδιών του κάμπου, που ζωγράφισε ο άλλος Άγιος, ο Βικέντιος ο Αυτόχειρας

Το γκολ, που έκρινε την παγκόσμια κούπα και ποτέ δεν μάθαμε εάν ήταν έγκυρο ή μή, του έδωσα την μυρωδιά της αμφιβολίας και το έβαψα κίτρινο, σαν το καναρίνι της μάνας μου, που δεν άντεξε τον θάνατό της και την ακολούθησε, ακριβώς, ένα χρόνο μετά.

Τι θα γινόταν το "ως μη" και η "οσμή" μου εάν την δεκαετία του εβδομήντα υπήρχε VAR?. Από παιδί μπέρδευα την Τεχνολογία με την Λογοτεχνία.

Όταν μεγάλωσα, κατάλαβα, ότι η Λογοτεχνία είναι οσμή, ενώ η Τεχνολογία χειρότερο "ως μη" κι από την έκτρωση.

Κάπως έτσι κύλησε όλη η νύχτα. Η κόρη μου είχε σκαρφαλώσει πάνω μου και μέσα στο όνειρο κάτι ψιθύριζε. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι.

Τα ακατάληπτα λόγιά της, όμως, μύριζαν όπως το τσιμέντο τα καλοκαίρια του εβδομήντα στις κερκίδες του ανοικτού γηπέδου της "Είσαι Αγάπη Παντοτινή".

(Στην μνήμη του Σάκη Παπλά)

Πάτρα, 16 Ιουλίου 2020

Μια ξεχωριστή ημέρα

του Ηλία Χριστόπουλου

ΗΛΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΗΛΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Το 1984 που το Σούσουρο άνοιξε τις πύλες του για να διεκδικήσει και να πάρει τελικά ένα μικρό κομμάτι από τη κοινωνική ζωή της πόλης, ήταν και η χρονιά που ο Όργουελ γράφοντας το 1948 το βιβλίο του (1984),  προφήτευσε το ολοκληρωτικό καθεστώς του μεγάλου αδελφού που σαν τέτοιο ολοκληρώνεται τώρα.

Ας πάμε λοιπόν στο 1984 το "Σούσουρο" που με το άνοιγμα του βρίσκει μια κοινωνία που κάνει κοινωνικά, οικονομικά και πολιτιστικά άλματα,  συμπυκνώνοντάς  τα σε μικρό χρονικό διάστημα λόγω κυρίως της χούντας, της μεταπολίτευσης και τελικά της μεγάλης πολιτικής αλλαγής στην Ελλάδα.

Έτσι λοιπόν γεννιέται μια νέα μεγάλη μεσαία κοινωνική τάξη με έντονη πολιτικοποίηση, με κατάκτηση εργασιακών δικαιωμάτων, με αύξηση μισθών και τις γυναίκες να κερδίζουν - δικαιωματικά- την κοινωνική ισότητα που χρόνια πάλευαν, καθώς επίσης εμφανίζονται και τα πρώτα οικολογικά κινήματα.

Για να μη κουράζω και για να καταλάβουν εκείνη την εποχή οι σημερινές γενιές, τότε που το Σούσουρο άνοιξε στη Παντανάσσης ένας εργαζόμενος στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομές με το μισθό του μπορούσε να καλύψει όλες του τις ανάγκες στο σπίτι (Ενοίκιο-ρεύμα διατροφή) και σχεδόν κάθε βράδυ να βγαίνει στα ουζερί, και τις ταβέρνες, άντε κι ένα κρασί στο Χάραμα, στην Αποθήκη, το Ντέφι κλπ.

Χαμός κάθε βράδυ και στο Σούσουρο αφού εξαργύρωνα κι εγώ τη συμμετοχή που είχα και ήταν μεγάλη και καθημερινή στη κοινωνική και πολιτική ζωή της Πάτρας μας.

Τότε εμφανιστήκαν και οι πρώτες γυναικοπαρέες στα νέα ουζερί που είχαν γίνει και προσφέρανε μεζέδες και πιάτα περίπου παρόμοια με αυτά των φαγάδικων. 

Το ούζο τότε (25 αντί 38 βαθμούς οινοπνεύματος)  έφτανε σε κατανάλωση σχεδόν το 1/2 L κατ’ άτομο και αρκετές εξ’ ίσου μεγάλη η κατανάλωση στις μπύρες.  (Κρασί και  τσίπουρο σχεδόν καθόλου)

Μια μεγάλη διαφορά του τότε με το σήμερα ήταν πως οι άντρες εκείνης της εποχής την "πέφτανε" άγρια στις κοπέλες που ήταν μονές τους κι εγώ είχα ...καθήκον να κρατώ ισορροπίες και να ελέγχω τα κεράσματα… Καμία σχέση με ότι συμβαίνει σήμερα.

Από τη Παντανάσσης του 1984 μέχρι την Τριών Ναυάρχων του 2020 μεσολάβησαν μετακομίσεις, η απώλεια της αδελφής μου που ήταν η ψυχή και το στήριγμα του μαγαζιού.

Ιστορίες και γεγονότα πάρα πολλά που αν αρχίσω να γράφω θα χρειαστώ τόμους πολλούς, γι’ αυτό θα σταθώ στα τελευταία χρόνια σε καταστάσεις που με συγκίνησαν και που έχω σημεία αναφοράς.

Το πρώτο είναι η σύνδεση της παλιάς γενιάς με τη νέα.

Αρκετοί ήταν οι νέοι που μου έλεγαν πως και οι γονείς τους ήταν πελάτες μου και μάλιστα ανακάλυψα πως κάποιοι από τους γονείς αυτούς γνωρίστηκαν στο Σούσουρο

Επίσης κάθε Σεπτέμβρη ήταν αρκετοί αυτοί που τώρα -όπως και αυτοί- πέρασε το παιδί τους σε κάποια σχολή της Πάτρας και μια συγκίνηση αναπολώντας τα παλιά υπό το βλέμμα του απορημένου νέου-νέας την νιώθαμε.

Στα δέκα χρόνια της Τριών Ναυάρχων δεν υπήρξε μήνας για να μην ορίσω μικρότερο χρονικό διάστημα που να μην έρχονταν στο μαγαζί ένας παλιός πελάτης - φίλος πολλές φορές- από άλλες πόλεις ακόμα και από το εξωτερικό.

Δεν θα απαριθμήσω τους επώνυμους  που πέρασαν το κατώφλι του μαγαζιού αλλά στενοχωρήθηκα για τον Καζαντζίδη που το 1984-85 τον έφερε ο Σάκης ο Χριστόπουλος και δεν μπήκε στο μαγαζί γιατί ήταν γεμάτο και βέβαια θα γινόταν χαμός οντάς αυτός ντροπαλός. Ήλθε άλλη μια φορά στο Μονοδένδρι καθημερινή μεσημέρι και ήμουν κλειστός.

Την μέρα όμως με τη μεγαλύτερη συναισθηματική φόρτιση όμως θα σας την πω τώρα. 

Μια ημέρα πριν ενάμιση χρόνο συνάντησα τυχαία στο δρόμο μια παλιά φίλη, τη Γεωργία και συνάδελφο από τα χρόνια της μισθωτής εργασίας, που μετά την απώλεια του δικού της παιδιού ασχολείται με παιδιά που χρήζουν βοήθειας.

Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα και της πρότεινα να φέρει τα παιδιά μια μέρα στο μαγαζί να τα κεράσω. Για να μην πολυλογώ καταλήξαμε να έρθουν τα παιδιά της κιβωτού που μια άλλη φίλη και παλιά συνάδελφος κι αυτή η κυρία Σία πρόσφερε τη βοήθειά της εκεί.  Πράγματι επικοινώνησα με τη κυρία Σία και καταλήξαμε να έλθουν περί τα 25 παιδιά μια Τέταρτη απόγευμα να τους κάνω το τραπέζι. 

Ενθουσιάστηκα με την ιδέα και αφού η φίλη η Σία με προειδοποίησε αν μπορώ να διαχειριστώ τη κατάσταση και την απορία των παιδιών για τη δική μου διαφορετικότητα μου συνέστησε πως η μουσική εκείνο το απόγευμα δεν θα ήταν Μάλαμας και Θανάσης Παπακωνσταντίνου μιας και ήξερε τις καλλιτεχνικές μου προτιμήσεις και ...γελάσαμε φυσικά ..

Ήλθε λοιπόν εκείνη η Τετάρτη και τα παιδιά συνοδεύονταν από 5-6 πολύ αξιόλογους συνοδούς, πλημμύρισαν και ζωντάνεψαν με τις φωνούλες τους το μαγαζί.

Τέτοια χαρά και τέτοια όρεξη για ζωή δεν το περίμενα. 

Αφού έφαγαν τα μπιφτέκια τους με τη σαλάτα τους ήλθε η ώρα της μουσικής και τα παιδιά μου ζήτησαν να βάλω τον Αργυρό και τα ξημερώματα. Χωρίς να το καταλάβω άρχισα να χορεύω μαζί τους με διπλωμένα τα χέρια στους ωμούς ενός πανέμορφου μικρού κοριτσιού που χορεύοντας με ρώταγε επίμονα ..."Μ’ αγαπάς?"  Ναι κούκλα μου της λέω .. Με πήραν τα ζουμιά και βγήκα έξω να ηρεμήσω (Όπως και τώρα που τα γραφώ πήγα κι έπλυνα το πρόσωπό μου ...Τέτοια συγκίνηση δεν την περίμενα 

- Ρε ψυχοπονιάρη συγκινήθηκες μου λέει η Σία ...

Τέλος πάντων μπήκα ξανά στο μαγαζί και άρχισα να μιλάω και να απαντάω στα εύλογα ερωτήματα τους : Γιατί είσαι μικρός ? Έχεις γυναίκα ? Από που είσαι? και άλλα παρόμοια αθώα και όμορφα ερωτήματα που είχαν αυτά τα παιδιά που οι γονείς τους είχαν παρκάρει στο άσυλο ....  μετά από ένα διάστημα επαναλάβαμε αυτή τη συνάντηση που ήταν πάλι όμορφη αλλά όχι πλέον πρωτόγνωρη για μένα .. 

Αυτή τη μέρα δεν θα την ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου και πάντα θα με κυνηγά ένα χρέος που έχουμε όλοι μας απέναντι σε παιδιά που έχουν ανάγκη την αγάπη μας και τη στήριξή μας . 

Γεια σας

Πάτρα, 5 Ιουλίου 2020

 

«Η προφητεία και το ντιβάνι»

του Ανδρέα Τσιλίρα

ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΣΙΛΗΡΑΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΣΙΛΗΡΑΣ

Όταν ζεις επί δεκαετίες με μια πόλη περνάς μαζί της από σαράντα κύματα. Τη γνωρίζεις, την αποδέχεσαι, την απορρίπτεις, την ερωτεύεσαι, την αγαπάς, τη βαριέσαι… και πάλι από την αρχή, όχι απαραίτητα με την ίδια σειρά. Κάθε φορά που αλλάζει η ματιά σου πάνω της, δεν ξέρεις ποιος από τους δύο φταίει. Ποιος άλλαξε πρώτος; Και ποιος θα κάνει το πρώτο βήμα για την επανασύνδεση ή τον επόμενο καβγά;

Λέγαμε κάποτε με ένα φίλο, βαθιά ερωτευμένο με την Πάτρα κι ας μην έχει γεννηθεί σ’ αυτήν, ότι αν η πόλη είχε ανθρώπινη προσωπικότητα θα ήταν σίγουρα διπολική, μάλλον σε προχωρημένο στάδιο. Με επίγνωση της ασθένειάς της, αλλά με αμφισβητούμενη διάθεση να θεραπευτεί.

Αν ποτέ καθόταν η Πάτρα στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή, θα τον κατέκλυζε ιστορίες που θα επιβεβαίωναν την πάθησή της. Κάποιες από αυτές είναι γραμμένες σε βιβλία. Κι άλλες, όχι πάντα αληθινές, αναπαράγονται στα κοινωνικά δίκτυα με χιλιάδες αναρτήσεις, η νοσταλγία των οποίων έχει πια ξεπεράσει το όριο της υπερβολής.

Διαβάζοντας αυτές τις ιστορίες καταλήγεις, χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερο χάρισμα, σε μια «προφητεία»: Στο όχι πολύ μακρινό μέλλον, εμείς ή κάποιοι άλλοι θα αναπολούμε την Πάτρα του 2020. Ίσως επειδή αυτή είναι η μοίρα των δεκαετιών. Να απορρίπτονται κατά τη διάρκεια της βασιλείας τους και να παίρνουν εκδίκηση μέσω νοσταλγίας μετά από 30-40 χρόνια. Μάρτυρες, όσοι σήμερα είμαστε λίγο πριν τα πενήντα: Μεγαλώσαμε με το μύθο των ‘60s και τώρα διαβάζουμε, τρομαγμένοι κάποιοι από μας, τις πρώτες νοσταλγικές αναφορές για τη δεκαετία του 1980 που σιγά σιγά γίνεται ιστορία και επομένως εξωραΐζεται.

Δεν αφορά μόνο την Πάτρα αυτή η διαπίστωση. Όσες φορές δουλέψαμε στο Δόντι για εκδόσεις σχετικές με το περιβάλλον και την ταυτότητα άλλων αστικών κέντρων, ήταν σαν να μιλούσαμε για τη δική μας πόλη. Παρόμοιες γκρίνιες και νοσταλγικές εξάρσεις, κοινό αίσθημα κακοδαιμονίας, αλλά και ίδιο πάθος για δημιουργία από μια μικρή πλην επίμονη μερίδα πληθυσμού. Και μην σας κάνει εντύπωση: Υπάρχουν πολλοί εκεί έξω που ζηλεύουν την Πάτρα, με τον ίδιο τρόπο που εμείς ζηλεύουμε τις δικές τους πατρίδες.

Συχνά όταν η συζήτηση με φίλους γέρνει προς την πατρινολατρεία θυμόμαστε πράγματα από την παιδική ή την εφηβική μας ηλικία. Καταλήγουμε εύκολα και ενθουσιωδώς σε μερικά: Τα σουβλάκια στον Έλατο, τα γιαλένια, την «Αλάμπρα» και τον «Ανέστη» στα Ψηλά Αλώνια, την πολιτικοποίηση χάρη στα γεγονότα που συνέβησαν εδώ.

Μόνο που θυμόμαστε κι άλλα, με λιγότερο ενθουσιασμό: Τα σκουπίδια που πετιούνταν από τους ορόφους των πολυκατοικιών για να προσγειωθούν στη βάση του δέντρου που έπαιζε τον ρόλο του κάδου, το Ρωμαϊκό Ωδείο που ποτέ δεν καταλάβαμε γιατί είναι το μοναδικό καλοκαιρινό μας θέατρο και την ταμπέλα στα αστικά λεωφορεία «μην πτύετε επί του δαπέδου» που επέζησε ως και τη δεκαετία του 1980.

Υπερβάλλουμε όταν μυθοποιούμε το παρελθόν ή όταν κάνουμε σαν να ζούμε σε μια περιούσια πόλη. Οι πόλεις είναι οικονομικές μονάδες που μπορεί να ζουν πλέον επεισόδια που θα χωρούσαν στα κόμικς του Adrian Tomine, όμως τελικά διεκδικούν απλά πράγματα από τους κατοίκους τους: Μια τίμια σχέση, έστω με τα κυκλοθυμικά που λέγαμε στην αρχή, και λιγότερη αδιαφορία για τον δημόσιο χώρο και τον χαρακτήρα του.

Φωτό Μενέλαος Μιχαλάτος

Πάτρα, 27 Ιουλίου 2020

 

Life