Οι υψηλές θερμοκρασίες και η έλλειψη νερού περιορίζουν τις αποδόσεις, υποβαθμίζουν την ποιότητα και αυξάνουν το κόστος παραγωγής
Η ζημιά που προκαλεί η ακραία ζέστη στην αγροτική παραγωγή δεν τελειώνει όταν υποχωρεί ο υδράργυρος. Μπορεί να χρειαστούν εβδομάδες ή ακόμη και μήνες για να αποτυπωθεί στις ποσότητες που φτάνουν στην αγορά και, τελικά, στις τιμές που συναντά ο καταναλωτής στο ράφι.
Οι παρατεταμένες υψηλές θερμοκρασίες λειτουργούν σωρευτικά. Αυξάνουν τις ανάγκες των φυτών σε νερό, επιταχύνουν την εξάτμιση της υγρασίας από το έδαφος και δυσκολεύουν την άρδευση ακριβώς την περίοδο κατά την οποία η ζήτηση για νερό κορυφώνεται. Όταν ο καύσωνας συμπίπτει με την ανθοφορία ή την καρπόδεση, η επίπτωση μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη: λιγότεροι καρποί, μικρότερο μέγεθος, εγκαύματα και υποβάθμιση της εμπορικής ποιότητας.
Στα κηπευτικά, όπως η ντομάτα, η πιπεριά και το αγγούρι, οι συνέπειες μπορούν να εμφανιστούν σχετικά γρήγορα. Η έντονη ζέστη περιορίζει την ανάπτυξη και τη διάρκεια ζωής των προϊόντων, ενώ αυξάνει τις απώλειες κατά τη συγκομιδή, τη μεταφορά και την αποθήκευση. Στα φρούτα, το θερμικό στρες μπορεί να προκαλέσει πρόωρη ωρίμανση, ηλιοεγκαύματα ή μικρότερο βάρος. Στον αραβόσιτο και σε άλλες αροτραίες καλλιέργειες, ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η περίοδος της άνθησης και της γονιμοποίησης.
Η θερινή έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις αγροτικές αγορές είχε ήδη επισημάνει ότι η χαμηλή υγρασία του εδάφους, η ζέστη και οι περιορισμένες βροχοπτώσεις αποτελούν κίνδυνο για τις καλοκαιρινές καλλιέργειες, ιδίως γύρω από την ανθοφορία. Στην ίδια έκθεση καταγράφεται ιδιαίτερη ανησυχία για τον αραβόσιτο και τα ζαρότευτλα. Οι αρχικές εκτιμήσεις για σχετικά ικανοποιητικές ευρωπαϊκές αποδόσεις έγιναν, άλλωστε, πριν αποτυπωθεί ολόκληρη η επίδραση των ακραίων θερινών επεισοδίων.
Για τη Δυτική Ελλάδα, όπου συνυπάρχουν κηπευτικά, ελαιώνες, αμπέλια, καλαμπόκι και σημαντική κτηνοτροφική δραστηριότητα, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο εάν υπάρχει διαθέσιμο νερό. Είναι και πόσο κοστίζει να φτάσει αυτό στο χωράφι. Η μεγαλύτερη διάρκεια και συχνότητα των ποτισμάτων σημαίνει περισσότερη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας ή καυσίμων. Παράλληλα, ο παραγωγός επιβαρύνεται με πρόσθετη εργασία, ανάγκες σκίασης ή ψύξης και αυξημένες απώλειες προϊόντων που δεν πληρούν πλέον τις εμπορικές προδιαγραφές.
Στην κτηνοτροφία η ζέστη έχει διαφορετική, αλλά εξίσου πραγματική, επίπτωση. Τα ζώα καταναλώνουν λιγότερη τροφή, χρειάζονται περισσότερο νερό και μπορεί να παρουσιάσουν χαμηλότερη γαλακτοπαραγωγή ή βραδύτερη ανάπτυξη. Αν η μειωμένη ευρωπαϊκή παραγωγή καλαμποκιού και άλλων ζωοτροφών οδηγήσει σε ακριβότερες εισαγωγές, η πίεση μπορεί να μεταφερθεί αργότερα στο κόστος του γάλακτος, των τυριών, των αυγών και του κρέατος.
Οι διεθνείς αγορές στέλνουν ήδη προειδοποιητικό σήμα. Ο δείκτης τιμών τροφίμων του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ έφθασε τον Ιούλιο του 2026 στις 131,1 μονάδες, αυξημένος κατά 0,6% σε έναν μήνα και κατά 1% σε ετήσια βάση. Οι διεθνείς τιμές των δημητριακών αυξήθηκαν κατά 3,4% μέσα στον Ιούλιο, του σιταριού κατά 5,8% και του καλαμποκιού κατά 3,6%. Ο FAO συνδέει την άνοδο, μεταξύ άλλων, με τις ζημιές που προκάλεσαν οι καύσωνες σε χώρες παραγωγής και με τις ανησυχίες για ζεστό και ξηρό καιρό στις ΗΠΑ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ανατίμηση στη λιανική μπορεί να αποδοθεί αυτομάτως στον καύσωνα. Μεταξύ χωραφιού και ραφιού παρεμβάλλονται η διαλογή, η συσκευασία, η ψύξη, η μεταφορά, τα αποθέματα, οι εισαγωγές και τα εμπορικά περιθώρια. Η τιμή που εισπράττει ο παραγωγός και εκείνη που πληρώνει ο καταναλωτής δεν κινούνται πάντοτε με τον ίδιο ρυθμό.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν αυτήν ακριβώς τη σύνθετη εικόνα. Τον Ιούλιο ο γενικός πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,4%, αλλά η ομάδα «διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά» αυξήθηκε μόλις κατά 0,4% σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα. Σε μηνιαία βάση οι τιμές της διατροφής μειώθηκαν κατά 1,4%, κυρίως λόγω της εποχικής υποχώρησης σε φρούτα και λαχανικά. Συνεπώς, η ζημιά της θερινής ζέστης δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μια γενικευμένη αύξηση των τιμών των τροφίμων.
Το πιθανότερο είναι ότι η επίδραση θα είναι επιλεκτική. Στα φρέσκα οπωροκηπευτικά μπορεί να εμφανιστεί γρηγορότερα, μέσω μικρότερης προσφοράς ή περιορισμού των προϊόντων πρώτης ποιότητας. Στις ζωοτροφές, στο κρέας και στα γαλακτοκομικά απαιτείται περισσότερος χρόνος. Στο ελαιόλαδο η εικόνα θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη του καρπού έως τη συγκομιδή.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπολόγιζε πριν από την κορύφωση του καλοκαιριού ότι η ελληνική παραγωγή ελαιολάδου της περιόδου 2025-2026 θα ήταν μειωμένη κατά 18% σε σύγκριση με την προηγούμενη. Την ίδια στιγμή, όμως, οι ευρωπαϊκές τιμές είχαν αποκλιμακωθεί και οι προοπτικές για την επόμενη συγκομιδή χαρακτηρίζονταν θετικές, υπό τη ρητή προϋπόθεση ότι δεν θα μεσολαβήσουν δυσμενή καιρικά φαινόμενα. Επομένως, η τελική εικόνα για το ελαιόλαδο παραμένει ανοικτή και θα κριθεί από τη διάρκεια της ζέστης, τη διαθεσιμότητα νερού και τις συνθήκες του φθινοπώρου.
Το βέβαιο είναι ότι ο καύσωνας δεν μειώνει μόνο την παραγωγή. Αυξάνει ταυτόχρονα το κόστος ανά κιλό προϊόντος: περισσότερο νερό και ενέργεια δαπανώνται για μικρότερη ποσότητα εμπορεύσιμης σοδειάς. Αυτή είναι η πίεση που, εάν συνεχιστεί, θα περάσει σταδιακά στην αγορά.
Η πρώτη ένδειξη θα είναι οι απότομες μεταβολές σε συγκεκριμένα φρούτα και λαχανικά. Η βαθύτερη συνέπεια, όμως, μπορεί να φανεί αργότερα: στις ζωοτροφές, στα προϊόντα ζωικής προέλευσης και στην επόμενη ελαιοκομική περίοδο. Με άλλα λόγια, το πραγματικό αποτύπωμα της ακραίας ζέστης δεν καταγράφεται μόνο στα θερμόμετρα ή στα χωράφια. Καταγράφεται με καθυστέρηση και στις αποδείξεις του σούπερ μάρκετ.
Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr











