Παρέμβαση της Μ. Κυριακοπούλου στην πρόταση για σύσταση προανακριτικής για την υπόθεση SIEMENS
Παρέμβαση στην Ολομέλεια της Βουλής στην συζήτηση της πρότασης για σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής που θα διερευνήσει τυχόν ποινικές ευθύνες πρώην υπουργών στην υπόθεση της Siemens, έκανε την Πέμπτη 21/7/2011 η Βουλευτής Αχαΐας του ΠΑΣΟΚ Μαρία Κυριακοπούλου.
Στην παρέμβασή της ανέφερε τα εξής: «Πιστοί λειτουργοί της συνειδητής μας θέλησης να υπηρετήσουμε το λαό και να συμβάλλουμε στην κάθαρση της πολιτικής ζωής από φαινόμενα πολιτικής ανευθυνότητας, διαφθοράς και διαπλοκής, με τη σημερινή μας συζήτηση υπερασπιζόμαστε τη διαφάνεια, την τιμή του πολιτικού κόσμου και περιφρουρούμε τους δημοκρατικούς μας θεσμούς αναδεικνύοντας τη λογοδοσία ως συστατικό της πολιτικής ευθύνης.
Με γνώμονα ακριβώς την πολιτική ευθύνη, αλλά και την προάσπιση του κοινοβουλευτισμού, η Βουλή ψήφισε το νόμο 3961/2011 για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, τροποποιώντας το ν.3126/2003.
Για πρώτη μάλιστα φορά καταργήθηκε ο σύντομος χρόνος παραγραφής των αδικημάτων που τελούν οι Υπουργοί και Υφυπουργοί, ώστε να εξασφαλίζεται η ισότητα όλων απέναντι στους νόμους, όπως επιτάσσει το άρθρο 4 του Συντάγματος.
Σήμερα η Βουλή καλείται να εφαρμόσει τη νέα διαδικασία βάσει της οποίας θ’ αποφασίσει την ανάθεση σε τριμελές γνωμοδοτικό συμβούλιο του νομικού ελέγχου των στοιχείων της κατηγορίας και της αξιολόγησης της ουσιαστικής βασιμότητας των καταγγελομένων αξιόποινων πράξεων για το σκάνδαλο της Siemens.
Η παρεμβολή αυτού του ανεξάρτητου και αμερόληπτου συμβουλίου θα άρει κάθε αμφιβολία σχετικά με την ορθότητα ή όχι της παραπεμπτικής πρότασης ώστε να σταματήσει η επιχειρηματολογία για δήθεν διώξεις αντιπάλων.
Η Βουλή δεν κρύφτηκε υπό την προστασία που της παρέχει το Σύνταγμα, αλλά νομοθέτησε με στόχο να ελαχιστοποιήσει τα προνόμια υπέρ των πολιτικών προσώπων, με γνώμονα και υπέρτατο σκοπό την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.
Είναι μια διαδικασία την οποία επιτρέπει – έστω και οριακά - το άρθρο 86 του Συντάγματος και ανταποκρίνεται στην ανάγκη προστασίας των συμφερόντων της πολιτείας από αξιόποινες ενέργειες υπουργών.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο:
α) παρέχονται πρόσθετες εγγυήσεις για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και την ορθή νομική αντιμετώπιση της εκάστοτε υπόθεσης,
β) διευκολύνεται το έργο της Βουλής και
γ) διασφαλίζεται και ο έτερος βασικός σκοπός τον οποίο εξυπηρετεί ο θεσμός περί ευθύνης Υπουργών, δηλαδή η προστασία των μελών της Κυβέρνησης από υστερόβουλες διώξεις εκ μέρους των πολιτικών τους αντιπάλων.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση της Siemens, το πόρισμα της Εξεταστικής με τα όσα διεπίστωσε και συμπεριέλαβε στο πολυσέλιδο πόρισμά της, αποτέλεσε κομβικό σημείο συναίνεσης των πολιτικών κομμάτων για να υπηρετηθεί η αλήθεια και πρέπει να υπάρχει συνέχεια.
Διαπιστώθηκε βάσει του πορίσματος αυτού ότι μαύρο χρήμα διοχετεύθηκε, από το Νοέμβριο του 1990 και τουλάχιστον μέχρι το 2008, σε ανώτατους αξιωματούχους, πολιτικούς, μέλη Κυβερνήσεων κλπ. με ζημιά πολλών εκατομμυρίων εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου.
Από τις αποφάσεις των γερμανικών δικαστηρίων προκύπτει ότι για όλες τις συμβάσεις που συνήψε με τη Siemens το Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε για κάθε μία 10% επιπλέον της αξίας της.
Η πρόταση που σήμερα καλούμαστε να αποστείλουμε στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο έχει τρεις πτυχές. Αφορά:
- δύο πρώην μέλη Κυβερνήσεως τα οποία φέρεται ότι ενδεχομένως τέλεσαν τα αδικήματα της απιστίας σε βαθμό κακουργήματος
- δύο πρώην μέλη Κυβερνήσεως, για τους οποίους υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για πιθανολογούμενες δωροδοκίες και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και λοιπά πολιτικά πρόσωπα που αναφέρονται στο πόρισμα της Εξεταστικής, αλλά, λόγω αποσβεστικής προθεσμίας, αποστέλλεται στην τακτική Δικαιοσύνη, για τα αδικήματα αρμοδιότητάς της, η οποία και συνεχίζει τις έρευνες, για να εντοπιστούν οι τελικοί αποδέκτες των χρημάτων από τα μαύρα ταμεία της Siemens.
Η σημερινή πρόταση εμπεριέχει κι ένα μήνυμα προς όλες τις κρατικές λειτουργίες για την ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας στην υπόθεση της Siemens και ιδιαίτερα για εκείνες που φέρουν την ευθύνη για την ανεύρεση των αποδεκτών του μαύρου χρήματος, είτε είναι πολιτικοί, είτε άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα.
Η ανεύρεση αυτή από τα εντεταλμένα προς τούτο όργανα της πολιτείας θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την καταπολέμηση της εγκληματικότητας και ιδιαίτερα του οργανωμένου εγκλήματος, που με τα μέσα που διαθέτει σήμερα συνιστά σοβαρή απειλή για την ίδια τη Δημοκρατία. Διότι με τη διακίνηση του άνομου χρήματος εξαγοράζεις συνειδήσεις, διαβρώνεις θεσμούς, με αποτέλεσμα να απαξιώνονται οι θεσμικές λειτουργίες του κράτους.
Έτσι, καθίσταται αναγκαίο η Βουλή, ως η κυρίαρχη νομοθετική εξουσία να δείξει τη σταθερή βούλησή της, εμπράκτως, στο χτύπημα του φαινομένου της διαφθοράς, όχι μόνο όταν αφορά εξωκοινοβουλευτικά πρόσωπα, αλλά πρωτευόντως όταν αφορά μέλη Κοινοβουλίου και Κυβερνήσεων.
Κατά συνέπεια, η ανάθεση των στοιχείων στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, αποτελεί υποχρέωση που πηγάζει από το νόμο, αλλά και εδράζεται στη συνείδησή μας για το χρέος που έχουμε απέναντι στους πολίτες, διότι αυτή είναι και η προσφορά μας στην κοινωνία».
Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr