Ο φόβος αντιποίνων, η ντροπή, η αγωνία ότι δεν θα γίνουν πιστευτά και η έλλειψη εμπιστοσύνης στους ενηλίκους κρατούν πολλά περιστατικά μακριά από το φως
Ένα παιδί που επιστρέφει από το σχολείο πιο σιωπηλό από ό,τι συνήθως δεν θα πει απαραίτητα τι του συνέβη. Μπορεί να κλείσει την πόρτα του δωματίου του, να απαντήσει ότι «όλα είναι καλά» ή να ζητήσει να μην πάει σχολείο την επόμενη ημέρα, επικαλούμενο πονοκέφαλο ή πόνο στην κοιλιά.
Η σιωπή του, όμως, δεν σημαίνει ότι το περιστατικό ήταν ασήμαντο. Συχνά σημαίνει ότι το παιδί προσπαθεί να υπολογίσει το κόστος μιας αποκάλυψης: Θα το πιστέψουν; Θα το κατηγορήσουν; Θα ενημερωθούν οι συμμαθητές του; Θα εκτεθεί περισσότερο; Και, κυρίως, θα σταματήσει ο εκφοβισμός ή θα γίνει χειρότερος;
Ο σχολικός εκφοβισμός δεν είναι κάθε σύγκρουση ή καβγάς μεταξύ παιδιών. Πρόκειται για σκόπιμη και επαναλαμβανόμενη επιθετική συμπεριφορά –σωματική, λεκτική, ψυχολογική, κοινωνική ή διαδικτυακή– στην οποία υπάρχει ανισορροπία δύναμης. Η δύναμη αυτή δεν είναι πάντοτε σωματική. Μπορεί να προκύπτει από τη δημοφιλία, την επιρροή σε μια παρέα, την κατοχή προσωπικών φωτογραφιών ή πληροφοριών και τη δυνατότητα δημόσιου διασυρμού μέσω του διαδικτύου.
Τα νεότερα ελληνικά δεδομένα
Η πιο πρόσφατη μεγάλης κλίμακας ελληνική έρευνα δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 2026 στο International Journal of Bullying Prevention. Βασίστηκε σε εθνικά αντιπροσωπευτικό δείγμα 40.768 μαθητών από την Ε΄ Δημοτικού έως τη Γ΄ Γυμνασίου, οι οποίοι συμμετείχαν σε έρευνα τον Μάιο του 2024.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 17,7% των μαθητών καταγράφηκε ως αποδέκτης εκφοβισμού, το 2,1% ως παιδί που ασκεί εκφοβισμό και το 2,9% βρέθηκε και στους δύο ρόλους. Με άλλα λόγια, περισσότεροι από ένας στους πέντε μαθητές είχαν κάποια εμπλοκή στο φαινόμενο.
Η ίδια έρευνα ανέδειξε συσχετίσεις με τον ανεπαρκή ύπνο και τον υπερβολικό χρόνο μπροστά σε οθόνες. Οι ερευνητές, πάντως, δεν υποστηρίζουν ότι οι συνήθειες αυτές προκαλούν από μόνες τους το bullying. Επισημαίνουν ότι αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος παραγόντων που συνδέεται με την ευημερία και την ευαλωτότητα των εφήβων.
Σε διεθνές επίπεδο, τα τελευταία συγκρίσιμα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, από 279.000 εφήβους 11, 13 και 15 ετών σε 44 χώρες και περιοχές, έδειξαν ότι το 11% είχε υποστεί εκφοβισμό στο σχολείο. Το 15% –περίπου ένα στα έξι παιδιά– είχε βιώσει διαδικτυακό εκφοβισμό. Το cyberbullying παρουσίασε αύξηση σε σχέση με το 2018, επιβεβαιώνοντας ότι για πολλά παιδιά η πίεση δεν τελειώνει όταν χτυπήσει το κουδούνι.
Γιατί δεν μιλούν
Ο πρώτος και ισχυρότερος λόγος είναι ο φόβος. Το παιδί μπορεί να έχει ήδη δεχθεί την απειλή ότι, αν μιλήσει, θα υποστεί χειρότερη επίθεση. Ακόμη και χωρίς ρητή απειλή, βλέπει τη θέση που έχει το άλλο παιδί στην ομάδα και φοβάται τον αποκλεισμό ή τον δημόσιο εξευτελισμό.
Ακολουθεί η ντροπή. Ο εκφοβισμός συχνά στοχεύει σε ένα χαρακτηριστικό που το παιδί αισθάνεται ήδη ότι το κάνει ευάλωτο: την εμφάνιση, το βάρος, την καταγωγή, μια αναπηρία, τις σχολικές επιδόσεις, την οικονομική κατάσταση της οικογένειας ή την ταυτότητά του. Η επανάληψη της προσβολής μπορεί να το οδηγήσει στην εσφαλμένη πεποίθηση ότι το ίδιο ευθύνεται για όσα υφίσταται.
Υπάρχει επίσης ο φόβος της ταμπέλας. Ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες ηλικίες, η αναφορά σε έναν εκπαιδευτικό μπορεί να εκληφθεί από την ομάδα ως «κάρφωμα». Το παιδί φοβάται ότι θα χάσει και τις λίγες φιλίες που το προστατεύουν ή ότι θα θεωρηθεί αδύναμο.
Μια νέα μελέτη για τους λόγους για τους οποίους οι μαθητές δεν μιλούν στους εκπαιδευτικούς, η οποία δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2026, κατέγραψε ακόμη μία κρίσιμη παράμετρο: πολλά παιδιά αμφιβάλλουν αν οι ενήλικοι θέλουν ή μπορούν πραγματικά να τα βοηθήσουν. Άλλα δεν θεωρούν το περιστατικό «αρκετά σοβαρό», προσπαθούν να το αντιμετωπίσουν μόνα τους ή δεν θέλουν να δημιουργηθεί «μεγάλο θέμα». Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, το παιδί που ασκεί τον εκφοβισμό είναι φίλος ή μέλος της ίδιας παρέας, γεγονός που κάνει την κατάσταση ακόμη πιο συγκεχυμένη.
Όταν ένα παιδί έχει ακούσει στο παρελθόν φράσεις όπως «μη δίνεις σημασία», «πρέπει να σκληρύνεις» ή «μήπως έκανες κι εσύ κάτι;», μαθαίνει ότι η αποκάλυψη μπορεί να επιφέρει μια δεύτερη πληγή: την αμφισβήτηση.
Τα σημάδια πίσω από τη σιωπή
Δεν υπάρχει ένα και μοναδικό σημάδι που αποδεικνύει ότι ένα παιδί υφίσταται εκφοβισμό. Οι απότομες αλλαγές, όμως, χρειάζονται προσοχή: άρνηση να πάει σχολείο, συχνοί πονοκέφαλοι ή στομαχόπονοι, διαταραχές ύπνου, πτώση της επίδοσης, απώλεια ενδιαφέροντος, κατεστραμμένα αντικείμενα, ανεξήγητοι τραυματισμοί, ξαφνική απομάκρυνση από φίλους ή έντονη αναστάτωση μετά τη χρήση του κινητού.
Κανένα από αυτά τα σημάδια δεν πρέπει να οδηγεί σε βιαστική ανάκριση ή συμπέρασμα. Μπορεί να σχετίζεται και με άλλες δυσκολίες. Είναι, όμως, λόγος για μια ήρεμη και ουσιαστική συζήτηση.
Η σωστή πρώτη αντίδραση
Η πρώτη αντίδραση του ενηλίκου μπορεί να καθορίσει αν το παιδί θα συνεχίσει να μιλά. Χρειάζεται να ακούσει καθαρά: «Σε πιστεύω», «Δεν φταις εσύ», «Έκανες καλά που μου το είπες» και «Θα αποφασίσουμε μαζί τα επόμενα βήματα».
Ο θυμός του γονέα είναι κατανοητός, αλλά αν εκφραστεί ως απειλή άμεσης αντιπαράθεσης με το άλλο παιδί ή την οικογένειά του, μπορεί να τρομάξει περισσότερο το παιδί. Χρειάζεται ψυχραιμία, καταγραφή των περιστατικών και επικοινωνία με το σχολείο, με σαφή αίτημα για σχέδιο προστασίας και παρακολούθηση της κατάστασης.
Στον διαδικτυακό εκφοβισμό δεν πρέπει να διαγράφονται αμέσως τα μηνύματα. Είναι χρήσιμο να διατηρούνται στιγμιότυπα οθόνης, σύνδεσμοι, ημερομηνίες και ώρες, χωρίς περαιτέρω διάδοση του υλικού.
Αν το παιδί δεν είναι έτοιμο να μιλήσει, η πίεση μπορεί να το κλείσει περισσότερο. Ο ενήλικος μπορεί να επανέλθει αργότερα, να του δώσει επιλογές και να του εξηγήσει ότι μπορεί να απευθυνθεί σε άλλον άνθρωπο που εμπιστεύεται: εκπαιδευτικό, σχολικό ψυχολόγο, συγγενή ή γραμμή υποστήριξης.
Από τη συμβουλή «μίλα» στην εγγύηση «θα σε προστατεύσουμε»
Η Ελλάδα διαθέτει πλέον την επίσημη πλατφόρμα stop-bullying.gov.gr. Αναφορά μπορούν να κάνουν οι ίδιοι οι μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και γονείς ή κηδεμόνες μαθητών της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας. Η αναφορά διαβιβάζεται στη σχολική μονάδα και σε τετραμελή ομάδα δράσης της οικείας Διεύθυνσης Εκπαίδευσης.
Η ύπαρξη μιας πλατφόρμας, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της. Τα παιδιά μιλούν όταν πιστεύουν ότι η αποκάλυψη θα οδηγήσει σε διακριτική, σταθερή και αποτελεσματική προστασία. Αυτό απαιτεί ενήλικους που δεν ελαχιστοποιούν το περιστατικό, δεν εκθέτουν το παιδί μπροστά στην τάξη και δεν το αφήνουν μόνο του να «τα βρει» με εκείνον που το εκφοβίζει.
Η συζήτηση για το bullying συχνά τελειώνει με την προτροπή «σπάσε τη σιωπή». Η ευθύνη, όμως, δεν μπορεί να μεταφέρεται αποκλειστικά στο παιδί. Πριν του ζητήσουμε να μιλήσει, οικογένεια και σχολείο οφείλουν να έχουν δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε να νιώθει ότι κάποιος θα το ακούσει, θα το πιστέψει και θα δράσει χωρίς να το θέσει σε μεγαλύτερο κίνδυνο.
Γιατί πίσω από το «δεν συμβαίνει τίποτα» μπορεί να κρύβεται ένα παιδί που περιμένει ακόμη τη σωστή ερώτηση – και έναν ενήλικο ικανό να αντέξει την απάντηση.
Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr












