Οι αιφνιδιαστικοί έλεγχοι, τα ίχνη στον μετρητή και οι απότομες μεταβολές της κατανάλωσης
Η ρευματοκλοπή δεν είναι απλώς ένας «πειραγμένος» μετρητής ούτε μια ιδιωτική διαφορά ανάμεσα στον καταναλωτή και τον πάροχο ηλεκτρικής ενέργειας.
Είναι παράνομη χρήση του Δικτύου, δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους ηλεκτροπληξίας και πυρκαγιάς και αφήνει ένα οικονομικό κενό που, όσο δεν ανακτάται από τους υπεύθυνους, επιβαρύνει συνολικά την αγορά και τελικά τους συνεπείς καταναλωτές.
Το πλαίσιο αντιμετώπισης του φαινομένου έχει αυστηροποιηθεί, ενώ από την 1η Απριλίου 2026 εφαρμόζονται αναθεωρημένες τιμές για τη μη καταγραφείσα ενέργεια. Οι χρεώσεις δεν περιορίζονται στην αξία του ρεύματος που εκτιμάται ότι καταναλώθηκε χωρίς να καταγραφεί. Περιλαμβάνουν προσαύξηση, καθώς και το διαχειριστικό κόστος του ΔΕΔΔΗΕ για τον έλεγχο, την τεκμηρίωση, την αποκατάσταση της παροχής και, όπου χρειάζεται, την αντικατάσταση του μετρητή.
Τι θεωρείται ρευματοκλοπή
Ως ρευματοκλοπή αντιμετωπίζεται κάθε σκόπιμη επέμβαση με την οποία ηλεκτρική ενέργεια καταναλώνεται χωρίς να καταγράφεται ή χωρίς να τιμολογείται κανονικά.
Στις χαρακτηριστικές περιπτώσεις περιλαμβάνονται η παράκαμψη του μετρητή, η απευθείας σύνδεση της εγκατάστασης στο δίκτυο, η επέμβαση στον μηχανισμό ή στις συνδέσεις του μετρητή, καθώς και η αυθαίρετη επανασύνδεση παροχής που έχει διακοπεί. Ένα σπασμένο σφράγισμα ή μια ασυνήθιστα χαμηλή κατανάλωση μπορεί να αποτελέσουν ένδειξη, δεν αρκούν όμως πάντοτε από μόνα τους για οριστική διαπίστωση.
Πώς εντοπίζεται
Οι έλεγχοι του ΔΕΔΔΗΕ πραγματοποιούνται αιφνιδιαστικά κατά την καταμέτρηση, κατά την αλλαγή χρήστη μιας παροχής ή έπειτα από πληροφορίες και τεχνικές ενδείξεις. Στο στόχαστρο μπαίνουν, μεταξύ άλλων, απότομες και ανεξήγητες μειώσεις της κατανάλωσης, ασυμφωνίες με το ιστορικό της παροχής, παραβιασμένες σφραγίδες, ασυνήθιστες καλωδιώσεις και ίχνη επέμβασης στον μετρητικό εξοπλισμό.
Τα ειδικά συνεργεία καταγράφουν τα ευρήματα σε δελτίο επίσκεψης, συγκεντρώνουν φωτογραφικό υλικό και, όπου προβλέπεται, βιντεοσκοπούν τη διαδικασία. Ο μετρητής μπορεί να αφαιρεθεί, να αντικατασταθεί και να σταλεί για εργαστηριακό έλεγχο.
Εδώ βρίσκεται μια κρίσιμη διάκριση: άλλο η πιθανολογούμενη και άλλο η διαπιστωμένη ρευματοκλοπή. Σύμφωνα με την ενημέρωση του ΔΕΔΔΗΕ, η τελική διαπίστωση εκδίδεται μετά την ολοκλήρωση του εργαστηριακού ελέγχου. Μόνο τότε ακολουθούν ο καταλογισμός της οφειλής και η προβλεπόμενη ποινική διαδικασία.
Πώς υπολογίζεται η κατανάλωση που δεν γράφτηκε
Επειδή οι κιλοβατώρες δεν έχουν καταγραφεί, η ποσότητά τους εκτιμάται με βάση τα τεχνικά ευρήματα, το ιστορικό της παροχής, προηγούμενες και μεταγενέστερες καταναλώσεις και τα χαρακτηριστικά χρήσης της εγκατάστασης.
Η χρονική περίοδος του καταλογισμού περιορίζεται καταρχάς από το διάστημα κατά το οποίο ο συγκεκριμένος χρήστης χρησιμοποιούσε την παροχή. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να ξεπεράσει τα πέντε χρόνια πριν από τη διαπίστωση της ρευματοκλοπής.
Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε μισθωμένα ακίνητα ή σε παροχές που έχουν αλλάξει χρήστη. Η χρέωση δεν πρέπει να αποδίδεται αυτομάτως στον ιδιοκτήτη μόνο και μόνο επειδή του ανήκει το ακίνητο. Κρίσιμο είναι ποιος είχε τη χρήση της παροχής κατά το διάστημα στο οποίο τοποθετείται η παράβαση. Συμβόλαια μίσθωσης, δηλώσεις λύσης μίσθωσης, λογαριασμοί και αποδεικτικά αλλαγής χρήστη μπορούν επομένως να αποδειχθούν καθοριστικά.
Οι χρεώσεις που ισχύουν από την 1η Απριλίου 2026
Η μη καταγραφείσα ενέργεια χρεώνεται με τη λεγόμενη Διοικητικά Οριζόμενη Τιμή, πάνω στην οποία επιβάλλεται προσαύξηση.
Από την 1η Απριλίου 2026, το τελικό κόστος διαμορφώνεται, χωρίς ΦΠΑ, ως εξής:
Για οικιακούς καταναλωτές, 566,05 ευρώ ανά μεγαβατώρα, δηλαδή περίπου 0,566 ευρώ ανά κιλοβατώρα.
Για μη οικιακές και επαγγελματικές παροχές, 598,45 ευρώ ανά μεγαβατώρα, δηλαδή περίπου 0,598 ευρώ ανά κιλοβατώρα.
Για τους δικαιούχους Κοινωνικού Οικιακού Τιμολογίου εφαρμόζεται χαμηλότερη προσαύξηση, 50% αντί 100%. Το τελικό ποσό είναι 258,04 ευρώ ανά μεγαβατώρα για το ΚΟΤ Α, 357,04 ευρώ για το ΚΟΤ Β και 220,54 ευρώ για το ΚΟΤ Γ.
Οι τιμές αυτές δεν είναι μόνιμες. Προβλέπεται επανυπολογισμός τους ανά εξάμηνο, ώστε να ακολουθούν τα δεδομένα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Το επιπλέον κόστος του ελέγχου
Στην αξία της ενέργειας προστίθεται το διαχειριστικό κόστος του ΔΕΔΔΗΕ. Για μονοφασική παροχή χαμηλής τάσης ανέρχεται σε 294,54 ευρώ χωρίς αλλαγή μετρητή και σε 407,07 ευρώ όταν απαιτείται αντικατάσταση.
Για τριφασική παροχή τα αντίστοιχα ποσά είναι 330,11 και 461,65 ευρώ, ενώ για παροχή μέσης τάσης φθάνουν τα 365,68 και 662,21 ευρώ. Και αυτά τα ποσά αναφέρονται χωρίς ΦΠΑ.
Έτσι, ένας καταλογισμός μπορεί εύκολα να ανέλθει σε αρκετές χιλιάδες ευρώ, ιδιαίτερα όταν η εκτιμώμενη περίοδος της παράβασης είναι μεγάλη.
Ποιος πληρώνει τελικά
Σε ατομικό επίπεδο πληρώνει ο χρήστης στον οποίο καταλογίζεται η διαπιστωμένη ρευματοκλοπή. Οφείλει την αξία της μη καταγραφείσας ενέργειας, την προβλεπόμενη προσαύξηση και το διαχειριστικό κόστος. Παράλληλα, κινείται η ποινική διαδικασία που προβλέπει η νομοθεσία.
Σε συλλογικό επίπεδο, όμως, το κόστος του φαινομένου δεν εξαφανίζεται. Η ενέργεια που καταναλώνεται αλλά δεν καταγράφεται εντάσσεται στις απώλειες του Δικτύου και επιδρά στο συνολικό κόστος του ηλεκτρικού συστήματος. Γι’ αυτό η καταπολέμηση της ρευματοκλοπής αφορά και εκείνους που δεν έχουν καμία σχέση με την παράβαση: τους καταναλωτές που εξοφλούν κανονικά τους λογαριασμούς τους.
Τα ποσά που εισπράττονται από διαπιστωμένες ρευματοκλοπές κατευθύνονται, σύμφωνα με το ρυθμιστικό πλαίσιο, στην αντιστάθμιση της επιβάρυνσης των καταναλωτών μέσω των σχετικών λογαριασμών και στη χρηματοδότηση μέτρων για τον εντοπισμό και τον περιορισμό του φαινομένου.
Πληρωμή, δόσεις και διακοπή της παροχής
Η οφειλή εξοφλείται απευθείας στον ΔΕΔΔΗΕ με τον κωδικό πληρωμής που αναγράφεται στην ειδοποίηση και όχι μέσω του λογαριασμού του προμηθευτή.
Για ποσά έως 600 ευρώ προβλέπεται εφάπαξ καταβολή. Από 601 έως 1.200 ευρώ προβλέπονται δύο δόσεις, από 1.201 έως 2.400 ευρώ τέσσερις, από 2.401 έως 4.800 ευρώ οκτώ και για μεγαλύτερες οφειλές έως 12 μηνιαίες δόσεις.
Εάν η οφειλή δεν καταβληθεί εμπρόθεσμα, ο ΔΕΔΔΗΕ μπορεί να διακόψει την παροχή χωρίς νέα ειδοποίηση και να μην την επανασυνδέσει έως την πλήρη εξόφληση του ληξιπρόθεσμου ποσού. Η οφειλή συνδέεται με το ΑΦΜ του καταναλωτή και μπορεί να επηρεάσει την πρόσβασή του σε άλλη παροχή ή τη διαδοχή χρηστών στην επίμαχη εγκατάσταση.
Τι μπορεί να κάνει όποιος αμφισβητεί τη χρέωση
Ο καταναλωτής που θεωρεί ότι ο καταλογισμός είναι λανθασμένος μπορεί να ζητήσει το πλήρες ιστορικό της υπόθεσης, αντίγραφο της επιστολής διαπίστωσης και του υπολογισμού της οφειλής και να υποβάλει ένσταση.
Ο ΔΕΔΔΗΕ δέχεται τα σχετικά αιτήματα αποκλειστικά στην ηλεκτρονική διεύθυνση [email protected], με υποχρεωτική αναγραφή του αριθμού παροχής στο θέμα του μηνύματος. Χρήσιμο είναι να συνυποβάλλονται όλα τα έγγραφα που αποδεικνύουν ποιος και από πότε χρησιμοποιούσε το ακίνητο, καθώς και κάθε στοιχείο που αμφισβητεί τη διάρκεια, την ποσότητα ενέργειας ή τα τεχνικά ευρήματα.
Η ένσταση δεν πρέπει να είναι γενική. Χρειάζεται να απαντά συγκεκριμένα στο δελτίο ελέγχου, στην εργαστηριακή έκθεση, στον χρόνο έναρξης που υιοθετήθηκε και στη μεθοδολογία υπολογισμού. Όταν το ποσό είναι μεγάλο ή υπάρχει αμφισβήτηση για την ταυτότητα του υπεύθυνου χρήστη, η έγκαιρη συνδρομή τεχνικού και νομικού συμβούλου μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη.
Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr













