Τεμπελιά, αυτοπροστασία ή απάντηση σε ένα εργασιακό μοντέλο που εξαντλεί τα όριά του;
Έρχεται στην ώρα του, εκτελεί όσα προβλέπει η θέση του, αποφεύγει τις απλήρωτες υπερωρίες, δεν απαντά σε μηνύματα μετά τη λήξη του ωραρίου και δεν αναλαμβάνει διαρκώς νέες ευθύνες χωρίς αντίστοιχη αναγνώριση ή αμοιβή.
Δεν έχει παραιτηθεί, αλλά έχει σταματήσει να προσφέρει κάτι περισσότερο από τα συμφωνημένα.
Αυτή είναι η καθημερινή εκδοχή του quiet quitting – της «σιωπηλής παραίτησης» που, παρά την ονομασία της, δεν περιλαμβάνει καμία πραγματική παραίτηση. Ο εργαζόμενος παραμένει στη θέση του, αλλά αποσύρει την πρόσθετη προσπάθεια, τη συναισθηματική επένδυση και τη μόνιμη διαθεσιμότητα που κάποτε θεωρούνταν αυτονόητα.
Ο όρος έγινε δημοφιλής διεθνώς μετά την πανδημία. Το φαινόμενο, όμως, προϋπήρχε: είναι η παλιά εργασιακή αποστασιοποίηση με νέο όνομα, ενισχυμένη από την εξουθένωση, το αυξημένο κόστος ζωής, την αίσθηση μισθολογικής στασιμότητας και τη σταδιακή αμφισβήτηση της αντίληψης ότι ο «καλός εργαζόμενος» πρέπει να είναι πάντοτε διαθέσιμος.
Η ελληνική αντίφαση
Στην Ελλάδα, το quiet quitting αποκτά ιδιαίτερη σημασία, επειδή εμφανίζεται μέσα σε μια αγορά εργασίας με πολλές και συχνά αντικρουόμενες πιέσεις. Από τη μία πλευρά, επιχειρήσεις σε αρκετούς κλάδους δυσκολεύονται να βρουν και να διατηρήσουν προσωπικό. Από την άλλη, εργαζόμενοι περιγράφουν εντατικοποίηση, περιορισμένες προοπτικές εξέλιξης και αμοιβές που δεν ακολουθούν πάντοτε ούτε τις απαιτήσεις της θέσης ούτε το κόστος ζωής.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Gallup φωτίζουν αυτή την απόσταση. Σύμφωνα με την έκθεση «State of the Global Workplace 2026», η οποία βασίζεται σε δεδομένα του 2025, μόλις το 14% των εργαζομένων στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται «δεσμευμένο» ή πραγματικά αφοσιωμένο στην εργασία του. Το ποσοστό είναι λίγο υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 12%, αλλά παραμένει αισθητά χαμηλότερο από το παγκόσμιο 20%.
Χρειάζεται, βεβαίως, μια σημαντική διευκρίνιση: το υπόλοιπο 86% δεν αποτελείται αποκλειστικά από ανθρώπους που κάνουν quiet quitting. Η χαμηλή εργασιακή δέσμευση είναι ευρύτερος δείκτης και περιλαμβάνει διαφορετικές συμπεριφορές, από την απλή συναισθηματική απόσταση μέχρι την ενεργή δυσαρέσκεια. Ωστόσο, δημιουργεί το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσεται η λογική «κάνω ακριβώς όσα προβλέπονται και τίποτε περισσότερο».
Η εικόνα γίνεται εντονότερη αν συνδυαστεί με τον χρόνο εργασίας. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 οι εργαζόμενοι ηλικίας 20 έως 64 ετών στην Ελλάδα δούλευαν κατά μέσο όρο 39,6 ώρες την εβδομάδα στην κύρια εργασία τους – τη μεγαλύτερη πραγματική εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου ο μέσος όρος ήταν 35,9 ώρες.
Οι Έλληνες, επομένως, δεν εμφανίζονται να εργάζονται λίγο. Εργάζονται περισσότερες ώρες από κάθε άλλον στην ΕΕ, χωρίς αυτό να μεταφράζεται αυτομάτως σε υψηλή δέσμευση ή ικανοποίηση. Αυτή ακριβώς η αντίφαση βρίσκεται στον πυρήνα της ελληνικής εκδοχής του quiet quitting.
Το καμπανάκι από τα νοσοκομεία
Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι τα ευρήματα από τον χώρο της Υγείας, αν και δεν μπορούν να γενικευθούν σε ολόκληρη την αγορά εργασίας.
Μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2025 και αφορούσε 186 εργαζομένους διαπίστωσε χαρακτηριστικά quiet quitting στο 62% των συμμετεχόντων. Η έλλειψη κινήτρων ήταν η εντονότερη διάσταση, ενώ σημαντικό ρόλο έπαιζαν η αντίληψη για το κατά πόσο οι αμοιβές είναι δίκαιες και η αίσθηση ότι η διοίκηση αναγνωρίζει την προσφορά του προσωπικού.
Νεότερη ελληνική μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε το καλοκαίρι του 2026 και βασίστηκε σε δείγμα 492 νοσηλευτών, κατέγραψε συνολικά χαμηλό έως μέτριο επίπεδο quiet quitting. Τα αποτελέσματα δεν αναιρούν τις προηγούμενες προειδοποιήσεις, αλλά δείχνουν ότι το φαινόμενο δεν έχει παντού την ίδια ένταση και επηρεάζεται καθοριστικά από το εργασιακό περιβάλλον.
Το συμπέρασμα είναι περισσότερο σύνθετο από το εύκολο «οι εργαζόμενοι δεν θέλουν να δουλέψουν». Η αναγνώριση, η δίκαιη μεταχείριση, η ποιότητα της διοίκησης, ο φόρτος και η δυνατότητα επαγγελματικής ανάπτυξης φαίνεται να καθορίζουν πόσο πρόθυμος είναι κάποιος να επενδύσει πραγματικά στη δουλειά του.
Τεμπελιά ή επαναχάραξη ορίων;
Για ορισμένους εργοδότες, το quiet quitting ισοδυναμεί με πτώση της παραγωγικότητας και απώλεια πρωτοβουλίας. Για πολλούς εργαζομένους, όμως, σημαίνει απλώς επιστροφή στα όρια της σύμβασης: εργασία εντός ωραρίου, άρνηση των απλήρωτων υπερωριών και προστασία του προσωπικού χρόνου.
Εδώ βρίσκεται και η βασική σύγκρουση. Σε επιχειρήσεις όπου η «έξτρα προσπάθεια» έχει μετατραπεί σε μόνιμη, απλήρωτη υποχρέωση, η τήρηση των συμφωνημένων μπορεί να παρουσιάζεται ως αδιαφορία. Από την άλλη πλευρά, όταν ένας εργαζόμενος παύει να συνεργάζεται ουσιαστικά, αποφεύγει συστηματικά ευθύνες που πράγματι ανήκουν στον ρόλο του ή μεταφέρει το βάρος στους συναδέλφους του, τότε η συμπεριφορά ξεπερνά την υγιή οριοθέτηση.
Η διαφορά βρίσκεται ανάμεσα στο «δεν εργάζομαι δωρεάν» και στο «δεν ενδιαφέρομαι καθόλου για το αποτέλεσμα».
Δεν είναι μόνο υπόθεση των νέων
Το quiet quitting συνδέθηκε συχνά με τη Generation Z και τους millennials. Η ερμηνεία αυτή είναι βολική, αλλά ελλιπής. Οι νεότερες γενιές μιλούν πιο ανοιχτά για την ψυχική υγεία και την ισορροπία προσωπικής και επαγγελματικής ζωής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η αποστασιοποίηση περιορίζεται ηλικιακά.
Εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας μπορεί επίσης να αποσύρουν την πρόσθετη προσπάθειά τους έπειτα από χρόνια χωρίς εξέλιξη, επαναλαμβανόμενες αναδιαρθρώσεις ή υποσχέσεις που δεν υλοποιήθηκαν. Η διαφορά είναι ότι οι νεότεροι το περιγράφουν δημόσια και συχνά το παρουσιάζουν ως συνειδητή επιλογή ορίων.
Η έρευνα Workmonitor 2025 της Randstad έδειξε, άλλωστε, ότι οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα επαναπροσδιορίζουν τις προτεραιότητές τους, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην ευελιξία, στις κοινές αξίες και στις δυνατότητες ανάπτυξης. Η σχέση με τη δουλειά δεν καταργείται· επαναδιαπραγματεύεται.
Το μήνυμα προς τις επιχειρήσεις
Το quiet quitting σπάνια αντιμετωπίζεται με αυστηρότερη επιτήρηση ή περισσότερη πίεση. Αντίθετα, τέτοιες πρακτικές μπορεί να βαθύνουν την αποστασιοποίηση.
Οι επιχειρήσεις που θέλουν πραγματική δέσμευση χρειάζεται να εξετάσουν αν οι στόχοι είναι ρεαλιστικοί, αν οι πρόσθετες ευθύνες αμείβονται, αν οι προϊστάμενοι ακούν το προσωπικό και αν υπάρχουν ορατές δυνατότητες εξέλιξης. Η ευελιξία, η αναγνώριση και η σαφής περιγραφή κάθε ρόλου δεν αποτελούν πλέον περιφερειακές παροχές. Είναι βασικοί όροι για να παραμείνει ένας εργαζόμενος ενεργός και δημιουργικός.
Στην ελληνική αγορά, όπου οι ώρες εργασίας παραμένουν οι υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το ερώτημα δεν είναι απλώς γιατί κάποιοι εργαζόμενοι κάνουν μόνο τα απαραίτητα. Είναι και γιατί θεωρήθηκε για τόσο μεγάλο διάστημα αυτονόητο ότι θα πρέπει να κάνουν μονίμως περισσότερα.
Το quiet quitting δεν είναι απαραίτητα μια οργανωμένη εξέγερση ούτε μια μόδα του διαδικτύου. Συχνά είναι ένα σιωπηλό μήνυμα: «Θα συνεχίσω να εργάζομαι, αλλά όχι χωρίς όρια, αναγνώριση και αντίκρισμα».
Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr












