Back to Top
#TAGS ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ Αιγιάλεια Νάσος Νασόπουλος Τέμπη Πόλεμος στη Μέση Ανατολή Δίκη Τεμπών
Αγγελίες
Μην ψάχνεις, βρες στο
THE BEST

ΑΠΟΨΕΙΣ

/

Με λένε χάνι της Γραβιάς

Με λένε χάνι της Γραβιάς
Νίκος Χαλαζιάς

Του Νίκου Χαλαζιά

Λίγο πιο πέρα από το χάνι, κάτω από μια μεγάλη γέρικη βελανιδιά, είχαν συναχτεί οι καπεταναίοι με τα παλληκάρια τους, ο Πανουριάς, ο Δυοβουνιώτης και ο Οδυσσέας Αντρούτσος. Ήταν ξημερώματα Κυριακής, 8 του Μάη 1821 και μόλις είχε φτάσει το μαντάτο: κοντά οχτώ χιλιάδες Τούρκοι με επικεφαλής τον Ομέρ Βρυώνη, είχαν φύγει από τις Θερμοπύλες και κατευθύνονταν προς τη Γραβιά. Πώς θα βαρούσαν τον πασά; Πώς θα ανέκοπταν την κάθοδο του εχθρού προς τον Μοριά; Δεν είχαν περάσει παρά λίγες μέρες από την μάχη της Αλαμάνας και ο μαρτυρικός θάνατος του Διάκου είχε μουδιάσει τους Έλληνες…

Οι δυο γεροκαπετάνιοι, ο Πανουριάς και ο Δυοβουνιώτης πρότειναν να πιάσουν τις γύρω πλαγιές και να βάλουν στη μέση το πέρασμα του εχθρού. Ο Οδυσσέας τους ακούει, τάχα αδιάφορος, μα το βλέμμα του του είναι καρφωμένο στο χάνι, ένα χαμηλό  πλιθόκτιστο σπίτι μ’ ένα πάτωμα κι ολόγυρα μια «μαντρούλα». Μα ξαφνικά σηκώνεται όρθιος, κοιτάζει προς τον Πανουριά και τον Δυοβουνιώτη και, δείχνοντας το χάνι, λέει αποφασιστικά:

– Εδώ θα πολεμήσουμε, μα πρέπει ένας από μας να κλειστεί σ’ ετούτη τη μάντρα!

 Όλοι τον κοιτάζουν απορημένοι. Ζουρλάθηκε ο Αντρούτσος; Να κλειστούν στο χάνι; Μα αυτό θα ήταν καθαρή αυτοκτονία…
Ο Οδυσσέας δεν τους αφήνει να συνέλθουν από τη σαστισμάρα:

 

 – Δεν βρίσκονται ωρέ δω πέρα εκατό παλληκάρια ν΄ακριβοπουλήσουμε το τομάρι μας στους Τούρκους;

 Πριν τελειώσει το λόγο του μια φωνή ακούγεται:

– Εγώ καπετάνιε!

Ο Αντρούτσος δεν χάνει καιρό. Σέρνει από το σελάχι του ένα μαντίλι και δίνοντας το αριστερό του χέρι στον Σεφέρη, φωνάζει:

 – Όποιος θέλει να μ’ ακολουθήσει, ας μπει στο χορό!

Και ξεκινάει πρώτος τραγουδώντας το τσάμικο:

Κάτω στου Βάλτου τα χωριά, Ξηρόμερο και Άγραφα,

Γιε μ’ στα πέντε βιλαέτια, φάτε πιείτε μωρ’ αδέρφια!

Ένας ένας οι αγωνιστές πιάνονται στο χορό: ο Αγγελής Γοβιός, ο Κομνάς Τράκας, ο Γιάννης Γκούρας, ο Ηλίας Πετούνης, ο Θανάσης Καπλάνης… Κι όλο πληθαίνουν…  Ο πυρρίχιος των αρχαίων ζωντανεύει μπροστά στο ταπεινό χάνι της Γραβιάς. Ο αρχηγός σέρνει το χορό, με το μάτι του μετράει τους χορευτές και κάποια στιγμή σηκώνει το χέρι του:

– Φτάνει, δεν χρειάζονται άλλοι.

 

– Νέρεγιε γκιντέρσιν: (πού πας;)

– Σάλωνα για γκιντέριμ (πάω κατά τα Σάλωνα) απαντά ο ντερβίσης.

 

Δεν προκάνει να αποσώσει το λόγο του και ο Αντρούτσος με το ξακουστό καριοφίλι το, το «μαντσάρι», τον σωριάζει νεκρό. Μανιασμένοι οι Τούρκοι ορμούν κατά το χάνι μα τα βόλια των κλεισμένων τους θερίζουν. Ο πασάς, που είχε υποτιμήσει το χάνι και τους υπερασπιστές του, προστάζει απανωτά γιουρούσια. Μα όλα έχουν την ίδια τύχη. Τα τούρκικα κουφάρια σωριάζονται γύρω από το χάνι και εμποδίζουν τους επιτιθέμενους. Ανάστατος ο Βρυώνης από την ψυχωμένη αντίσταση των Ελλήνων, μαζεύει το απομεσήμερο τους υπαξιωματικούς του και τάζει γενναίο ρεγάλο σε όποιον πατήσει πρώτος το χάνι. Αποφασίζεται γενική έφοδος. Με βρισιές και κατάρες το τούρκικο ασκέρι ορμάει κατά το χάνι. Ωστόσο, τα ελληνικά καριοφίλια δεν χάνουν ούτε ένα στόχο. Ο αχός της μάχης, τα ξεφωνητά των πολεμιστών και τα βογγητά των πληγωμένων τούρκων κάνουν τον περίβολο του χανιού να μοιάζει με κόλαση. Ελληνικό βόλι σωριάζει νεκρό τον Χαλήλ μπέη, αυτόν που λίγες μέρες πριν στη Λαμία αξίωνε το θάνατο του Διάκου. Μα έχουν και οι κλεισμένοι στο χάνι τις απώλειές τους. Ο Θανάσης Σεφέρης και ο Θανάσης Καπλάνης σκοτώνονται από εχθρικά βόλια. Είναι και οι μοναδικοί νεκροί των μαχητών της Γραβιάς.

Ό ήλιος πέφτει και αποκαμωμένοι οι Τούρκοι αποσύρονται. Μετρούν πάνω από τρακόσιους νεκρούς και περίπου εξακόσιους τραυματίες. Ένας Έλληνας που συνόδευε από τα Γιάννενα τον Ομέρ Βρυώνη, ο Χρήστος Παλάσκας, πλησιάζει τον πασά:

 – Μη χαλάς άδικα πασά μου το ασκέρι σου. Φέρε ταχιά κανόνια από το Ζητούνι και τους το χαλάς το μαντρί.

Ο πασάς βρίσκει σωστή τη γνώμη του Παλάσκα. Στέλνει λοιπόν ταχυδρόμο στο Ζητούνι (Λαμία) για να του στείλουν δυο κανόνια. Η παρέμβαση του Παλάσκα ήταν σωτήρια για τους κλεισμένους. «Είμεθα και μεις αποκαμωμένοι και, το χειρότερο, μας ετελείωσε και το μπαρούτι. Όταν οι Τούρκοι έπαψαν τα γιουρούσια και εσύροντο μακριά από του τουφεκιού το βόλι, εγονατίσαμε και ευχαριστήσαμε το Θεό», σημειώνει ο Ηλίας Μιχαλόπουλος, ένας από τους μαχητές της Γραβιάς.

Στο μεταξύ ο Παλάσκας, γνώριμος του Οδυσσέα από τα Γιάννενα, ακούγεται να φωνάζει:

 

– Ωρέ Αντρούτσο, καλά σ’ έχουμε κλεισμένο. Ταχιά φέρνουμε δυο κανόνια από το Ζητούν και σας κάνουμε στάχτη!

 Έδινε μήνυμα στους κλεισμένους ο Παλάσκας για τους σκοπούς του πασά. Και επειδή δεν ήταν σίγουρος ότι τον άκουσαν, άρχισε να τραγουδάει:

Τώρα μαγιά, τώρα δροσιά, τώρ’ άνοιξη κι αηδόνια

τώρα κι ο ξένος βούλεται στον τόπο του να πάει.

νύχτα σελώνει τ’ άλογο, νύχτα το καλιγώνει.

Οι Τούρκοι δεν έδωσαν σημασία στα λόγια του Παλάσκα, μα ο Οδυσσέας το ’πιασε το μήνυμα. Καθώς τρώγανε «μια ψίχα», λέει στα παλληκάρια του:

 – Παιδιά δεν πρέπει να μείνουμε άλλο δω μέσα. Οι Τούρκοι θα φέρουν κανόνια από το Ζητούνι και θα μας χαλάσουν. Τα μεσάνυχτα λοιπόν με τα σπαθιά στα χέρια θα περάσουμε μέσα από το τουρκικό ασκέρι. Εδώ χαμένοι για χαμένοι…

Έτσι κι έγινε.  Κατά το μεσονύχτι κι ενώ οι Τούρκοι είχαν πέσει σε βαθύ ύπνο, οι μαχητές της Γραβιάς, αφού θάψανε τους δυο νεκρούς τους, βγήκαν από το χάνι.

 Καλή αντάμωση παιδιά στου Σκορδά το χάνι, τους εύχεται ο αρχηγός. Και έμεινε η φράση αυτή παροιμιώδης στη Ρούμελη, για να δηλώνει τις επικίνδυνες αποστολές.

Δεν ξεμακραίνουν πολύ και οι σκοποί των Τούρκων τους παίρνουν χαμπάρι. Μα ως να καλοξυπνήσουν οι Τούρκοι, τα παλληκάρια του Αντρούτσου έχουν προχωρήσει αρκετά. Παρά τις επιθέσεις του εχθρού, χωρίς απώλειες θα φτάσουν, κοντά χαραυγή, στον Αι Λιά του Χλωμού, όπου θα ανταμωθούν με τα σώματα του Πανουριά, του Δυοβουνιώτη και του Κοσμά.

Η στρατηγική ιδιοφυία του Αντρούτσου θριάμβευσε. Η μάχη της Γραβιάς «έσωσε την Επανάστασιν» γράφει ο Παπαρρηγόπουλος. Πράγματι, άλλη θα ήταν η εξέλιξη της Επανάστασης αν οι Τούρκοι διάβαιναν τη Γραβιά και από την Ιτιά των Σαλώνων περνούσαν στον Μοριά, όπου ο Κολοκοτρώνης πολιορκούσε την Τριπολιτσά. Βαθιά προβληματισμένος ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιοσέ Μεχμέτ καταλαβαίνουν πως δεν μπορούν να προχωρήσουν αφήνοντας στα νώτα τους τους επαναστατημένους Ρουμελιώτες. Αλλάζουν σχέδιο και γυρίζουν πίσω. Και έτσι ο Γέρος του Μοριά, ο Κολοκοτρώνης, λίγες μέρες μετά, θα μπορέσει να γράψει το έπος του Βαλτετσίου και να στενέψει τον κλοιό της Τριπολιτσάς.

 

 

Η μάχη της Γραβιάς και το όνομα του Οδυσσέα Αντρούτσου δέθηκαν αναπόσπαστα στη μνήμη του Έθνους. Θα αποτυπωθεί αυτό στους στίχους του Παλαμά:

 

Θρέμμα τ’ Αντρούτσου, πρέπει σου

της δόξας το στεφάνι

ναό της Νίκης έχτισες

Με της Γραβιάς το χάνι.

Θα αποτυπωθεί ακόμα στο δίστιχο του Γ. Στρατήγη:

Με λένε χάνι της Γραβιάς, για χάνι μ’ είχαν χτίσει

Μα ο γιος τ’ Αντρούτσου μ’ έκανε της δόξας ρημοκλήσι

 Και θα μνημονεύεται από το λαό στις τρανές επετείους και στα πανηγύρια. Όσο κι αν ο σταυραϊτός της Ρούμελης συκοφαντήθηκε και κατατρέχτηκε αργότερα από τους καλαμαράδες και τους άκαπνους, οι Ρουμελιώτες τον έβαλαν ψηλά στα εικονίσματα της μνήμης, ξεχωριστά τον τίμησαν κι ως τα σήμερα τον θυμούνται και τον τραγουδούν στις χαρές τους:

 

Τ’ Αντρούτσου η μάνα χαίρεται, του Διάκου καμαρώνει,

Γιατ’ έχουν γιους αρματολούς και γιους καπεταναίους.

Αντρούτσος φυλάει τη Γραβιά, Διάκος την Αλαμάνα

Πηγές: Τάκης Λάππας, Σόλωνας Γρηγοριάδης, Σαράντος Καργάκος)

Ακολουθήστε το thebest.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο thebest.gr

* Τα κείμενα που φιλοξενούνται στη στήλη «Απόψεις» του thebest.gr απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων και όχι του portal.

Απόψεις
830336
Follow us on Facebook
Follow us on Facebook

Απόψεις